Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Επιστροφή μου


































έμειναν λίγα. οι άκρες και λίγα. τα φλογερά παράφωνα της παρακμής κι η άκρη του ίχνους των ανθρώπων - εκείνων που κάθε στιγμή σκουπίζουν τη σκιά τους απ' τη σκέψη της μνήμης. 
κάθε τόσο περνούν κι οι απεργίες μαζί με τις αγάπες - εκείνες των υποσχέσεων - και προκαλείται συνωστισμός απ' την πτώση των άστρων. τι κι αν το φως τους ανακινεί εποχές σε τάφους -;- πέθανε άραγες κανείς -;- όλα στριφογυρίζουν ανεξάντλητα - άλλος στην καρέκλα του, άλλος στο μνήμα, άλλος στη θλίψη των δειλινών, άλλος στη χαρά των γεννήσεων. 
πέρασαν κι οι καιροί. μένουν οι καιροί με τα ξερόφυλλα, οι καιροί με τις θάλασσες, οι καιροί των καιρών. όλα -!- κι έμειναν λίγα. χόρτα πατημένα, αίμα στο λασπωμένο χώμα μας, η στάχτη των καμμένων, τα μυστικά μας, κι ένα υπόμνημα κύματος στις χάντρες των ματιών σου - οι άκρες μας στο τέλος των άκρων μας, με τα μέλη πυρετών και με φλέβες σπασμένες από την αγρύπνια του λίθου μας - να φυλάει κραυγή την ώρα που σπάει στο στήθος της θαλάττης και σπάει κι αυτή σε μύριες βροχές του οργασμού των φιδιών - στην αναρρίχηση της φωτιάς σαν αγιόκλημα στον τοίχο μας.
κι ό,τι έμεινε, έχει το πρόσωπό σου στις χούφτες μου, που κρατώ το γέλιο σου με το κλάμα μαζί και είναι ολάκερη η σύνδεση. σε καλώ..: "Επιστροφή μου.. -!-" και λάμπουν οι άκρες και λάμπουν και τα λίγα μας - φλογερά παράφωνα της παρακμής τους - κι επιστρέφουμε φωτιά μου.

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

μυστικές θάλασσες































σε μια παράλληλη βροχή
ο ωκεανός μου θα είναι σύμπαν -
να ορίζω το "λείπει" με λύπη
που αρνήθηκε ο θεός μου 
την απραξία των γραμμάτων σου, παρά 
τα τόσα μηνύματά μου,
και την αδεξιότητα της θαλάσσης ν' αρνηθεί
τη βαρύτητα μιας καταιγίδας.
νυχτώνει πάντως,
κι αφού δικαιούμαι μια τελευταία πεθυμιά
εγκαταλείπω τις βαρύγδουπες λεκτικές εμμονές
για των λαθών τ' αφρίζοντα,
εγκαταλείπω και την όραση
για της αφής την ασέλγεια
να μου σκάει το κύμα όταν κοιμάσαι 
και στο "όχι" της θαλασσοταραχής.

