Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

365 μέρες πριν.... και μετά

Καλώ σε απόδραση....


Ακόμη δεν ξημέρωσε

Αιμάτινα ποτάμια
κατρακυλούν στις νύχτες μας

Προσποιούμαστε γιορτινοί

βαγόνι θ' αλλάξουμε
τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες μετά

Τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες πριν
βαγόνι αλλάζαμε

Σε τρένο με πολεμοφόδια
για την ανατίναξη των ουρανών
και κάποια μόρια βλεμμάτων
τροφή στα κρεματόρια...

Αν δραπετεύσουμε
θα ΄χουμε καταφέρει την Απόδραση
και την αυτοχειρία των θυτών

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

παράνομοι ονειρευτές

Μελέτη βαθιά
στα υπομνήματα

Εκεί,
που μαχαιρώνεται η νύχτα
και τα λεπτά
φυλλορροούν

Εκεί, κρυφά,
που χλιμιντρίζει η αλήθεια
και φανερώνεται
απαστράπτουσα η στιγμή

Γι’ αυτούς,
που αρματώθηκαν το όναρ
και παραστράτησαν
τα πρωινά

Γι’ αυτούς,
που γρύλισαν στη νύχτα
καταπίνοντας
όλη τη βροχή


Με γυμνά κορμιά
σαγήνεψαν σπαθιά
και κομματιάστηκαν
δίχως να βγάλουν μιλιά

Γι’ αυτούς•
τους αλήτες των πρωινών
που παρανόμησαν,
σκορπίζοντας
ολόκληρη αγέλη δειλινών


Σε παρθένα στήθη
τρομαγμένων κοριτσιών,
π’ ανέτειλαν τον έρωτα

Εκεί,
στα υπομνήματα
των ακατέργαστων τόμων της ζωής
Ανάψτε κερί
να μελετήσετε
βίους παρανόμων ονειρευτών…

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

ο ραγισμένος καθρέφτης

Όταν
ο καθρέφτης μου
ράγισε
άρχισα να μετρώ
το μήκος
των ονείρων μου
τις γραμμές
της ζωής μου
το πλήθος
των ονομάτων μου...


Κι άξαφνα
νύχτωσε
Κι είδα
χειμώνα γύρω μου

Ξεκρέμασα το παλτό
ξέθαψα το τζάκι μου
και...κοιτάχτηκα
στο ραγισμένο μου
καθρέφτη

"Σε ξέρω", μου είπα


Κι ήταν η πρώτη φορά
που δε χρειάστηκε
να ρωτήσω πώς με λένε
Ήμουν εγώ!

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008

ο ποιητής

Ο ποιητής
έχει το χρώμα
της νυχτιάς
μια πινελιά πόνου
ριγμένη
στην καρδιά του

Και τα εφτά,
τ' ουράνιου τόξου,
περίβλημα
της φαντασίας του
Κι όλο
χαράζει όνειρα
να βγουν αληθινά

Ικετεύει και παραπαίει
σε λυγμούς ανθρώπινους
σε πάθη της σκοπιάς
Εκεί που τάχθηκε
να κρατά τσίλιες
για σαλταδόρους

Να τραγουδά
και να δακρύζει
να χάνεται
και πάλι εδώ
Να τρέμει
με πόδια αλκοολικά
στων στεναγμών
το μετερίζι

Κι ύστερα,
να φτιάχνει ονείρατα ξανά
μες στη βαθιά του ζάλη
Και να χαρίζει
στα παιδιά
μια θάλασσα μεγάλη

Ο ποιητής θυμώνει
ερωτεύεται
αγωνιά
πυροβολεί κι εκρήγνυται
Σαν άνθρωπος μου μοιάζει
Καπνίζει και στενάζει
δεν είναι ξωτικό
Είναι
ο μικρός μας
άσωτος αδερφός

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008

οι ρωγμές

αφιερωμένο στον
παιδικό μου φίλο Βασίλη



Όσοι εισέρχοντο
στο εσωτερικό της ελπίδας
διάβαιναν έναν παγωμένο διάδρομο
που...
στέναζαν ρωγμές

Και πάντα
κάποιος από πίσω
έκλεινε την πόρτα
κλειδώνοντας την ανάσα
στο προαύλιο

Οι ρωγμές δεν έμπαζαν νερά
ούτε καν δάκρυα
έτριζαν μόνο συχνά
-διαστολή και συστολή-
και στέναζαν

Κοιτούσαν εξαντλημένες
λεκιασμένο μ' ιδρώτα διάδρομο
Αυτόν που οδηγούσε
στο υπερπέραν
της ζωής

Μύριζε μούχλα
και ντροπή ο διάδρομος

κι οργής άνεμος
κυκλοφορούσε
πάνω κάτω συνεχώς

Κάποιες φορές
έκλαιγαν βουβά τα παραθύρια
Κι εγώ τα κοίταζα βουβά
Κι απέξω κάγκελα πολλά
ξενιτεμένο τ' όνειρο

Αίθουσα αναμονής δεν υπήρχε
Δεν ήταν χώρος εκμαίευσης εδώ
Εδώ σφυρίζουν τα λουριά
που μαστιγώνουν
απομεινάρια αγγέλων

Κάποιες φορές
προσκυνούσαν
αλλοπαρμένες κραυγές
και φωτιές λάτρευαν οι...ρωγμές

Ποτέ όμως δε μούσκεψαν κανέναν
γιατί απ' την ελπίδα
η καταιγίδα
είχε από πριν περάσει.

Το Είδωλο

Ερωτεύτηκα το είδωλό σου
Tα αισθητήρια όργανά μου
το διοχέτευσαν
στις φλέβες μου
να ζω
Οι νευρώνες του εγκεφάλου μου
το προσομοίωσαν με τον πόθο
Πόθος πέρασε στα νευρικά μου κύτταρα
και τρελάθηκα.
Ψάχτηκα παντού.
Τις τσέπες κοίταξα
μέσα στα παπούτσια
στις πτυχές της προσμονής
στα πρώτα μαθητικά τετράδια
και στα κατοπινά
Κάτω απ' το σεντόνι

η μυρωδιά μου μόνο
Πουθενά εσύ.
Η απουσία σου εδώ
Κι η παρουσία σου εδώ
Εγώ πάντως χθες το βράδυ
έκανα έρωτα μαζί σου
Τα αισθητήρια όργανά μου,
οι νευρώνες μου,
τα νευρικά μου κύτταρα
Κι φωτογραφία σου,
στον τοίχο μου...

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Απορία


Κι έτσι λαθεμένη η σιωπή
πώς ν’ αστράψει
μια ωραία συστολή
λευκών κοριτσιών
Σ’ ένα πρωινό
π’ αδικήθηκε
όταν βάλτωσαν
οι νυχτερινοί οραματιστές
των πλέριων οδεύσεων;

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

Χόρεψε!

Χόρεψε
μες τη φωτιά

Γίνε έντασή της

Δώσε λάμψη
στα όνειρα

Ξέφυγε απ' την υπεροψία
του νόμιμου...

Το εφήμερο δεν αρκεί
μάτια μου

Αν δεν καείς,
δε λυτρώνεσαι...

Ειρωνία...

Πρόβλεψα τις κινήσεις των πλανητών
Τα βλεφαρίσματά σου
στο πλατύ χαμόγελο του γαλαξία
Το παράδοξο σάλπισμά μου
στο ερειπωμένο κάστρο
Των σπουδαστών τη νυχτερινή απόβαση
στο κενοτάφιο των οριζόντων.
Λησμονημένη ερωμένη της σιωπής
κι εραστής του διαβόλου.
Τα κεριά ανάβουν
Πραματευτής στων ξεσπιτωμένων
τις έγνοιες.
Όλα τα πρόβλεψα
μόνο τη γιορτή δεν είδα
που ΄ρθε φωτισμένη

και ξέχασε τη χτένα της
στο καλντερίμι των μάταιων υποθέσεων.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

το σύνδρομο του πανικού

Κατελήφθησαν
από πανικό
οι της ανωτάτης ιεραρχίας
φαρισαίοι
Διότι,
βαρβαρικό ιπτάμενο αντικείμενο
ενόμισαν ότι είδαν
εις τον περίβολον του ναού
Έλαβαν, λοιπόν, την απόφαση
να φορέσουν τα βαριά τους
ιμάτια,
να κλειδώσουν τις παρθένες
στα υπόγεια,
να λιθοβολήσουν τον Βοριά
και

να πυροβολήσουν τ' αστέρια.
Και, αφού διεκπεραίωσαν
όλες τις επείγουσες υποθέσεις των,
εξέπνευσαν.

Οι τυφλοί
δεν είδαν ότι ένα σπουργίτι
έψαχνε τροφή...

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

προσεχως...

ευχαριστώ και δημόσια τον αδελφό μου, φωτογράφο,
ΠΑΤΕΡΑΚΗ ΝΙΚΟΛΑ
για τη φωτογραφία που μου χάρισε
και έγινε φωτογραφία του εξωφύλλου μου


ευχαριστώ πολύ τη φίλη μου Γαλήνη
για τις "Στιγμές" που γέμισαν τη ζωή μου

ευχαριστώ το συγγραφέα φίλο Βαρβαρήγο Δημήτρη
για την προτροπή του στην έκδοση αυτού του βιβλίου





το κείμενο του οπισθόφυλλου...

“Που γέμισαν τόση σκόνη τα μαλλιά σου Ορφέα;” Με είχες ρωτήσει ένα απόγευμα Άννα.
“Έψαχνα σ’ αποθήκες παλιές του χρόνου, αγάπη μου και σκονίστηκα”.
Γέλασες και είπες:
“Αύριο παίρνω συνέντευξη απ’ τον Υπουργό Πολιτισμού”.
“Αύριο, θα ξεκινήσω αργά από ένα μικρό επαρχιακό καφενείο”
“Τι λες;”
“Και θα ΄χω συντροφιά μου τ’ αδύνατα μέλη σου”
“Μα τι λες;”
“Και θα τεμαχίζω τον καιρό μ’ ένα δικό μου φωταγωγημένο καράβι”
“Τρελέεεε!”
“Κι οι πειρατές θα πλαγιάσουν με το δειλινό της υπεροχής τους. Και θα πρέπει να προλάβω να πολλαπλασιάσω την Άνοιξη των ματιών σου”.
“Τρελέ!”
“Για να μπορούμε να ζούμε εκεί που μας κομματιάζουνε!”

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

Ευθύβολες Εκστρατείες

αφιερώνεται
σ' όλους τους φίλους και φίλες
blogger που με "έζησαν"



Όταν ο αέρας ανέβαλε τη βροχή
έσταξε αίμα
από πηγή αστείρευτη
Γέμιζα χούφτες κόκκινο ζεστό
κι έπινα στην υγειά
των υπολοίπων
της ατελούς διαίρεσης
Και μέθυσα, γιατί
ήπια πίκρα μεγάλη
Τότε ήταν
που καταστάλαξα
και βγήκα απ' το καβούκι μου
και βρέθηκα να οργανώνω
ευθύβολες εκστρατείες
με επάνδρωση

από συνειδήσεις ανίατης αγρύπνιας
Έρπουν,
για παραπλάνιση,
εριστικές γιορτές
Πόρνες αποκαλυπτικές
διαφημίζονται
σε βιτρίνες δήθεν λησμονημένες
απ' τους πειρατές
Εμείς όμως,
το πλήρωμα κι εγώ
με το χρυσόμαλλο δέρας
κατά νου

πλέουμε στα κύματα
απαλλαγμένοι
πρόστυχων ερπυσμών.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

Μυστικά Δεσμών

Καθώς κοιτούσα το χαρτί
λησμόνησα το θάνατο
Είναι
που άδραξεν ο νους
Το περίβλημα της φαντασίας
Κι άρχισε τη ζωή να θρηνεί

Ξέθαψα
μυστικά δεσμών λησμονημένων
Περπάτησα σε ράχες αγριμιών
Ίδρωσα στήθη
Κι επιδέξια άφησα
να παραπέσει το κοίταγμα της λατρείας
μπροστά στα πόδια σου


Όταν έστρεψα το βλέμμα στα ύψη
οργίασαν τα νέφη
Κι ένα σύμπαν παράλληλο,
δίχως ερημιά,
αγέρωχα τραγούδησε λυγμούς
επικήδειους

Πού να σε βρω γιορτή μου;
Φυλάκισα την όαση
στην απομόνωση του ισοβίτη
και στρίμωξα την καρδιά μου
σε χαρακιές π’ άφησε δαίμονας
στο πάτωμα διχασμένης ύπαρξης


Κι όταν ολοκληρώθηκεν η γραφή,
χολή έσταξε
σε πολυπρισματικό όνειρο
Τότε ήταν που είχε νυχτώσει
κι ακούστηκε ο πυροβολισμός

Άλλο ένα παιδί
είχανε τάξει στο θάνατο

Τελικά, νανούρισα το παιδί

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Διαγράφω εντολές

Είλωτες σακατεμένοι
Χαραγματιές βασάνων
στα κορμιά μας
Σφραγίδες κολασμένων
Μόνο τα μάτια μας ανέγγιχτα
να ξεθωριάζουν
της μέρας τα χαμόγελα
Αυτής της ερωμένης
που ακόμη δεν έγινε δικιά μας...

Μέσα απ' τους τέσσερεις τοίχους μου
γράφω ιστορία,
διαγράφοντας εντολές,
που σκιαγράφησαν τον εγκέφαλό μου.

Σκύβω ξανά
στους διαδρόμους της νύχτας
Εκεί που οργίζεται η ζωή
κι αποζητά τη λύτρωση
Πάλλομαι με ήχους ξεχασμένους
αλλά, γνώριμους
και το αίμα
ζεσταίνεται πάλι στις φλέβες μου

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Κατά την ουσίαν ... Ο Μονόλογος του κακομοίρη

Έχουμε πόλεμο ρεεε!
Τσακίσου χαμένε απ' τα μάτια μου
και μη σε ξαναδώ μπροστά μου
Τις σειρήνες, αθεόφοβε,
δεν τις ακούς;
Βομβαρδιστικά, μιράζ,τιράζ
τζίροι πέφτουν,
βόμβες πάνω στα κεφάλια μας
Πέφτουν κεραυνοί!...
Μπουκάλια πέφτουν, πέτρες
και σφαίρες ρε και σφαίρες
Χαμός σου λέω

Άκου... Τ' αηδόνι σπαράζει
στον απάνω κόσμο

Μη μιλάς.
Τί να πεις;

Στερεοφωνικά
ακούω τα βλήματα που ουρλιάζουν
Λιανοπαίδια πελώρια,
μάτια ορθάνοιχτα
μπροστά στη ντροπή
Λιώνουν τα μόριά της στην άσφαλτο
Σα να λιώνουν κατσαρίδες
που όχλος ανέβηκαν απ' την αποχέτευση
Μη μιλάς

Δεν μπορώ να ακούω τη φωνή σου
Ε, και; Έκλεισα και άνοιξα!
Εγώ είμαι τ' αφεντικό εδώ χάμου
΄Αϊ σιχτίρ, επιτέλους
Ώρα που βρήκες να καβατζώσεις τη σκηνή
Κλείδωσε τη βουλή και φύγε!
Κινδυνεύεις σου λέω!
Άκου!...ΣΣΣΣΣ!
Το αηδόνι σπαράζει στον απάνω κόσμο
Αυξήσεις μηδέν. Πώς λέμε κενό;
Ναι ρε! Σκολιό δεν πήγες;
Κ Ε Ν Ο! Κενό! Τίποτα δεν έμαθες εκεί;

Μόνο ματάκια
στις κοριτσίστικες τουαλέτες έμαθες να κάνεις;

Τί; Και να κοιτάς τον μπούστο της φιλολόγου;
Ντροπή σου βρε! Τέτοια μάθαινες;
Ναι, ναι κατάλαβα...
Και γαλλικά και αγγλικά και γερμανικά
και πληροφορική και...παπαγαλίστικα μάθαινες
Ξέρω, ξέρω...οι πανελλήνιες...
Αλλά μάθαινες και ανακύκλωση.
Μη ξεχνάς να ανακυκλώνεσαι!
Προπάντων αυτό: Μη Ξεχνάς να Ανακυκλώνεσαι!

Κι άγχος, ρε! Κι άγχος έμαθες.
Πού το πήγες αυτό; Στην ανακύκλωση;
Και μαύρο έμαθες! Αύριο ...μαύρο...

Έλα λοιπόν αγόρι μου. Εγώ θα στα θυμίζω;

Άκου,
τ' αηδόνι σπαράζει στον απάνω κόσμο
Εδώ, εκεί, παντού!
Μη κλαις αγόρι
Μη κλαις αηδόνι μου,
εσύ τί φταις;
Τί φταίω κι εγώ;
Πιάσαμε πάτο.


Με κίνητρο ένα σχόλιο της φίλης μαρίνας γ

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Ο Παλαιοπώλης

Κλειστόν λόγω Παρεκτροπής
δημοσίων κειμένων
και δημοσίων αισθημάτων
Κλειστόν λόγω συμμαχιών
τεθλασμένων ευθειών
ή ό,τι άλλου γεωμετρικού
φονικού γεγονότος
Λόγω κακοκαιρίας,
βαρομετρικού χαμηλού -
επικινδύνων καιρικών φαινομένων
και της υψηλής στάθμης
μολυσμένων υδάτων.
Καθώς και ενόψει επικείμενων
και επικίνδυνων σεισμικών δονήσεων
κλειστόν.
Με ρολά κατεβασμένα
για τους ληστές παλαιοπωλείων
Κλειστόν
Με ακουστικό τηλεφώνου κατεβασμένο
για τους υποκλοπείς συνειδήσεων
και τους ατίθασους κοριούς
που συνεχώς ατιθασεύουν
Και... για τις κρύες νύχτες μας
Κλειστόν
Για τους καινούργιους τους πελάτες,
αυτούς που δε γνωρίζουν
τα περιεχόμενα του κόσμου μας
επίσης, Κλειστόν
Ανοικτόν μόνο σ' όσους φορούν
αντιασφυξιογόνες μάσκες
Ξέρετε, στα παλαιοπωλεία
η σκόνη καλπάζει...
Ωχ, κλειστόν και για ΄μένα...
δεν έχω βρε χρήματα για εξοπλισμό...
...Τελικά, Κλειστόν και για ΄μένα
κι ας είμαι ο παλαιοπώλης.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Ο κομπάρσος

Μεγάλωνα αιώνες
την απουσία μου
Έπηζα,
βυζαίνοντας τον αντίχειρα
Πιπίλαγα καραμέλες,
έτσι απλά,
και τα βράδια βίαζα την ψυχή μου,
ώστε, όταν χαράξει
να φορέσω πάλι
τη μάσκα με το χαμόγελο
Εγώ, ο κομπάρσος των αιώνων,
δουλοπρεπής και ξεχασμένος
Ντροπή μου!...

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Στάση στο θάνατο

Πίσω απ’ τη λατρεία των ηφαιστείων
γερνά ο βράχος της παγωμένης
κραυγής μου
Κι ένα θανατηφόρο βέλος
λιγοστεύει το πέταγμα των πουλιών
στην πόλη του φωτός.


Τ' αλήτικα, όμως, πουλιά
έκαναν στάση στο θάνατο
Ήπιαν φτηνό κονιάκ,
και κάπνισαν στα πεζοδρόμια

Λιθοβόλησαν ετικέτες τυποποίησης,
άνομες εξουσίες
διέσυραν,
χόρεψαν πάνω στις φωτιές,
μισό βήμα πριν
τα κρατικά μπουρδέλα

Όταν βράδιασε,
κοιμήθηκαν παραταγμένα
απέναντι απ' τον εχθρό
που άυπνος σημάδευε
τα όνειρά τους

Κι όταν χάραξε
πυρωμένα
απ' τον έρωτα της νυχτιάς
αλήτες, τα είπαν,
πάλι, τα πουλιά...

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Σύσκεψη αισθήσεων

Αυτές τις νύχτες
οι αισθήσεις συσκέπτονται
Ξεσκονίζουν ξύλινες
κορνίζες παλαιοπωλείων
Επαναφέρουν αλλοτινές ομιλίες
Μνημονεύουν πόθους
Πρωτομάστορες ζωντανεύουν
περασμένων στιγμών
Οι αισθήσεις,
αυτές τις νύχτες,
ξενυχτούν
κι αρτίστες γίνονται
σ' υπόγεια κουτούκια.
Μαγκιόρικα βλεφαρίζουν
στους θαμώνες
Κι αναστατώνονται
με τη σκέψη
να ξεντυθούν την ανία,
της τσιμεντένιας πανοπλίας
που τις νάρκωσε.

Η νεκρή πολιτεία

Όταν φιλούσα τη βροχή
κι ένιωθα
πως όλα τα νερά είναι δικά μου
μάζευα το χυμό της Αθανασίας
και δημιουργούσα.
Θα ΄θελα να ΄ναι πάντα φθινόπωρο
και να γέρνω στη νοτισμένη γη.
Ποιός όμως θα την ταράξει
να φέρει τα πάνω κάτω;

Σταμάτησαν το τρένο
λίγο πριν την ξύλινη γέφυρα.
Κάτω απ' τη γέφυρα
χάσκει τ' ορθάνοιχτο στόμα
της νεκρής πολιτείας

Κι ήρθε η ώρα
να δημιουργήσω τη φωτιά -
τολμηρή εκτίναξη
της σιωπηρής αμφισβήτησης

Στη μάνα

Ποίημα του πατέρα μου
Γιώργη Πατεράκη


Χαράματα εκίνησε
η καλομοίρα μάνα
και κάθισε στον αργαλειό.

Ύφαινε και ξανα ύφαινε
δυό στημονιές υφάδι,
του γιού του λεβεντόκορμου
να στρώσει το κλινάρι

Ως το ατελείωσε
ο χάροντας εφάνει -
κι αντί για κλινοσκέπασμα
του το ΄στρωσε σαβάνι

Αχ, κακομοίρα μάνα
στολίδια σου ΄πρεπε να φορείς
μα φόρεσες τα μαύρα...

Κουράγιο τώρα άμοιρη
την κόρη ν' αναθρέψεις
λεβεντονιό να παντρευτεί
κι ύστερα να...μισέψεις.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Το Μήνυμα

Άκου μπάτσε,
σε σιχαίνομαι!
Σε σιχαίνομαι από μικρό παιδάκι.
Και ξέρεις, μπάτσε, γιατί;
Γιατί τότε
βασάνισες
τον πατέρα του κολλητού μου
Μην κάνεις ότι ξεχνάς ρεμάλι.
Του κολλητού μου του Βασίλη.
Κι ήταν παιδί, ηλίθιε μπάτσε,
ο κολλητός μου
Κι εσύ ερχόσουν τα βράδια
στο φτωχόσπιτό του
και χτυπούσες μανιασμένα με το όπλο σου
(υποκατάστατο του ανδρισμού σου ηλίθιε) την πορτούλα τους
και ξυπνούσες τον κολλητό μου και τη δόλια μάνα του
και τους κολλούσες ηλίθιε μπάτσε
το όπλο σου στα κορμιά τους
Θυμάσαι εκείνο το μαραμένο κορμί
της ράφτρας μάνας
και το άλλο,
το τρομαγμένο το παιδικό; Κι έψαχνες για τον πατέρα μπάτσε. Το δεύτερο πατέρα μου.
Κι εγώ σ' έβλεπα
κρυμμένη πίσω απ' την κοινή μας μάντρα κι έκλαιγα

Θυμάσαι που με παρακολουθούσες έφηβη,
όταν έτρεχα στους δρόμους με όνειρα ν' αλλάξω τον κόσμο;
Θυμάσαι όταν με χτύπησες, μαθήτρια, με το γκλοπ σου (υποκατάστατο του γεννητικού σου οργάνου, γιατί δεν έχεις όργανο διεστραμμένη ψυχή)
Θυμάσαι μπάτσε, που τάπαιρνες απ' τους εμπόρους του θανάτου και γλένταγες τα βράδια στα σκυλάδικα;
Τότε που βίαζες αλλοδοπές στο βρωμομάγαζό σου;

Άκου μπάτσε! Εσένα μιλάω, που σημάδεψες το χελιδόνι, τον Αλέξανδρο ρε!
Κοιμάται ο Αλέξανδρος κάτω απ' το χώμα. Έγινε ήρωας όμως, κι Οδηγητής!
Δε σε φοβούνται μπάτσε τα παιδιά και σε πετροβολούν! Σε γράφουν και στα γεννητικά τους όργανα, γιατί αυτά, έχουν, κι ας άλλαξες τώρα φάτσα κι έγινες ματατζής. Ίδιος είσαι! Ίδια γελοία φάτσα έχεις διαχρονική.
Σε γράφουν, που λες τα μαθητούδια στα γεννητικά τους!
Και να το ξέρεις σε γράφω κι εγώ. Πιο πολύ για το φίλο μου ρε, το Βασίλη, τον κολλητό μου που τον τρέλανες. Ύπάρχουν κι ευαίσθητες ψυχές, δεν το πήρες χαμπάρι ακόμη;
Κι όσο για το κουτσαβάκι που θα σου γράψει ύμνους τώρα...γραμμένους σας έχω και τους δυό!