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

λίθινη ενοχή































αμνιακός πανικός
να μην υπάρχεις
και να ΄σαι εδώ
στην λίθινη ενοχή
στο ανίατο σύνορο
πέρα απ' την οδό
και μέσα στην τροπή
με το χώμα των ήχων μου
στο φυλάκιο του ονείρου
και στο λαβωμένο απόψε
που τρεις μ' αρνήθηκα
με την τετρακτύν στο σταυρό μου
και με το μέτωπο να ρέει με
το αίμα μου που κάλπασε
στους επτά πύργους της κόλασης
όταν τα φίδια τυλίχτηκαν στα πόδια μου
και σφυρίζουν στην ομίχλη της όρασής μου -
να υπάρχεις
και να μην βρίσκεσαι
μέσα στους ρόλους σου
θεατής απόκρημνος
και άναυδος φονικός
από τις λεοντές των παθών μας.
μέσα στα καλοκαίρια των χειμώνων μας,
στην απομόνωσή μου,
να εμμένεις αμνιακός φοβικός
και να χτυπιέμαι
στα πέτρινα ουρλιαχτά
των γιγάντιων τοίχων
με τη σπηλιά των ληστών μου
κατάστηθα στον ελαιώνα μου.
μέσα στην προσευχή μου
αφέθηκα απ' τα μέλη μου
για να τολμήσω την αφή μου με άπνοια,
σαν πριν το πανάρχαιο λάθος μου
να φιλήσω την κραυγή
της πρώτης εταίρας των κόσμων
και να βαδίσω
με την πισώπλατη αμαρτία μου -
να πίνω τον λυγμό της
με τ' ακατέργαστα χείλη μου
της πρώτης ύλης της εποχής.
στην διαστολή της ζωής μου
το ταβάνι μου απόψε γέννησε καρφιά
κι όλα αρπάχτηκαν απ' τις φλέβες μου. ήταν
η ώρα που επιστρέφαμε στους χρόνους μας.
κι απόψε τρεις που μ' αρνήθηκα
γύρεψες να γεννηθείς -
αμνιακός πανικός -
κι ένας θεός πάγωσε
στις χορδές των φιλιών μου.



Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

γένεση


























κρυμμένη ζωή, κι η εφιαλτική συμμορία του γίγνεσθαι στην βαμμένη ανάσα των νυχιών με τη θηλιά στον ομφαλό του χώρου μας και την κατάρα του φεγγαριού με τα χίλια καρφιά στο προσκέφαλο της φυγής. το σπασμένο μου κρανίο κι η δυστροπία του χάους να παραστέκεται όρθρος στα άυπνα μάτια μου - μέσα στο δέρμα σου νυχτοβάτης του χορού σου. απλώνονται οι πόροι σου στο αίμα μου - σαϊτες στα πάναγνα σκοτάδια με τα μυστικά των βράχων και μύριους θανάτους κρεμασμένους εν τη γενέσει πυρετών στα σπάργανα όνειρά σου. κόκκινα μέλη στη λατρεία των ωρών μας με τις τιτάνιες φλέβες των ατλάντων δειλινών, στην μύηση των ασθενοφόρων μας με τα τραυματισμένα λάφυρα στις ρώγες του έρωτά μας. κρυφός αποβιβάζομαι και κρυφός αποβιβάζεσαι μαζί στους κάβους, στα λυμένα σκοινιά, στη γεύση των μουσκεμένων χωμάτων πάνω απ' τα χώματα και πάνω απ' την οχλαβοή. όλη η αφή, ένα χάδι αμπελώνες στην επιφάνειά σου με το χνούδι του παλμού, όταν στενάζουν οι πλανήτες μου στον ερχομό μας και στο κύμα μας. μην απορείς που η Εύα χτύπησε την ώρα και γέννησε το βήμα των πλευρών.

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

στα πλήκτρα της σιωπής























"κάθε φορά που κάποιος μπαίνει στη ζωή σου,
είναι σαν να σου παίρνει μια βελόνα γραμμοφώνου, ώσπου, τελικά, πρέπει να τραγουδήσεις μόνος σου" Τ. Λειβαδίτης