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Οι ρίμες των αγγέλων

Ελλοχεύουν σάρκινους δείκτες ρολογιού
Σκιές ψυχών αποτελειώνουν
κι οράματα ουράνια
Εξανεμίζουν ρίμες
Τερματικά γονατίζουν

Ελαύνουν διαστημικά οχήματα
Εγώ φορώ σάρκινο ιμάτιο
Με δείκτες μαχαίρια
Χαράσσω γεωγραφία αιώνων
Θρύψαλα εκατομμυρίων κρανίων καταγράφω

Κι αφού εξυμνούν τα αντίθετα
Πηγή νερού βυζαίνω
με μόχθο ανθρώπινο που ραγίζει το δέρμα
Το τρίτο μου μάτι καίω με πυρωμένο σίδερο
Σκιά της ενδοχώρας μου αφήνω φυματική ελευθερία
Σε ρίμες αγγέλων
γραμμένες με αίμα
Ποτίζω ζωή!..

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Το αίμα ρέει...

Οι παλμοί της γης ηχούν βογκητά
Η καρδιά της βουλιάζει σ' έρεβος
Τα χέρια της ικετεύουν για Ειρήνη
Το πρόσωπό της πνιγμένο
σ' αλμύρα δακρύων
Τα χείλη της δαγκωμένα
απ' τον πόνο κομματιασμένων κορμιών
Τα μάτια της δυό άβυσσοι
Τα πόδια της, κάτω απ' τις ερπύστριες τανκ
Το στήθος της άδειο, στεγνό,
μαραμένο απ' την πείνα των χρόνων
Η πλάτη της
οργωμένη απ' τα μαστίγια των βασανιστών
Τ' άλογα,
αγριεμένα απ' τις πολεμικές ιαχές
την κούρσεψαν
Οι φωτιές, της έλιωσαν τις σάρκες
-Ιερά εξέταση, σταυροφόροι...οι σημαίες,
η ατομική ενέργεια, η απληστία, η εξουσία
Ναι, η εξουσία! Αυτές
οι κάστες, οι ελίτ κι η πείνα,
μια ατέλειωτη πείνα

Βιετνάμ, Ιράν, Ιράκ, Ιερουσαλήμ, Σμύρνη,
Αφγανιστάν, Κύπρος...
...Πορνεία, δυστυχία, Γιουγκοσλαβία,
Αφρική...
Αφρική...
Ήχος αλυσίδων

Το γεφύρι των Στεναγμών
Υγρά υπόγεια τούνελ-οι φλέβες της γης
Ο Γιάννης Αγιάννης τρεκλίζει στην Ιστορία
Οι λέξεις, μικρές να περιγράψεις
Ένα ατέρμονο ουρλιαχτό,
μια ατέρμονη δυστυχία
Ένα ουρλιαχτό γιατί;

Τα παιδιά πονούν.
Μεσαίωνας πάντα
Σταυροφορίες πάντα
Η απληστία!

Κι ο Μικρός Πρίγκηπας του Εξπερί
ξεψύχησε πάνω σε σύνορα κρατών,
μ' ένα μετέωρο βήμα πελαργού
Για ένα στάχυ που ζητιάνεψε,
για μια πεταλούδα που ζήλεψε
Για μια αγάπη που έψαξε
Για μια εξουσία που τον καταδίκασε,
στο γιοφύρι των στεναγμών,
στη γκιλοτίνα.
Το αίμα ρέει
Πνίγει τη γη για μια εξουσία
Έγκλημα και Τιμωρία
Χαμίνια του δρόμου
Σιβηρία! Αμέρικα, Αμέρικα!...

Κι αν είσαι θεέ μου,
όπως κι αν είσαι,
ό,τι κι αν είσαι,
κάνε επιτέλους Ανάσταση!

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Καλό ταξίδι Αλέξανδρε!...

Το χώμα
υποχωρεί αργά ματωμένο
Μυρίζει βροχή
σε κάνει σπλάχνα του
Στην ιστορία υπόμνημα αφήνει
με έντονη πλάγια γραφή -
τη ντροπή να επισημάνει
ενός κόσμου άδικου
Στερεωμένου
σ' ένα κοτσάνι στεναγμών
κι ονείρων κατεδαφισμένων
Εκεί, που πνιγούν τις φωνές
δακρυγόνα χημείας εξελιγμένης
πώς θ' άντεχαν οι σκέψεις σου αγόρι μου
Πώς θ' άντεχαν τα μάτια σου;

Πύλες του Άδη έγιναν τα μάτια σου
Και το χώμα, απλά χώμα,
μνήμα γίνεται
να προφυλάξει τη λατρεμένη νιότη σου
Οι πλατείες
είναι κρύες για σένα
αγόρι μου...


Ο ήρωας γεμίζει τις τσέπες θειάφι και χολή
και δεν αγναντεύει Πανσέληνους
σε βράχους ιερούς λεηλατημένους
και κάστρα φωταγωγημένα
Μετεωρίζεται στα σύμπαντα
γεμάτος απορίες
κι ιδρώτες από μανάδες του μεροκάματου
κι αφήνεται δεμένος σε ηλεκτρική καρέκλα
για να πεθάνει με τα μάτια ορθάνοιχτα
σε πατρίδα που καταβροχθίζει τα καλύτερα παιδιά της!

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Απόψε, κάτω απ' το φεγγάρι ένας έφηβος δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από τους φύλακες τους άστεως!

Τι νύχτα κι απόψε...
Μαστουρωμένη πόρνη,
στα φτηνά σοκάκια
Μ' ένα περίστροφο στον κρόταφο
να μη λακίσει ο νους της
κι ονειρευτεί τ' αστέρια

Πνιγμένη νύχτα
στο πένθος της φθοράς
Δίχως φανούς,
δίχως πυξίδες,
κι όνειρα!

Μ' ένα περίστροφο ριπές
που σκίζουν σάρκα ανέραστη

Μαστρωποί,
προαγωγοί κι αποβράσματα
γλεντούν διεστραμμένα
με το κορμί του αύριο

Δολοφόνοι της νύχτας
και της μέρας φονιάδες
σαπίζουν αντίδραση
στη δημιουργία του χάους

Φοιτώ στο αιώνιο πένθος
έξω από μπουρδέλα
που έστησαν μασκοφόροι


Παιδεύομαι ν' αρμέξω μάχη
επιζόντων εραστών της αυγής

Οπλίζομαι
Οπλίζω πυγμή
αλάνθαστου στόχου

Να γκρεμίσω τείχη
σε ένδειξη σεβασμού

Αλλιώς,
πώς να σε ξανατραγουδήσω
φεγγάρι μου;

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Η πόλη της Εποχής

Η πόλη δειλιάζει
Αδειάζει
μοιάζει βροχερή
Οργιάζει
Σκοτεινιάζει
Σκυθρωπιάζει
Ρημάζει
Μοιάζει ουδέτερη
Όμως δειλιάζει
δε φωνάζει
μετά στ΄ αποκορύφωμα
τινάζει τα πέταλά της
Κάνει σιωπή
Σιωπή στα σπασμένα φανάρια,
στις βρεγμένες κουβέρτες,
κάτω απ΄ τη βροχή των αστεριών
Σιωπή στους ποιητές
Παντού σιωπή...
Δε συννεφιάζει
Στο ιδρωμένο της κορμί,
αίμα ταράζει την αθωότητα και,
στάζει
Στάζει χολή.
Αγοράζει
Βιάζει

Η πόλη στάζει χολή
σε σάρκα μωρού•
Υπόλοιπο λατρείας
σε κρύπτη ερπετών
η πόλη βιάζει.

ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ

Καθρεφτίζομαι
σε μια συναρπαστική ματαιότητα
για ένα προκλητικό βλέμμα
του μαγικού σου ειδώλου
Και τρυπώ την καρδιά μου
με μια κοτσίδα κοριτσιού
που κρύσταλλοι πάγου
κατοίκησαν παράνoμα
στα φωλιάσματα των μαλλιών του.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Μοναξιά

Αρκετά μικρά
Στεγνά,
άδεια.
Σπίτια άδεια.
Κρύα, φυλακές
Στη μέση
η αγχόνη
μαύρη,
ίδια νύχτα θανατερή
Ακρωτηριάζεται η ζωή
Τόσο άδεια ... τα σπίτια μας.

ΤΑ ΝΗΜΑΤΑ

Ψάξαμε στα ερήπεια των αρχαίων ναών
για κάποιο κλάμα μωρού
ή έστω για ένα υγρό μαντήλι
Γέμισαν όμως οι βαλίτσες μας
με μικρούς θεούς
που όλοι μας κομματιάσαμε
για να μη χάσουμε
τα νήματα της ζωής μας.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Αναμονή

Ντύθηκα τα μαύρα
αναμονή ανάτασης
στον πλανήτη των λεπρών

Κι έντυσα τον ήλιο
με την επιφάνεια του νου μου
στην ταπεινότητα μιας ανεμώνης

Ύστερα ζωγράφισα δυό σύννεφα
στις παλάμες του άπειρου
για να μπορώ να προσεύχομαι.

ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ

Αισθάνομαι τη χειμερία νάρκη της χελώνας
Περπατώ ελαφρά,
Τ' ακροδάχτυλα μουδιάζουν.
"Σιγά Σιγά! Δεν πρέπει
να ξυπνήσει απότομα η φύση των πραγμάτων".
Λιώνω και χύνομαι μπροστά σου
Ακινητοποιώ τις διαδικασίες της ύπαρξής σου
Μουσκεύω τα δερμάτινα μποτάκια σου
Δεν μπορείς να σκύψεις. Μαρμάρωσες.

Στο φεγγάρι

Είσαι βροχή

είμαι φωτιά...

Τέλεια γράφεις καθώς κυλάς.

Στο πορτρέτο του χρόνου

δημιουργείς καταρράχτες

Κι εγώ με έκσταση

ανάβω πάθη

Μέσα σε πάθη υπάρχουμε

για να χτίζουμε

πύρινες αγκαλιές πάνω στο φεγγάρι...

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

ΕΡΩΤΑΣ

Η φλόγινη γλώσσα του
έμπαινε αδιάκοπα
στους πόρους μου
κι έβαζε φωτιά στ’ αέρινα μονοπάτια
των ταξιδιάρικων πουλιών.


Δυο βουνά στη βροχή
κι ανάμεσα εγώ
ο μαύρος καβαλάρης
σκίζω το σπέρμα
με το βλέμμα,
πάνω στα δάχτυλα
σαν ιππότης εντυπωσιάζω
τους κρατήρες των ηφαιστείων.
Και μέσα στο παραμιλητό,
η παραφωνία των ανθρώπων,
που σκορπίζει τον πανικό.
Με μια ρετρό μελωδία
χορεύεις μ’ ακριβά ανοίγματα
πάνω στα δάχτυλά μου,
και χύνεσαι
σ’ ωκεανό μυστικών χρωμάτων.
Γονατίζω και δίνομαι
στη λύτρωση των κυμάτων.
Στης λάβας την υγρή φωτιά.
Άσπιλος καβαλάρης
ανάμεσα στη δίνη,
των πετρωμάτων την ισχύ,
σαρώνω
και παιδεύω την υποστήριξη
των πιο δικών μας δειλινών.

Αποκάλυψη τώρα

Κι όμως
η παράσταση τελείωσε
Τα φώτα άναψαν
κι ένα θλιβερό γεγονός αποκαλύφθηκε.
Έντρομοι οι θεατές
απέσυραν τον ορίζοντα
για να μη φανεί το αίμα μου
που ρέει
κι αηδιάσει η σάπια κοινωνία τους
Κατάφερα να σε κοιτάξω
για τελευταία φορά
Μπογιατισμένη μαριονέτα
χαμογελούσες ατέλειωτα
Κι όταν εξ επαφής
με πυροβόλησαν
χαμογελούσες πάλι
Πρόλαβα
μέσα απ' το τελευταίο δάκρυ
να σου στείλω την ψυχή μου

ΔΕΣΜΩΤΗΣ

Όταν φυλακίσανε
το κορμί μου
σ’ εκείνο το λαβύρινθο,
τα γεωμετρικά σχήματα
δεν είχαν καμιά θέση
στη ζωή μου.
Ούτε τα μάτια σου
θα συναντούσαν
την παιδική μου ορμή.
Τώρα θα ράψω στην κουβέρτα μου
τη σκισμένη σου θύμηση.
Ύστερα μια μελαγχολική έλξη
θα ράψω,
μετά το τηλέφωνο.

Δυο θολές εκστάσεις
καθρεφτίζονται
στην κατάφαση
της ματωμένης σελήνης.


Έχω πάντα στην καρδιά μου
ένα άδεντρο χωράφι,
με τη χροιά των κεραυνών
στη ράχη των αλόγων
Την τελευταία στριγκιά
του αδέσποτου σκυλιού
στο πλατύσκαλο τραγούδι των δεινών
Και το βέλος,
που τρύπησε το κασκέτο μου,
λίγο πριν ξημερώσει.

Για νάχεις πάντα μια θέση στο φεγγάρι να πνιγείς πρέπει μες στη βροχή...

Μεθούσε το φεγγάρι
στην αγκαλιά της θάλασσας
την επιστροφή των αινιγμάτων
μέσα στις άδειες αποσκευές μου.


Ανεξάντλητες κραυγές
καρτερούν την τελική απόφαση,
απόνα παλιό,
γνώριμο σημάδι
στον τοίχο της φυγής μου.
Κι ένα πέτρινο φεγγάρι
παραμιλά στον ύπνο του
με μαρμάρινους καιρούς
σ’ ολέθριες προεκτάσεις.


Κι έτσι λαθεμένη η σιωπή
πώς ν’ αστράψει
μια ωραία συστολή
λευκών κοριτσιών
Σ’ ένα πρωινό
π’ αδικήθηκε
όταν βάλτωσαν
οι νυχτερινοί οραματιστές
των πλέριων οδεύσεων;


Ανάποδες στροφές
απροσδιόριστου χρόνου
σκαλίζουν δυο ύαινες
στην καρέκλα του Βορρά.
Οργή κολασμένων
κι άπληστες ορέξεις
επωάζουν θανατηφόρες ιώσεις.
Ψυχοβόρα μικρόβια
Καρκινογόνα στίγματα,
ξεθωριάζουν τα μάτια μου
Χαμογελώ!

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2008

ΣΤΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΚΑΦΕ

Καφέ 48
Πόρνες λέξεις
σύρθηκαν
χελώνες
στα βρωμερά πεζοδρόμια
με πλάκες που ποτίστηκαν βενζίνη.
Φανάρια στον τοίχο στολισμένο όνειδος,
σπέρμα και σάλιο.
Το κλάμα άδειασε την ψυχή.
Στον τοίχο,
λέξεις πουτάνες
και
αίμα μυρίζει –
χείμαρρος στους αρμούς των πυρότουβλων.
Σήμερα φορώ καινούργια γυαλιά οράσεως -

διαβατάρικων Κόσμων βαρκάκι θωρώ
σ’ αγώνα ράφτινγκ.
Ρους αδαής
ανεπίτρεπτου πλου στοιχήματα
Κορμιά πέφτουν σ’ ωκεανό
να προλάβουν ναυάγιο.
Καφέ 48…
Απέναντι, σκιές παλεύουν
να εξανθρωπισθούν
στον ρου του αιμάτινου χειμάρρου.
Στο οπτικό μου σύστημα
αρχειοθετήθηκε η επιγραφή• «ΚΑΦΕ 48»
Ίσως, όπως, Απόλλων 2

Εκτόξευση αισθημάτων
σε πατρίδα που καταπίνει αλκοόλ!!

Το Βιογραφικό μου


Γεννήθηκα το 1962, 27 του Οχτώβρη, στο προάστιο Πετρούπολη της Αθήνας.
Στα παιδικά μου χρόνια, πολλούς Οχτώβρηδες χιόνιζε. Έτσι, έκαιγε πάντα η ξυλόσομπα στο χωλάκι μας. Ή, έβρεχε… Μ’ εντυπωσίαζαν τα τζάμια του σπιτιού μας, που θάμπωναν. Κολλούσα το πρόσωπό μου ή, την παλάμη μου ανοιχτή, συνήθως στο τζάμι της κρεβατοκάμαρας των γονιών, κι άφηνα τα σημάδια μου.
Το σχολείο δε μ’ άρεσε. Το ένιωθα ξένο, παγωμένο κι άδικο. Έτσι, η αρχή της μαθητικής μου ζωής ήταν πολύ δύσκολη. Όμως, αγάπησα το βιβλίο. Αγάπησα τη γνώση. Σεβάστηκα τη δύναμη και την ευρύτητα του πνεύματος, όσων τα διέθεταν. Όπως, αγάπησα και το νυχτερινό ουρανό. Έμαθα να ξεχωρίζω αστερισμούς και πάντα με πολιορκούσαν ερωτηματικά κοσμογονίας. Αγάπησα τη μυρωδιά απ’ τα κάστανα, που ψήνονταν πάνω στη σόμπα μας. Τη φωνή του γαλατά, που περνούσε τ’ απογεύματα απ’ τις γειτονιές μας, του παγοπώλη τα καλοκαίρια που έπρεπε να έχουμε κρύο νερό. Του κυρ-Κανέλλου τη φωνή, που γύριζε στα φτωχικά χωμάτινα δρομάκια μας με το γαϊδουράκι του και διαλαλούσε την πραμάτεια που εμπορευόταν: Κουβαρίστρες, βελόνες, δαχτυλήθρες, δαντέλες, κεντήματα…
Άρχισα να ωριμάζω τα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας. Έμαθα ότι τους υπερασπιστές των αξιών τους σκοτώνουν, τους βασανίζουν ή, τους απομονώνουν. Ανακατεύτηκα σιγά – σιγά με τους απομονωμένους. Τότε ήταν που, ένιωσα τη βροχή στο κορμί μου. Την αρμύρα της στα ρουθούνια μου. Ερωτεύτηκα τη βροχή και τη θάλασσα τους χειμώνες, καθώς και τη φωτιά στα βλέμματα των ανθρώπων.
Στο D.N.A. μου, χαραγμένη η προσφυγιά της Μικρασίας, η ποιητικά αντάρτικη λεβεντιά της Κρήτης και τα στενά σοκάκια της Παλιάς Αθήνας, με το τραμ, τις λατέρνες και τις μεγάλες αυλές των σπιτιών της.
Στο συρτάρι του γραφείου μου, το κρεμαστό ρολόι τσέπης του μεγάλου θείου, όπως έλεγε πάντα ο πατέρας, του Μελέτιου του Β΄, ανεκτίμητη προγονική ανάμνηση.
Στο D.N.A. μου επίσης, χαραγμένο το άγχος της επιβίωσης, η θλίψη για την αδικία, η μελαγχολία.
Τώρα, νοσταλγώ τον παιδικό μου φίλο, το Βασίλη. Πώς τρέχαμε στα χωράφια και ξεφαντώναμε τον τόπο με τις φωνές μας. Πώς ανταλλάζαμε μυστικά και όρκους αιώνιας φιλίας.
Νομίζω, παραμεγάλωσα τώρα και δεν μπορώ να συγκρατώ τη βροχή των ματιών μου.

Το όνομα που χρησιμοποιώ στο blog μου,το "Προμηθεύς Δεσμώτης" είναι ψευδώνυμο γιατί αυτή η ψυχή, η ψυχή του Προμηθέα εκφράζει τον εσωτερικό μου κόσμο. Το κατά κόσμον όνομά μου είναι Πατεράκη Ευαγγελία (Λίτσα).

Έχω εκδώσει μία ποιητική συλλογή, με τίτλο "Ενδιάμεσος αντίλαλος", εκδόσεις Ίδμων και σύντομα θα κυκλοφορήσει το ποιητικό μου αφήγημα "Ο Δραπέτης" από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος.
Το βιογραφικό, το οποίο αναρτώ εδώ, εμπεριέχεται στο νέο μου βιβλίο.

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

αφιερώσεις

I Με γκουλουάζ αυθεντικό
και άφιλτρο
Στ' ακορντεόν κάποιος ρυθμός
τανγκό
Έξω το δείλι και τ' αγιάζει
τ' άσπλαχνο,
μέσα βραδιάζει και είμαι απών
Απών στους ρόλους-παρουσίες
των σκιών
στους τέσσερεις τους τοίχους μου
φαντάσματα ψυχών
Σεργιάνισμα ανυπόταχτο,
δίχως ρυθμό,
βουλιάζω παραδομένος
σε μονοπάτια παράνομων αχών



II ΜΑΓΕΜΕΝΟΣ ΑΥΛΟΣ

Έχεις απόψε
τους άνεμους κλειδώσει.
Πώς δεν δακρύζει
τώρα η βροχή;
Χαμήλωσες τη γη
λίγο πιο κάτω απ’ τον εαυτό σου
και λάτρεψες
ένα σπασμένο όστρακο
έξω απ’ τον πλανήτη.
Εγώ, δεν είχα φτάσει
ποτέ τα καλοκαίρια.
Εγώ, το χάραμα
γυρνούσα μοναχή.
Μαχαιρωμένα όνειρα
σταλμένα από τ’ αστέρια,
έτσι βουβά πνιγήκαμε
μεσ’ στη νεροποντή.
Τώρα ο χρόνος,
μαγεμένος αυλός,
πλαγιάζει μαζί σου.
Και θρυμματίζομαι αργά
μ’ ένα φιλί σου
στων παρανόμων των αγγέλων
το βραδυνό χορό.

Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ

Έτσι λοιπόν μικρό μου
με κάρφωσαν με χρυσά καρφιά
σ’ έναν πυρωμένο τρούλο
Και κλαίνε τα αλόγατα
π’ από νωρίς ξεκίνησαν
την πόλη την απόρθητη να βρουν
να τιθασέψουν.
Σαν κάτι να σαγίνεψε
την τολμηρή καρδιά τους
Σαν κάποιος να τους σφύριξε
κρυφά μέσα στη νύχτα
Σα να τους έκλεισε το μάτι βιαστικά
το θλιβερό φεγγάρι.
Κι από νωρίς ξεκίνησαν
κλαμένα τα αλόγατα...

Μια πόρνη στέναζε βαθιά
στου σκοταδιού τους δρόμους
Κι άπονη
η φτερωτή η σάρκα του καιρού
Λιοντάρια πνιγμένα στη βροχή,
των άπιστων τα βράδια να ξεσκίζουν
Κι ένα όνειρο•
σα φτέρες
να πλευρίζουν την ψυχή μου
να σέρνουν τα σεντόνια της αμαρτίας
στις σκόρπιες τελειωμένες εκστάσεις.
Λέξεις ωραίες
κι αυτές οι μακάβριες απαντήσεις
που πονούν

την κόψη του μαχαιριού
και δίνει φτερά
στα γυμνά πόδια μου.
Και καρφωμένη
με χρυσά καρφιά,
αδάκρυτη
λούζω τη γαλάζια φορεσιά σου.
—Πράσινη νεράιδα χορεύει
σε χλωμά περιβόλια.

Μη με ξεχάσεις

Τις άτολμες χειρονομίες μου
στη δυτική συντριβή
των περαστικών πουλιών
μη ξεχάσεις.
Κι όταν ορίσουν τις κραυγές
μ’ αδέξιο περίγραμμα
και μια εικόνα λεμονιάς
με γέρικα κλαριά, είμαι
και καθρεφτίζομαι
και θρυμματίζω σ’ έναν άλλο κόσμο
την ψυχή μου
και σου προσφέρω
αθάνατες εκστρατείες
ονειρεμένων ημερών
κλείνω
και βρέχομαι
και σε βρέχω,
μη με ξεχάσεις...

ΑΠΟΥΣΙΑ ΑΠΟΨΕ

Τα κύτταρά μου
κατάπιναν τη σκόνη
κι έφερναν
την κοραλλένια όψη σου
σε γέφυρες
νοσταλγικού μυστηρίου
κι αναπετάριζαν
καθάρια τη λάγνα μορφή σου
σ’ απέραντους ουρανούς.
Κι όπως
τα πουλιά σεργιανούσαν στους κόσμους,
σεργιανούσες μαζί τους...