και να λείπει ο λαιμός - χαρισμένος στις στροφές των κάποιων περαστικών. οι χορδές να ΄χουν εξαντλήσει τις υποχρεώσεις τους μια ανώφελη νύχτα με βιτριόλι στα μάτια από ειδεχθές φονικό ονείρου, κι ούτε μια λατέρνα..! άλλαξαν οι καιροί, μόνο τα ψέματα μένουν ίδια και, τα ταξίδια - σαλιωμένα τάματα - στη φωτογραφία μου - στο παρατημένο μου μνήμα στον πρόχειρο καταυλισμό των νεογνών. στις στραβές μου αποχρώσεις παλιά βινύλια με το αρχαίο νανούρισμα της φωτιάς στα σωθικά της ανυπαρξίας. οι τελευταίες σκιές αποσύρονται με σύρσιμο φιδιού μετά τη γνώση, κι ανάμεσα στην απόγνωση η μυρουδιά του γραμμόφωνου στην καιόμενη έκσταση του κενού. πότε η πόρτα άνοιγε και πότε έβρεχες στα χείλια μου δεν έμαθα / μόνο σπίρτα βρεγμένα απανθρακωμένου μουσικού - πολλά σπίρτα βρεγμένα, μέχρι που, δεν πρόλαβα να κλείσω την πόρτα και σε ζήτησα στη βροχή. κάθε φορά που έσταζε μια μπόρα, το πάτωμα υποχωρούσε. ώσπου τελικά βλέπαμε την αρχή με τα μάτια γυμνά και οι μουσικές κατέρρεαν στην ανάμνηση των ειδώλων μας εαυτών, κι ούτε μια λατέρνα για αρχή..! ..μόνο τα πλήκτρα της σιωπής κι η σιωπή Σου.


Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

καιόμενες σάρκες


























τις ενοχές που τα σκαλοπάτια σου μάτωναν στις χούφτες μου / τα μύχια νύχια μου στις νύξεις της νυχτιάς / με τις ανταύγειες των βραχιόνων που έσταζαν νεύρα, / στραβά καρφιά και χρησιμοποιημένη φωνή των χρόνων / που πέτρωσαν σε άδυτα κομμάτια φονευμένων αιώνων / στις καιόμενες σάρκες της τελευταίας κραυγής δεν μίλησα, / διψούσαν τα χείλη μου. / νηνεμία σου στο αγρίμι μου / που παλλόταν σιωπηρά και / αλυχτούσε στους ιδρωμένους στεναγμούς μας - πάντα από δύο που εκπορεύεται η Αυγή - / το άλικο άλογο με τ' απλωμένα λάφυρα μιας βροχής σε στέγη θνητή / με το μπόι των λυγμών του τέλους που άρχισε / και της αρχής στη συνουσία, με το τέρμα στην πυραμίδα των αγίων / που αγριεύτηκαν στα λειψά τα δείπνα / ηλιθίων βατών στις ντροπιασμένες μέρες με τα φτηνά καμάκια στα βρώμικα στενά, έσπειρα την ανάσα μου κι ένα σάλιο κύκλο. / ο νοητός μου εαυτός στα πόδια σου κι / η φωτιά στο ανάμεσα των δακρύων μας, / να μιλούν οι ιστορίες στο ξαγνάντεμα του πατώματός μας, / να μιλούν ιστορίες αγρύπνιας μας και/ στέρηση τω καιρώ εκείνω, / που γυμνά πορευτήκαμε κι άγνωστα / στις άγνωρες πόλεις αγορασμένων ανθρώπων / με το σπασμένο άστρο στον θολό καθρέφτη και / με το φιλημένο είδωλο των τύπου θεών. / πού με βρήκες να γεννιέμαι υπνοβάτης / με το στιλέτο παρά πόδας πυράς και λατρείας -;- / πώς με βρήκες μέσα σε τόσες σκιές / κι ενόψει γαλάζιας ημέρας να περπατώ μελλοντικός αέναος και πώς σε βρήκα στη σύνθεση της φλόγας / ενώ τα κεριά παρέπαιαν μεθυσμένα / στα σχηματισμένα στήθη με τις βιασμένες θηλές -;- / πάντως, όταν άνοιξαν οι καταρράκτες των κορμιών / η περιφορά των χειλιών μου / τεκνοποίησε ένα βορινό ταξίδι στη μήτρα του νότου σου και / ο καπνός σου σφύριξε ν' αρχίσει. / όταν η θάλασσα σκίστηκε στα δυο / τα μάτια μας άγγιζαν κιόλας το χάραμα. / τρεις μέρες πέρασαν κι έμαθα να μετρώ. πόσα φιλιά -;- άμετρα ύψη που σ' αγαπώ.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