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

Το μοιραίο λάθος

Αχόρταγη ερωμένη
γαλάζια Θάλασσα
μπήκα με πάθος
στο κορμί σου
και με ναυάγησες...

Δεν έμαθες ποτέ
να χορεύεις στα κύματα

Στη γυαλισμένη επιφάνεια
που γύρεψες ν' αγγίξεις
εκείνη με τα τατουάζ
και το μισοφόρι
μαραμένο πέος
σε ναυαγεί

Δεν έμαθες ποτέ
να χορεύεις τον έρωτα
ναυάγησες

Τ' αγρίμι της στέπας
όταν διψάει
δε λικνίζεται
Ξεσκίζει και ξεσκίζεται
να πιεί νερό

Και το νερό
δε βρίσκεται σε βιτρίνες
πολυτελών καταστημάτων
Αλλά στου πάθους
τον ανώνυμο χυμό

στην άρνηση

Κλειδώθηκα
έξω απ' της αμαρτίας σου την κόλαση
Εγώ
ο εθισμένος στο μεγαλείο των παθών σου
Κόχλασε όμως η ορμή μου
και κατάφερε να εισχωρήσει
στο κορμί σου
απ' το φαράγγι
των στεναγμών σου

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Να φύγω!
Δεν έχω πόδια
θυμάσαι τότε που
μ' αχρήστεψες τρένο;
Να πετάξω!
Δεν έχω πόδια, δεν έχω φτερά
θυμάσαι τότε που
μου έκλεψες την πτήση;
Να λησμονήσω δεν μπορώ
- Μαρμάρωσε ο νους
Δεν έχω μάτια, δεν έχω παλμό
θυμάσαι τότε που
με φυλάκισες στο όραμα;
Πέθανα κιόλας.
Απρόσωπη νύχτα
Στο μάτι του κυκλώνα
σκουριασμένο στόχαστρο πολέμου παγκοσμίου
Μεταναστεύσεις
με άδεια όνειρα
Ρωγμές
σε σπασμένα γραμμόφωνα
Κουρδίζω την καρδιά μου
μήπως μπορέσει να τραγουδήσει
Ήρθατε σκιές μου ξανά!
Καλησπέρα

Ο χρόνος με πληθώρα μικροβίων
με συναντά καθυστερημένα
Ρέει χολή
στον κατήφορο
των οραμάτων μου
Ξενιτεύομαι
για λίγο γαλάζιο πελαγινό
Κουρδίζω το μυαλό μου
να ονειρευτώ πάλι
Η πόλη μου στενεύει
και τα καράβια έχουν ρεπό.
Σήκωσε απ' τη Στιγμή
το αιώνιο πορτραίτο του αθέατου
και χάραξε στη σάρκα μου
τον παλμό του ονείρατός σου
Ματωμένη τελετή
σε μια αρχέγονη λατρεία της έκστασης
των αγριμιών.
Γλίστρησε η καρδιά μου
στο χάος του μυαλού μου
Σκόνταψε σε μένα και
σκάλωσε στο κενό.
Μια πεταλούδα
σφράγισε τα χείλη μου.
Τα παιδιά τυμπανίζουν
τη ήττα μου
Αιώνες μαύροι σε τάφους ερώτων

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Στην αποσύνθεση ιστών
του εγκεφάλου μου
το σύστημα της διανόησης
μετρήθηκε ισχνό
Στάθμη χαμηλή
της θαλάσσης
με αρκετή αρμύρα
στα ισχνά ισχία
των γερασμένων βράχων.
Μες στις ρυτίδες μας –
οι βράχοι και ΄γω,
έχουμε υποθηκεύσει
το παράταιρο πορτρέτο μας
Αν και οι πόλεις μας,
κάστρα ιπποτών,
φιλοξενούσαν πάντα
εξαίσιους μαέστρους.
Όμως,
η σύνθεση βρέθηκε ισχνή,
με αισθητήρια όργανα
διαστημικής ανίχνευσης
και, μάλλον, προηγμένου χρόνου
των ημερών της ολοκλήρωσης
Μινιατούρες εξιλέωσης
κεραυνοβολημένων περιβολιών.
Τ’ αρχαϊκά οστά –
αποκαλύφθηκαν ωραία
στην τελετή της αναστήλωσης
των Ιδεών
Διακλαδωτές ακτίνες
λησμονήθηκαν.

Σε στερεότυπα υποθέσεων ρομαντικών,
μέσα σε ιστούς αποσυντεθημένους
πώς θα οσμίσω, λοιπόν, το κύμα;
Που έρχεται
ορμώμενο
ορμήν διθυραμβικήν;

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Απροσπέλαστος
απρόσιτος
ακέραιος
εσωστρεφής
Και μια τεντωμένη λέξη
στο χάραμα του νου
- ανάμεσα στο «πρέπει» και
στο «έτσι»
Σ’ ένα γιατί – ξίφος
στο γρίφο της ζωής πορεύτηκα
μασκαρεμένα.
Γλίστρησα,
αρπάχτηκα, σηκώθηκα
Γνωστά, σκυφτά σύρθηκα.
Αν κοιμηθείς,
θα βάλω φωτιά στο αμπάρι
ξεχειλισμένα μπαούλα να κάψω
Σ’ ένα αχ! Να φωτίσω το πλοίο
που έφυγε κρυφά χωρίς
να βογκήξει η σειρήνα του.
Πίσω στο νησί,
οι άνθρωποι είχαν ξεχαστεί.
Έτσι λοιπόν,
αρώματα πορνών
Ήχοι ντροπών
Το σκοτάδι.
Σουρσίματα ερπετών
Ξεφτίσματα ρωγμών
Χυδαίων χορών χαρίσματα.
Έτσι λοιπόν, ιστορίες εποχών
σε μπουρδέλα λιμανιών
ξεγυμνώθηκα – αντρώθηκα
Ομοφυλόφιλων παιδιών
ευνουχισμοί ψυχών
Ολονυχτίες παρελθόν
και ερμαφρόδιτων λυγμών
Μελών τεμαχισμένων κοινωνιών
Παγίδες στενωπών, τριγμών,
Μεσάνυχτα!
Γνωστά, σκυφτά
Σύρθηκα μασκαρεμένα
Αρπάχτηκα, σηκώθηκα να
Φωτίσω το πλοίο
στο γρίφο της ζωής!…

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

Στιγματίζει τα πέταλά μου
με την υγρασία του
και βουίζει μετά
στ' αδειανό μου κρανίο
"Να πονέσω" λέει "την αδιόρατη μανία,
μήπως χωρέσω στων αμπελώνων τα δάκρυα".
Ύστερα στροβιλίζεται κοιτώντας
τη φωτογραφία του φοβερού τυφώνα
και μάχεται έναν ανυπεράσπιστο
κρυφό πόθο.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

Έπαιρνα την τελευταία δόση
από ΄να καμπουριασμένο σύννεφο
που κοιτούσε πάντα τη γη
Κι έμεινα στεγνή
με μια παλινδρόμηση
π' άφηνε τη σιγή να κλαίει
στην άγρια ακρογιαλιά,
με δυο κύματα
να πνίγουν τη διψασμένη λαγκαδιά μου.


Σκάλισες τον απόηχο
με τη σμίλη του φιλιού σου.
΄Ετσι όταν είδες τον έναστρο ουρανό
έκανες κόμπο τη μιλιά σου
και την πέταξες με βία
στ' ανάθεμα του χρόνου.


Εσύ ζωγραφίζεις στ' όνειρο
την αστροφώτεινη ανάληψη της φαντασίας.
Δε μιλάς. Μόνο ξυπόλητη αναταράζεις
τη λευκή σιγαλιά της πορείας.
Κι έτσι όπως έρχεσαι
απαρχής του κόσμου
μυρίζεις άνθη αρχαγγέλων
Γι' αυτό μπροστά σου θα κλάψω
Το δάκρυ μου να πάρει τ' άρωμά σου.

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

Η παιδεμένη σιωπή μου
γκρεμίζεται στον ύστατο καταρράχτη
Σουρίζουν οι σαύρες στων ατερμόνων μυστηρίων
τις φυλλωσιές.
Άλαλο το κορίτσι συννεφιάζει
στο τελάρο του ζωγράφου
Σειρές τα ταμπούρλα
σπασμένα τα βιολιά.
Η σιωπή μου μιλάει με τον ύστατο δείκτη πορείας
Των απόντων βουές
το κορίτσι βελάζει
Στ' αλλοπρόσαλλα πέρατα
των τιτάνων σκιές.

Μικρέ μου
όταν το θέμα μπορέσεις ν' αναπτύξεις
η λάβα ίσως ξεχυθεί.



Πάνω που άνοιξαν οι ουρανοί
οι ζημιές στεγανές
και το κρύο πολύ
καμένες οι ρίμες κι οι προστριβές ζευγαρώνουν.
Τα μάτια σου φέρνουν της θάλασσας τα κύματα
Για πες μου, τώρα πώς θα συννεφιάσω;
Στα μπαρ των μοναχικών συνδιαλέξεων
αυνανίζεται η ώρα των στερνών αντιφάσεων.
Γι' αυτό τραγούδα
Μου θυμίζεις τη βροχή.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

θα ΄μαι για πάντα
μια σπασμένη βεντάλια στα χέρια του δειλινού
Μπροστά σ' ένα κουτσό καβαλέτο
θα κιτρινίζω τη θλίψη μου
και θα κρύβω πίσω απ' το δάχτυλό μου
τη μεγάλη τρέλα του μυαλού μου
Μέσα σ' ένα πανουκλιασμένο καθεστώς
σύντομων απολαύσεων

Και τα μάτια μου
παράταιρα είναι
Το ΄να λίγο λίγο χύνεται
στη βρώμικη σφαίρα του καιρού
Και τ' άλλο ασάλευτα τουφεκίζεται
στη γη των οριζόντων.

Επικαλούμαι την ανάσταση
των ταραγμένων συνειδήσεων
Ξαφνική βροχή τ' απομεσήμερου
τρομάζει τις ζοφερές ανταύγειες της αμφιβολίας.
Διαβαίνει ο απέθαντος το μονοπάτι
της αιώνιας σφαγής
Θα ΄ναι τα σημάδια του
έκτακτα δελτία ειδήσεων
Συνουσίες σατανικές κι ανήλεες
Πεισματωμένες νεκροκεφαλές.
Σκίζω ορέξεις κι ανάβω φωτιές
Σπασμένοι καθρέφτες
χυδαία ουρλιαχτά και αίματα
Τυλίγουν το σώμα μου ερεθισμένα φίδια
ταυτόχρονα δαγκώνουν το πιο διψασμένο σημείο
στο βάθος του κορμιού μου.
Τότε ανοίγουν οι σάρκες μου
και χύνονται στην έρημο
κάτασπρα λάφυρα κάτω απ' τον ήλιο.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2008

Αγίας Παρασκευής,
στου Μπουρναζίου το πλακόστρωμα
εδώ που έδωσα ενέχυρο την ψυχή μου
κι άργησα να επιστρέψω τα αργύρια,
για ν’ αγοράσω ένα γέλιο,
δεν κρέμασα το κουφάρι μου
σε μια απ’ τις τέντες των «καφέ»
Έχτισα μόνο τόξο ουράνιο διακοπτόμενου φωτός
πάνω απ’ τις ουρές θαμώνων στο
«Ο λα λα» sex show, υπνοβατών νορμάλ
και παραλογικών λιγούρηδων.
Έχτισα κι είδα όνειρα,
όταν τσάκιζα τα οστά μου,
βυθισμένη στο όραμα,
σε τραπεζάκια, ας πούμε, ρομαντικά,
ανάμεσα σε υποπροϊόντα χάους
Δρόμοι φίδια,
που τους διάβηκα χιλιάδες φορές•
πότε σε Τράπεζες, κρανίων αδειανών υποθηκοφυλακεία,
πότε σε κίτρινους φακέλους ψάχνοντας κωδικούς εταιρειών,
μ’ εταίρες βροχές που ξεγελούσαν
την έρημη σάρκα μου, αποκομμένη
απ’ το βάναυσο μεγαλείο των γραφιάδων
Επιπλέον,
χάραζα τις ασφάλτους
με τα τύπου στρατιωτικά μποτάκια μου
και τις αλυσίδες, που μάτωναν τους αστραγάλους μου
Κι έγραφα ρυάκια ματωμένα
για ένα κομμάτι ψωμί
στο πεινασμένο μου στομάχι.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

Η λήθη είναι ο οριστικός θάνατος

Γι' αυτό χρέος έχουμε να διαιωνίζουμε τις μνήμες, αυτών που δε δίστασαν, που δε δείλιασαν, που πίστεψαν την Άλλη Κοινωνία ότι μπορούν να θεμελιώσουν.


Τιμή στους ήρωες νεκρούς του Πολυτεχνείου!

Ακολουθώ
την περιφορά του χρόνου
γύρω απ' την πόλη
Γύρω από την Άγια Πύλη
της καγκελόφραχτης αυλής
των Αθανάτων -
Μικρών Μεγάλων Εραστών
της Αυγής
Κρατούσαν ένα σύνθημα
στ' αφίλητα τα χείλη τους
Μια ευχή ακούμπησαν
στα στήθη της σελήνης
Για ένα όραμα λευκών περιστεριών
τους μάτωσαν
Τους άδειασαν, άχαρα μετά
στο παγωμένο τσιμένο της πόλης
Τόσο άπιστη
γι' αυτούς η πόλη!
Μια πόρνη ερωμένη που
λήστεψε τα νιάτα τους

Εκείνο το βράδυ
δεν υπήρχε πάλι ο θεός
Εκείνο το βράδυ που
καταιγίδα αίματος
έπνιξε το όνειρο

Κι οι νέοι πλάγιασαν ματωμένοι...
Για πάντα!...

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Το δωμάτιο ήταν γυμνό – όπως το κορμί σου.
Το κεφάλι μου ανάγλυφο στο ταβάνι των ονείρων σου.
Κι όμως, πού ήμουν εγώ;
Συνεχίζεις ακόμη να ψάχνεις,
γαζώνοντας το βραδινό σου φόρεμα για τη γαμήλια δεξίωση.
Το κρεβάτι σου το ονειρευόσουν μια ζωή, άνω κάτω.
Να σερβίρεις την ένταση σε από πλατίνα δίσκο.
Κι όμως, πού ήμουν εγώ; Έλεγα. Κι έλεγες, να ψάχνεις
μέχρι το βράδυ.
Κι ενώ σκεφτόσουν τις ειδήσεις των οχτώ
το τρένο πέρασε ακριβώς στις οκτώ.
Ανάμεσα στα πόδια σου, έγινε σεισμός,
είμαι εγώ, που βυζαίνω το αιδοίο της καρδιάς σου.
Ο νεκρός
έδιωξε με μανία
τη χρυσόμυγα απ' το πρόσωπό του,
μου έστρωσε τ' ανάστατα μαλλιά,
μ' έπλυνε μ' ανθόνερο
και μ' έβαλε να καθίσω
στο παράθυρο του Νοτιά.
Ένα κύμα πιτσίλισε
το ματωμένο μου πουκάμισο.
Ένας γλάρος κουτσούλησε
το δειλινό μου βλέμμα.
Μια αράχνη έπλεξε στα βλέφαρά μου
κουρτίνες.
"Μίλα αδερφέ!" Μου φώναξε ο νεκρός
"Σα σκοτωμένος φαίνεσαι".

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

Ε Ν Α Β Ρ Α Δ Υ

Έβρεχε πατρίδες,
χάρτινες ασπίδες,
λαών παγίδες –
και σάπια δόντια
Παγίδες
μυαλά αγγέλων,
πυξίδες παγίδες
μ’ ενοχές της νύχτας
ματωμένες ακίδες.
Έρεβος κι οργίων μνήμες
φωταχτίδες παγίδες,
μάταιες φιλήδονες ελπίδες,
κίτρινων περιβολιών με μαργαρίτες
Κι ερημίτες θύτες,
τεχνητοί νοήμονες,
απύθμενων θαλασσών δύτες,
παπύρων σελίδες
ιστορίας παγίδες.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2008

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ


Η κραυγή μου γυρνάει,
γερνάει
κι ανακυκλώνεται.
Ονείρων πειρατές θερίζουν,
τρίζουν,
Με αίμα ξεπλένουν και
κουρσεύουν
στα μονοπάτια του μυαλού μου
αντρειεύουν.
Αν δουν τον ήλιο πεθαίνουν
σε μια στιγμή.

Μολύνουν,
διασύρουν τη σκέψη μου.
Σ’ είχα ΄δει ένα πρωί
κρυφά
μέσα απ’ το παραθύρι σου.
Η κουρτίνα στο πλάι κι εσύ
γυμνή
φτερούγιζες στο γύρω του πλανήτη!
Δίχως σκιά, δίχως κραυγή,
γυρνούσες στον πλανήτη.
Ανέπαφη!
Σε ζήλεψα
Φτερούγισα κι εγώ.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

Άφησε να καλπάσει στα χέρια σου
τ' αλαβάστρινο άλογο της σιωπής
Μ' ένα γλυπτό χλιμίντρισμα
στην απογύμνωση της καρδιάς
Να σαγιτέψει την απροσδόκητη ευαισθησία
των κορμιών
Τον ασυγκράτητο χείμαρρο
των παθιασμένων βλεμμάτων
Βρεγμένες κραυγές αποστροφής
καταιγίδες, κριτικές κι απόψεις.
Εσύ Γαλήνη με βροχερά τα μάτια
πίσω απ' τις τριανταφυλλιές.

Άργησες ν' ανοίξεις το παράθυρό σου
Τριζοβολούν τα σάπια σανίδια
Μια φλούδα από φεγγάρι
σκότωσε την κρυφή μου έκφραση
Άγγιξε ο αποσπερίτης τα στήθια σου.
Χρόνια πολλά!
Γιορτάζουν τα σύμπαντα
και ζηλεύω.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

ΑΛΟΓΟΣ ΟΙΚΟΣ

Αφορμώνται
φλόγινες σκέψεις
στην πόλη των αχρείων.
Σήμα κινδύνου,
η νωθρή ατμόσφαιρα
ξαφνιάζεται
στην πόλη των θηρίων.
Χλωρά καιόμενα πλάι σε
ξέρες ερήμου,
Νυχτιάτικη υπόθεση
δίπλα σε μέρες
ασάλευτες,
μάλλον παραισθησιακές.
Τυφλοί σκώλικες παιανίζουν
στο νου μου
Στο βιολογικό εγκέφαλο
του υπολογιστή μου
Εφορμούν
στα κύτταρα των
νευρώνων μου
Καίουν της ψευδαίσθησής μου
ανατολές
Κοιμίζουν τον ύπνο,
τον απόλυτο ονειρευτή!
Μετά,
πλάθουν φαντάσματα σε
σκοτεινό διάδρομο, σε
κελιά αγριμιών.
Μάθε,
υπάρχουν άνθρωποι σκιές που
δεν κοιμούνται ποτέ!..
Πηγαίνουν
Έρχονται
δε φτάνουν πουθενά
Μπορεί να βρυχώνται στο
ταξίδι τους
Μπορεί να λαλούν
στην απόγνωση
Μπορεί να ξύνουν τον τοίχο τους,
να ματώνουν.
Ημερεύουν με σύριγγα
Με φαρμάκι ημερεύουν
Με μαύρο εντυπωσιάζουν τους
θλιβερούς επισκέπτες
στον άλογο οίκο.
Του θεού αποστάγματα,
στάχτες,
μιάσματα συφιλικών αντιπαραθέσεων με
την πόλιν των αχρείων.

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2008

α φ ι ε ρ ω σ η Τ η ς Β ρ ο χ ή ς

Ημίθεο με είπαν οι θνητοί
Έρωτας είμαι
Πάντα λανθάνουν όσοι
φοβούνται να λυτρωθούν

Για αποδράσεις δε μιλούν
αποστρέφονται το σύμπαν
Βροχή!!! Ομπρέλες έγχρωμες
τους στερούν την έκρηξη

Ο φόβος τους γέρνει
τρυπώνουν στα λαγούμια τους
Σκιές, όλοι ίδιοι, ανυπόφοροι

Αγάπη μου, βροχή μου εσύ
Φωτιά σου εγώ,
Νεράιδα ήσουν
της περασμένης μου ζωής

Μισώ το φόβο τους
τις έγχρωμες ομπρέλες

Ανάμεσα σε πτώματα
πτώμα
αρχίζω την εξόρυξη

Θα αποδράσω γυμνός
να με βλέπουν ματωμένο
κι ενώ θα γατζώνομαι στη φωτιά μου
θα πίνω τη βροχή σου
Θα σε κοιτάζω στα μάτια
θα σε τυλίγω μέχρι
να λάμψεις

Να με πονέσεις
να εκραγώ
πυροτεχνήματα στο άγνωστο διάστημα

Κι ύστερα,
ενώ δεμένος εγώ στο άξεστο βουνό,
με την καρδιά πυρακτωμένη
μέσα στα ουρλιαχτά του οργασμού
να χορεύεις γυμνή παραίσθησή μου
δείχνοντάς μου την όαση
της άγριας ομορφιάς σου!
Τότε θα πω: Τελείωσα κι Αρχίζω!
Μες στη βροχή
Έρωτας είμαι.
ΑΠΙΑΣΤΗ ΝΟΤΑ

Σαν άλογα χαμένα στη βροχή,
στην ανάστερη νύχτα
τυραννισμένα σώματα,
σπιθοβολούν αλόγιστα
τους στεναγμούς του σκοταδιού.
Κι αναστηλώνουν τους πεθαμένους θεούς τους
σ’ ένα κουρσεμένο σπήλαιο.
Τα νεύρα των αγγέλων
ήταν πλεγμένα
μ’ ένα πεφτάστερο άπιαστης νότας,
σ’ ένα αιχμηρό σφύριγμα
του α ι ώ ν ι ο υ.
Δολερέ συκοφάντη
πώς πονάς.
Στη φλόγα των ματιών μου
φλέγεσαι!...

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

Πρόβα θανάτου
εδώ που σιωπούν οι ψυχές
στα βήματα δαιμονισμένων φερέφωνων,
εδώ που τινάζω το μυαλό
στο γύψινο προσωπείο σου.
Αυτό το βράδυ
θα βρέξω το κορμί σου
με το σπέρμα μου.
Είναι νοτισμένη η ματιά σου.
Έρχομαι μόνος.
Δώσε μου το κορμί σου
να δημιουργήσω
και την άλλη ζωή.
Θα με πάρω μαζί μου
στην απέναντι όχθη.
Θα σκουπίσω το αίμα
απ’ του μαχαιριού την κόψη,
έτσι που,
τίποτ’ άλλο από μένα
μην πάρεις.
Μόνο να χάσεις
την πρόβα θανάτου.
Στην άλλη ζωή θα ταξιδέψω
με την ψυχή σπαρμένη
με κομμάτια σάρκας καμένης,
για να βρω τα πελάγη των ματιών σου
στους μύθους των αιώνων.
Τώρα,
χτυπιέται ο ποιητής
σε βράχια – εραστές ωκεάνιους!
Μπορώ να τρελάνω τις σειρήνες
με τα τραγούδια μου.
Μπορώ να θάψω το ψέμα, την πλάνη.
Μπορώ να λυγίσω το ατσάλι!
Εγώ φέρνω Επανάσταση!
Με παγίδευσαν. Ο νους μου• φίλος μοναχός.
Αν δραπετεύσεις, έλα!..

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Ο χρόνος τρέχει
Πάνω στις σάρκες, ρωγμές
Στις ψυχές, τραγικές ράγες τρένων


Θέλω να είσαι καλά!

Άκου, εγώ εντοπίζομαι ακόμη
Στο μετέωρο,
να μαδήσω μαργαρίτες δεν μπορώ
Όμως, σκουριάζω
Για αντίκα χαρίζω την παιδικότητά μου
Σε θεραπευτήριο μικρών κατοικίδιων
μοιράζομαι την ασπλαχνία του καιρού
με υπό το μηδέν θερμοκρασία
στη ρίγα του Κέλσιου ή,
ίσως και σε τήξης βαθμούς.
Παρ’ όλα αυτά,
οριστικά και αμετάκλητα,
εγώ είμαι
κι είναι κι αυτοί.

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2008

Ναι, ήταν μια ωραία περιπλάνηση
Εγώ, δίχως όραση κατάφερα να δω!
Με μάτια που έφερναν χάος αρχέγονο
και δάχτυλα επιδέξια ζωγράφου τρελού
υπόταξα τη φωτιά
Σαν αετός ζύγιασα τα φτερά μου
στο φλεγόμενο όραμα γυναίκας, δαγκωμένης ντροπής
και πότισα το διψασμένο άλογό της.
Δαιμονισμένη στιγμή που, λάτρεψα,
δίχως να λατρευτώ,
για όλες τις ζωές!