απέθαντοι διωγμοί






























ο δίδυμος θεός αδίκησε την παραφροσύνη του να επιμένει νεκρός και σάλεψε τα νερά του Αχέροντα / να επικαλούνται το κύμα, να επιστρέψει ο θνητός στη βάρκα του, ν' ανοίξουν οι τάφοι για να μιλήσουν οι ναυαγοί με τον υπέργηρο Γολγοθά των βυθών, κι ο ποταμός να ξεχειλίσει απέθαντους διωγμούς μήπως και κλείσουν οι οπές των σάρκινων φονικών στα χαχανητά των άσχετων νεογνών που έχασαν τις μέρες/

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

σταυρωμένος έρωτας
































η ασφάλεια έχει το χείλος του γκρεμού στην προστακτική υποταγή φιλιών, που εξέπεσε η λατρεία τους σ' ένα κλικ αλύσων και, χειραγώγηση γίνεται αποσυντεθειμένων εκδρομών σε δέντρα με ρίζες πεταμένες σπλάχνα στα χάη των βάλτων. ....τόσα τα ψεύδη και οι ρόλοι στεγνοί που τα φίδια δάγκωσαν τις ουρές τους και, σπαρτάρισαν στις μαύρες οπές των κάποτε βλεμάτων / να ηχούν τη θλίψη πως κάποτε σταύρωσαν τον Έρωτα για ένα κελί στου τρόμου το ανάστημα και μιας τρύπιας αγκαλιάς τη φρίκη.

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

πυρετός στα σύνορα



























συμπληγάδες ζωές τα χείλη σου, κι η γλώσσα θάνατος που κοροϊδεύει τις ζωές σου. ύστερα, η ανάπαυση του πυρός στις πολεμίστρες - τα νεκρά σου χέρια σε πλήρη καχυποψία από άγνοια πλοήγησης, κι η εισπνοή κοιμητηρίων να αυθαδιάζει στο δάγκωμα του Κυναίγειρου και στα πλωτά του άστρα - σε σχήμα παλάμης - στον τρούλο του στόματος, μέσα στη φυλακή των βημάτων σου που τελεύουν τα όνειρά σου. πόσους ουρανούς πρόδωσες για να νομίζεις ότι φιλάς νέφη -;- σε μιαν άλλη εκδοχή θα περιμένω την αξία των νερών και τη χρησιμότητα των χειλιών σου. πυρετός στα σύνορα και όλα απόντα.

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

αλήθεια ή ψέμα -;-


































ποια αλήθεια μου κοιτάς, όταν το μεγαλύτερο ψέμα είναι ότι είμαστε -;-
και ποια ατραπός κρέμασε το στέρνο μας στον μανδύα του θανάτου, να μοιάζουμε εποχιακοί με πόδια που αιωρούνται στο άδειο μας κρανίο - μια ατελεύτητη τελεία διαμαρτυρίας του αίματος που κάποτε υπήρξαμε χορηγοί της καταγωγής μας. - μήπως τα φιλιά μας αιμορραγούν σε ξεφτισμένα χείλη, αφού στη σπηλιά μας οι σκιές μας λατρεύονται ήχοι θεών σε ανάπαυση θανάτων και ειρωνία έρωτα -;-
παραλλαγή χαδιών η απλούστευση των ονομάτων, όταν χθες μου ψιθύρισες "σ' αγαπώ" και "μ' αγάπησα".