Βράδυ, ώρα 22: 29, Δευτέρας- καταραμένη μέρα
Η πρώτη απ’ αυτές των Διεστραμμένων Δημιουργιών του θεού
Ένας σοφός κάποτε είπε: «Ο Παράδεισος έχει το χρώμα των τρελών
Που έριξαν την πρώτη μαχαιριά τους στην καρδιά του θεού
κι ύστερα με ματωμένη την κοψιά ξερίζωσαν τα γεννητικά τους όργανα
για να γίνουν γητευτές των κυμάτων κι εραστές του παντός!»

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2008

Η Μάχη

Κουφάρια αλόγων πλέουν
στον ουρανό μου
μέσα
στης ονειροφαντασίας μου τον πλούτο
Η μάχη δεν έχει ακόμα χαθεί
κι οι πολεμιστές μου απλώνονται
στο υπερπέραν των παραισθήσεων -
μηδέν κι απόλυτο για ιδία χρήση
Δεν υπάρχουν ντόπιοι μήτε αλλοδαποί
χαρακωμένοι μόνο
προς εύρεση σε σταυρόλεξα για μικρούς
Άσπρο και μαύρο ιδανικότητες
για παρουσίαση ποιητικής συλλογής
σε χώρο καπνιζόντων που ευωδιάζει αλκοόλ
Ήταν κόκκινα τα μάτια σου
δεν άντεχες τον καπνό
Γνώριζες ότι είχες έρθει από άλλον πλανήτη
δεν ντρεπόσουν
Έδειχνες την ανοχή και πλήρη κατανόηση
Γνώριζες, επίσης, ότι βρισκόσουν σε άσυλο ανιάτων
Σε σελίδες ερωτευμένων, προς γνώση και συμμόρφωση
Ο βασιλιάς, ακόμη, γνώριζες έμενε πάντα στα μετόπισθεν
με τη σκέψη του προσηλωμένη στην επέκταση
Έτρεχα σημαδεύοντας κάτι απ’ τον άνεμο
και πήρε να βρέχει.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

ΠΡΟΔΟΣΙΑ


Γυαλιά το μυαλό μου σπασμένα
από βάζο πορσελάνης
στο δάπεδο της έξοχης κατοικίας σου
κάποτε
Στο κέντρο του κρανίου μου
που κομμάτιασες στον τοίχο των συνόρων μας
κάποτε
Από ‘κει εσύ
κι εγώ στο κρίμα
Σε μιας ίσως αμαρτίας το περίφραγμα
Εκεί που στερέωσα το περιτύλιγμα
της καρδιάς μου
Όταν φτερούγισε ο ήλιος του έρωτα
πάνω απ’ το γεννητικό σύστημα
του συνόλου μου
Έριξα στις τσέπες μου τρίματα πορσελάνης
Στις τσέπες του τζιν
που για σένα ξεθώριασα σε θαλασσινή αρμύρα
Λούφαξα τις φλέβες μου στη νωπή γωνιά της φυλακής μου
Έσκισαν τις παλάμες μου θραύσματα του βάζου σου
Χάραξες τους ιστούς μου με τις ορμόνες σου
Γυαλιά το κρανίο μου
αλλά,
ψευδαίσθηση λίμνης
σε χειμωνιάτικη ερημιά.
Μίλα αργά, όπως αργά τα βήματά μου
Εδώ που δε βλέπω το φως
Γιατί, σε κάποιες γωνιές
λησμόνησε ο θεός τα παιδιά του
Μόνο άσπρο,
νεκρικό άσπρο
δίπλα σε πέπλο θλιμμένης νύφης
ένα βράδυ στην άκρη του βράχου
Εκεί που σπάνε τα κύματα
και τα γυαλιά του έξοχου βάζου σου
διαθλούν το όνειρο παραμορφωμένο
σε λευκούς διαδρόμους
φίδια γεμάτα φονικό υγρό
που χαιρέκακα χύνεται
στις ιδρωμένες μου φλέβες
Έπεφτα βροχή
Χωροταξικά οι προθέσεις μου
στιγματίστηκαν παράνομες

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008


Καιρός ανυπόφορος
να με σημαδεύει με σκιές
Και μάτια, μαύρες τρύπες
Κι εκεί χάνεται ο χρόνος,
ενώ εγώ σ’ αγαπώ πιότερο.
Με ρούχα κουρέλια
και φθαρμένες παντόφλες
αποθηκεύω ρίμες στο δίσκο του μυαλού μου
για να σε κάνω ύμνο στη λογική των τρελών,
που έσπασαν τη σιωπή τους
στον παραλογισμό μιας νεροποντής.

"ΠΕΣ ΜΟΥ Χ Ρ Ο Ν Ι Α Π Ο Λ Λ Α,

ΣΗΜΕΡΑ ΘΛΙΨΗ ΜΟΥ ΓΙΟΡΤΑΖΩ"

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Δραπέτευσα απ’ το άπειρο
με κραυγή ουδέτερου
στα σιδερένια χείλη μου
Κράτησα το απόλυτο
στα θεϊκά μου οράματα
τώρα συγυρίζω τα σκουπίδια μου
στον οργισμένο κύκλο του ορατού μου.
ΑΡΓΗΣΑ


Ημιμαθή τεμάχια συναρμολογώ
σε σχολική παρέλαση να πρωτοστατήσω
με πνεύμονες υποταγμένους
σε οχτώ μιλιγκράμ πίσσας
και μονοξείδιο του άνθρακα.
Περιστρεφόμενος εγκέφαλος,
Γη του Πυρός,
σ’ ελεεινά σοκάκια πανορίζοντα,
θαλασσινή ποδιά με κεντημένα νερόφιδα στις τσέπες.
Καθυστερημένος γλίστρησα
σε ρωγμές συναισθημάτων
και
ψυχικών διαταραχών
αφυδατωμένα χείλη.
Έπηζα αιώνες,
επιζών σε κενό αέρος
με μπουκωμένο θερμοσίφωνα,
καυτές νεροποντές κάτω απ’ τα πέλματά μου
Στον πειραματικό μου σωλήνα εθεάθην,
από τους τρεις μάγους με τα δώρα, μια νύχτα,
εκατομμύρια χιλιόμετρα απόσταση από τη Βηθλεέμ.
Κι είχα λησμονήσει να ομιλώ.
Χωρίς βαρύτητα σώματος αστρικού,
με άχρωμο περίβλημα,
Αντλούμαι ντροπή –
χολή που εξανεμίστηκε
ορώμενος τα μάτια σου.
Κι αγγίζοντας με τα ακροδάχτυλα φως ιλαρό,
μετά˙ φωτοβολίδων υπεροχή
πάνω από κακοχρησιμοποιημένα γκαζάκια στη βροχή,
κάπου χαλάζι
Κάπου βροχή.
Κάπου φωτιά… Σκέφτομαι…
Λέω ν’ αρχίσω επιτέλους το χορό!

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

Της τρέλας τα σημάδια
είναι φανερά•
το δαγκωμένο απ’ τα χτες χείλι,
η φωλιά του κούκου
στα χέρια των άδειων πρωινών,
αυτή η αλυσίδα στο πόδι της φωτιάς,
το φεγγάρι κρεμασμένο
στ’ αριστερό τ’ αυτί
κι εκείνη η βαθιά ουλή
πάνω στην καρδιά.
Με ξεριζωμένα σπλάχνα
γονατίζω στη γη και βυθίζομαι
στο τέλος...
*****************

Θα συλλάβω
των πουλιών το λαμπάδιασμα
με την πύρινη γεύση
της σελήνης στο χάος
που αόρατα στην καρδιά σου φώλιασε
Και κούρσεψε το στήθος σου
και ερωτικά τυλίχτηκε στη φωτιά σου.
Και μου ’ταξε η μοίρα
με καμένα χέρια
να συλλέγω πετρώματα
θλιβερών ηφαιστείων.
******************

Πλησιάσαμε
σ’ επαύλεις θριάμβου
Αφρίσαμε
στους ουρανούς της λύτρωσης
Αδράξαμε τους ήχους.
Στα βιολιά
έμειναν μόνο οι δαχτυλιές.
Και ρημάξαμε
Ραγισμένες Μητέρες
την ώρα της συγκομιδής...
********************

Μια τσιγγάνα στιγμή
σχηματίζει τα ρεύματα των εποχών.
Χαϊδεύει τις έλξεις
με τα κούτσουρα των αιώνων.
Στο πανδοχείο της φυγής
τ’ ανημέρωτα μάτια σου...
********************

Όταν άνοιξαν οι ουρανοί
κι οι πλημμύρες στον κόσμο
έπνιξαν τις δικές σου μανόλιες,
ξέχασες να κλείσεις το συρτάρι
με τα καμένα χειρόγραφα.
Κι εγώ που πάλεψα χρόνια
το κοραλλένιο γεφύρι για να στήσω,
με τη θαλασσινή βουή
σκυμμένη στην καρδιά μου
κι ένα μαύρο σημάδι
στο μέτωπο της ψυχής,
βρέθηκα ξαφνικά
πληγωμένη και μετέωρη
πασχίζοντας να ξυπνήσω
και τ’ άλλο πρωινό.

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Όχι φωνές!
Η ορχήστρα μελωδιεί ακόμη
στην άδεια αίθουσα,
όταν ο τελευταίος μαέστρος
κοιμάται γυμνός
πάνω σε κύματα άκαιρων ήχων...


ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Πουλιά δεν υπάρχουν πουθενά.
Κεραμωτή η προσπέλαση
κι αφώτιστη η συντροφιά σου
Με δυο νυχτερινές ειδήσεις
χωρίς ενδιαφέρον
Με δυο ξαφνικές απαλλοτριώσεις
χαμένου παρελθόντος.
Δεν υπάρχω.
Δεν υπήρξα ποτέ!
Η λύπη μου μετράει
τα χαμένα πουλιά,
ή τα σπασμένα κλαριά,
μιας ’μυγδαλιάς
π’ αγάπησα παιδί.
Ήρθα μόνο για να σβήσω
τη λάμψη
κάποιων πονεμένων ονείρων
με τέρατα και μουσικές σατανικές.

Ήρθα μόνο για λίγο
μες στο μυαλό τ’ αποσπερίτη
π’ άφησε να κυλάει το αίμα του
ως την πόρτα της καρδιάς μου.
Καρφωμένες εμφανίσεις
τοκετών κρυφών.
Παρθένες οι ματιές μας
οργιάζουν λυσσαλέα
στων κεραυνών το μεγαλείο.
Βουνά οι ψυχές και δε μιλούν.
Κι οι κοπέλες αρματωμένες,
σαν ευανάγνωστες
αρχαίες περγαμηνές,
διεκδικούν την ημέρωση
των χαμένων ηδονών.
Ψυχές κρατούσαν τη στάχτη
του παλτού μου,
κι ένα φτερό του ανεκδιήγητου
καπέλου μου
Ψυχές κρατούσαν.


Μια φορεσιά ξέχωρη
κι ένα μικρό μικρό καρφί
στ’ αριστερά του προσώπου μου.
Πες μου τώρα,
(τώρα πλημμύρισαν τα υπόγεια,
ακόμη και τα υπαίθρια σινεμά),
θυμάσαι ακόμη το παλιό μας θεατράκι
με την ανθισμένη άνοιξη;
Άνοιξα τον καιρό γρήγορα
και φοβισμένα.
Θ’ αφήσω πίσω μου τη νύχτα,
πάνω της να γέρνει ξεκρέμαστο
ένα παλιό μεταξωτό φόρεμα.
Θα κλείσω μια ερωτική κόλαση
στο τελειωμένο βιβλίο μου,
ν’ απορροφήσει
το δαγκωμένο χαμόγελο
μια αφρισμένη θάλασσα.
Κι εσύ τσιγγάνε χρόνε
θυμήσου,

θυμήσου το βοριά
και τα τρικυμισμένα μου βράδια.
Θυμήσου τα στήθια της
μ’ εκείνες τις βαθιές λαβωματιές.
Τα ουρλιαχτά κάποιων νεκρών
στις οργισμένες πλατείες.
Εγώ, που κάποτε, τα κύματα ήθελα
με πάθος να βυθίσω
στα νεανικά τα μάτια σου
έριξα το βλέμμα μου.
Κι ήξερα την πόλη
που θα σε συναντούσα.
Όμως προτίμησα να συννεφιάσω
μιαν αμυδρή χλομάδα
της φαντασίας σου
Γιατί οι κραυγές νυχτώνουν
μαζί με τα πουλιά —
εκείνα των ωραίων
ταξιδιάρικων ποιημάτων μας.
Μίλα λοιπόν με το φεγγάρι

Μίλα μαζί μου.
Είμαι βροχή από χρώματα
που έβρεξε μια μέρα το ουράνιο τόξο,
στων απελμάτων δειλινών
την κρατημένη ανάσα.
Γοργά διπλώνουν οι σιωπές
κι εγώ βυθίζομαι.
Σαν ναυαγός απελπισμένος
αφήνομαι στην αγκαλιά σου.
Ήμουν εγώ,
που ήθελα την πλάση να κοιμίσω
Να ονειρευτώ μαζί της
την άσπιλη ρεματιά σου.
Μ’ ένα σαρκασμό στο πρόσωπο
τ’ αποσπερίτη,
που βύζαξε η πρωινή μου έπαρση,
για να τελειώσω εδώ,
χωρίς φίλους,
ένα ποίημα που άργησε
να τονιστεί,

όπως εγώ το ήθελα
απ’ εκείνα τα μακρινά,
παιδικά μου όνειρα.
Αντικριστά κι οι δυο,
με άπειρη κι αδέξια λαχτάρα,
φτερουγίζουμε στη μυστική κρύπτη
των βέβαιων πατημάτων.
Όμως για δες•
ο άνεμος αφέντης των καιρών,
που λάθεψε και πάτησε
τη ζωντανή καρδιά μου,
πάνω π’ αρχίζει να χτυπά μουσικά
στου φεγγαρόφωτου τα λημέρια,
την τσάκισε
και άστραψε
κι έγινε κατακλυσμός!
Αφέθηκα να πλέω στα λασπόνερα,
μαζί μου το τσιγάρο σου
π’ άξαφνα άρπαξε η μπόρα
και έκαψε αυτά τα νέρινα μόρια,

που μπόχα και δυσωδία
κι ανάθεμα μασούσαν.
Γι’ αυτό
μη μιλάς για μεγάλα νυχτέρια.
Αραχνοΰφαντες στιγμές
θα ξεμπροστιάσουν την προδοσία
εκείνων που έφυγαν,
αναμασώντας χιλιοείπωτες κουβέντες,
εκείνων π’ ατίμασαν
τη χλωμή πασχαλιά.
Κι οι άλλοι, που διαβήκαν σκυθρωποί,
τις ανεξίτηλες τις σκέψεις
των καθάριων νερών,
τώρα κρατούν φωτοβολίδες —
έτοιμοι είναι
να γιορτάσουν στον πανικό,
ένα μικρό, ολάνθιστο λιβάδι.
Ένας πληγωμένος ημίονος
σάλεψε γοργά τα μπροστινά του πόδια
κι αλάργεψαν θαρρείς

κακοτυχιές και άλλα τέτοια,
που οι μανάδες σιγοψιθύριζαν
μαγειρεύοντας πρόχειρα
μια μασημένη βραδινή κουβέντα
έξω απ’ το χαμηλό παράθυρο
της κρεβατοκάμαρας.
Τα πόδια μου βουτώ
στην υγρασία των θεϊκών απαιτήσεων
και γρηγορεύω ένα ατίθασο πρωινό
με μια εκδρομή
στους «μικρούς του Παράδεισους».
Θέλω να πω ότι εγώ θυμάμαι! Πάντα!
...Ήταν Παρασκευή,
μπορεί και Σάββατο
κι άρχιζε μια καινούργια κόλαση
για μας τους πεθαμένους
με τις ξέχωρες φορεσιές
των ζωντανών
κρυμμένες δήθεν μυστικά
στα φλογοβόλα μάτια μας!

Θα ’θελα πολύ
μια φωτογραφία σου
ν’ αναστήσει το χρόνο,
στα κλεμμένα πεζοδρόμια
με τους σπασμένους σηματοδότες
Θα ’θελα να μεγαλώσω
κι εκείνο το μικρό μου όνειρο,
που άπιαστο πριονίζει
την άδηλη χαρά μου.
Μια ψυχική ουτοπία
των τρύπιων γεγονότων.
Οι αναθυμιάσεις των υπονόμων
που σακατεύουν αόριστα.
Κι έρχεσαι εσύ δειλά
και με κλείνεις
σ’ ένα υπόγειο σκοτεινό δωμάτιο
και ανατρέπεις
όλους τους νόμους της φύσης.
Κι εγώ άρχισα να τραγουδώ
για να μπορέσω επιτέλους ν’ αποδείξω

ότι και στο κενό
οι μέλισσες βουίζουν.
Κι εκείνη η μικρή χορεύτρια
όταν πλάγιαζε στο κρεβάτι μου
κρύωνε,
κι η μουσική ήταν τόσο δυσεύρετη
και τα κλειδιά σκουριάζουν
κάπου στο μείον άπειρο.
Θα ’θελα όμως μαζί
ένα γεμάτο πιθάρι με φύλλα λεμονιάς
να ’ναι αλλιώτικων εκδόσεων.

Κι όταν δραπετεύεις
ν α θ υ μ ά σ α ι.
Αόριστα σινιάλα
να μεταλλάζουν στο βλέμμα σου.
Θέλω να φαίνονται τα στήθη σου
μ’ εκείνους τους μικρούς ερωδιούς
που ζευγαρώνουν μιαν απόφαση.
Κι όταν αρχίζει η μέρα

ν’ αποφεύγεις
τις ύπουλες και καλοχτενισμένες στιγμές των δολωμάτων.
Για μας που προχωρήσαμε
έναν αιώνα τη ζωή
η ιστορία
ανοίγει καινούργιο κεφάλαιο.
Όταν δραπετεύεις, λοιπόν,
να ’ρχεσαι τα βράδια
Να πέφτει κατακόκκινο σεντόνι
στα μαλλιά σου
κι ο Πήγασος
να τρέχει στ’ ατίθασα βουνά σου.
Κι εγώ θα μαχαιρώνομαι.
Ξέφρενο το πλήθος θα ουρλιάζει:
« — Σταύρωσον, σταύρωσον!»
Σ’ ένα δειλινό,
που πανέμορφες εκστάσεις
θα στάζουν τους χυμούς τους,
τα δάχτυλά μου θα θέλουν

να σ’ αγγίξουν
όμως δε θα μπορούν.
Οι μουσικοί θα ζευγαρώνουν
στις αυλαίες των θεάτρων
Τα σπουργίτια θα χτυπούν
τα παράθυρα των ταπεινών
Κι εγώ θ’ αδειάζω τις φλέβες μου,
για ν’ αποδείξω ότι η υπόσχεση
είναι για μένα η αρχή.
Και στην απύθμενη τη συμφορά μου
είχα το κλάμα της φώκιας
και την αρρώστια
που σιγοτρώει τις ρίζες μου,
για να αφήσει τους άλλους
να ξεσκίσουν μια ζωγραφιά μου•
ένα λιοντάρι,
που σχεδίασα παιδί
σε μια υπόγεια σχολή
υποψηφίων σπουδαστών αρχιτεκτόνων.
Έτσι να με θυμάσαι.

Νομοτελείς επιφάνειες
πικραμένων μετουσιώσεων.
Αδειάζουν οι ποταμοί
και οι λιγοστοί κροκόδειλοι ψυχομαχούν.
Απελπισμένες χειρονομίες
θεριεύουν
κι αναριγώ.
Θα λευτερώσω
ένα πικραμένο ανάγλυφο μαχαίρι
που ’κρυψα βαθιά στη ζωή μου
Θα σπείρω
τη ροδαλή απόφαση του μέλλοντος•
έναν αυτόφωτο πλανήτη,
που πάνω του
θα χαίρονται τα παιδιά
Και μια κυψέλη
που ολημερίς
θα βομβίζουν οι μέλισσες.
Άφηνέ με
καθώς για να σβήσει
το φως της σκάλας
θα γυρίζεις το διακόπτη,
να τινάζω το χρόνο
απ’ το φθαρμένο παλτό
του τοίχου,
έτσι για να ξεμακρύνω λίγο
μια συμφορά,
απόνα δικό μου
προσκλητήριο ερώτων,
δοσμένη για πάντα
στην τρελή εξέγερση
του υποσυνείδητου.
Κι όταν αυτοί
που στο δρόμο πάντα περιμένουν,
για να φωτογραφίσουν
τις ανθρώπινες στιγμές,
μας δουν κρυφά να ονειρευόμαστε...
όλοι κάτι κρυφά ονειρεύονται
τα βράδια
κάτω απ’ το φεγγάρι.
Κι αν δεν υπήρχαν
τα πουλιά στον κόσμο,
δεν θα υπήρχαν κι οι τρελοί
που σηκώνουνε τα χέρια
και πετούν
και χάνονται.
Και τα εφτά χρώματα φτιάχνουν μια παιχνιδιάρα πεταλούδα
σ’ έναν ανοιξιάτικο ουρανό
ή ένα άσπρο νεκρικό πουκάμισο
της τελευταίας μέρας του χειμώνα...

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2008

Θάρθω να σε καλωσορίσω
μ' ένα μπουκέτο όνειρα,
σ' ένα λιόγερμα εξίσου μελωδικό,
μ' ένα λίκνισμα κύκνου,
που τώρα αναπαύεται
στα σκοτεινά τα βάθη
των εποχών

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

Έλα κι απόψε!...
Μακριά,
μακριά πολύ οι αναμνήσεις
Τόσο κοντά
που άργησαν
Τόσο κοντά,
εξ’ επαφής.
Απόψε, λαχτάρησα τον έρωτα
Δίπλα,
δίπλα μου
Στο πλάι δηλαδή.
Στην ευθεία της καρδιάς,
κι απέναντι,
κάπου στο βάθος,
εσύ!
Τόσο εσύ
που έγειρες
Τόσο εγώ
που ράγισα
Έλα γι’ απόψε!..

Α.Ν. 30/08/2008, άργησες…


Κοίτα τα μυστήρια,
με κοσμούν
Ανίατα με χαράσσουν.
Το πρόσωπό μου στη φύση,
η οργή της αθεράπευτης επιβολής
Η ροή μου στις λεωφόρους,
οι συνθέσεις γραμμάτων.
Γέρμα νοημάτων,
με ολίγη μελαγχολία,
όση πρέπει, για διατήρηση
των χρωμάτων
μέσα στο βλέμμα σου
ενώ, καρφώνεται η επιθυμία
να καθαρίσω απ’ τη σκουριά
τις φωνητικές μου χορδές και,
με ιστούς ατσάλινους
ν’ μ’ αντικαταστήσω.
Εκεί π’ αγγίζει το ποτάμι τη θάλασσα
ριζώνω το ιστίο μου.
Σε περιμένω!

Α.Ν. 31/08/2008, περιμένοντας…




Ο θάνατος, είπα,
μυρίζει βροχή
κι έντομα επίμονα -
αναμεταδότες αισθήσεων
Κάπου στο χρόνο,
μέσα σε πτυχές υφασμάτινες,
στο εξοστρακισμένο παράλληλό του,
τα έντομα ποιούν το αιώνιο
με ρακί και μέλι
κι η βροχή θα ρέει
στο παράθυρό μου
για να παραμορφώνει
το πρόσωπο που θλιμμένα κόλλησε
στο παγωμένο γυαλί.

Α.Ν. 31/08/2008, νοσταλγία…

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2008

Με είπαν μηδέν
Με λέω Όαση στο χάος


Απόφαση ουδέτερη
Νεκρή Λίμνη στα μάτια μου τα δάκρυα
Έτσι λοιπόν είναι η αγάπη;
Περιπλεγμένες ακτίνες φωτός
σε ήχους άηχους που έρχονται να με πάρουν
εμένα, με πόδια άκαμπτα
και χέρια αναμνήσεις
Μόνο η Αύρα μου με ορίζει
κάτωχρη
σε ένα αιώνιο δειλινό πορείας για το θάνατο
Κάποτε πεθαίνουν κι οι ψυχές
έτσι όπως τα φύλλα στους χειμώνες
Εξωγενείς δυνάμεις ωθούν στην άφιξη αλλά,
οι βάρκες δε γυρνούν πάντα γεμάτες.