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

πειρατικός


































αν ήμουν, νεκρώνει η θάλασσα τις χούφτες μου. στις σταματημένες μου παλάμες κύλησαν τα κλειδιά κι οι ράγες μου ανισορρόπησαν στην τρέλα των βροχών.
αν ήμουν Κύκλωπας, στις κενές μου βαλίτσες θα κρατούσα τα ακοίμητα καφενεία των σταθμών και τα ξυλοπόδαρα των φανταστικών ταξιδιών για του μεσαίωνα την αποκαθήλωση.
αν ήμουν Πυθία, θα κάπνιζα τους αντίχειρες για την αποκάλυψη της Στιγμής που ο πόνος μου σε θυμήθηκε στα δειλά μου μονοπάτια με την μαγκιά του αξεδίψαστου επιζώντα των σπαραγμών.
αν ήμουν Τειρεσίας θα ξέπλενα τα μάτια μου στις νότες των γρύλων από κάποια καλοκαίρια που ξεχάστηκαν στο λαβύρινθο των φιλιών που δεν φιλήθηκαν - να πάψω να βλέπω που φεύγουν τα τρένα στην άβυσσο. / πανωλεθρία ο κόσμος που ταξιδεύει απών. /
δεν είμαι αξέχαστος και πλανιέμαι θίασος με βουτηγμένα μέλη σε σένα που έκλαψες στο χνώτο του σφυρίγματός μου.
πού γέρνω, πού είμαι και πού πονάω -;- το μόνο που θυμάμαι είναι που έφτασες στην αργοπορία μου.
πού ήσουν, πού είσαι και πού πονάς -;- πονέσαμε - το μόνο που θυμάμαι είναι οι ράγες μας στ' απόβροχο των γραμμών μας.
αν πάψω να ρωτώ, μην απορείς που χιονίζει και χάνομαι.
κι αν πάψω να μιλώ, μην απορείς που λιώνω και βυθίζομαι.
πώς ακούς τη σιωπή μου, κι ακούς τη σιωπή μου στην εστία που έσβησε -;- αν σταματήσω ν' απορώ μην αργήσεις ν' απαντήσεις -!- πάτησε τη σκανδάλη στον κρόταφο του ίχνους μου να γίνει χαμός. έχω τα Κύθηρα πόδια μου στο πλατύσκαλο στης καρδιάς σου. κι έτσι τρελός με θάβω και με θάβω, για την απόδειξη της ανάστασης στο καρνάγιο των ωρών μας. θυμήσου μόνο τον πόνο μας. τι κι αν χάθηκα μια νύχτα μεθυσμένα -;-

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

στην άκρη των λεπτών σου


































στην αλήθεια μου, εγκυμονώ μια ανεμόσκαλα πυροδοτημένη από τετράγωνο κάτοπτρο ασκό. στην πραγματικότητα, η κινούμενη έγνοια μου εκδράμει ερωτικά στη χαώδη μου απορία - πού ζούσες πριν η βροχή στάξει στα μάτια σου φλυαρία και νόστο -;- - . στο αίμα μου, κυλώ τη σκιά μου, σκαλί το σκαλί, μέχρι το πέρας των ρόδων, που νόμισα ότι είδα στην άκρη των χειλιών σου. στη ροή μου, η απογείωση της ώρας σου σπέρνει τα φεγγάρια μου στο άδυτο της φωνής σου - εν ώρα σιωπής της μεγίστης λατρείας της φυγής σε σμίξη της ανύψωσης -. κάτω στα νέφη η επιστροφή μας, σε κάθε μου στροφή, έπαιρνε τον άνεμο - θύμα των μυαλών που πάτησαν τη γη. - στο φιλί, ο άνεμος έσκισε τον υμένα της εκτροπής και τα νερά μας έσπασαν την επιφάνεια της Αυγής. Παίρνει και χαράζει στο πλέγμα των δαχτύλων μας. Μην παρεκτραπείς -!- άκου μόνο την κίνηση των ορίων που πέφτουν τα σύνορα.

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

άτιτλο


























άφησα την έρημο στη σκιά, τη φωνή στη σκιά, και γλίστρησα στο δάκρυ του περασμένου θανάτου. / σαν ψάρι γλίστρησα σε σκασιαρχείο απ' το δίχτυ της ανακοπής μου /. με βρήκα στα χέρια σου, να χαράσσω τις γραμμές στις παλάμες σου. το πρώτο βράδυ μου το πέρασα μακριά πολύ, στην πιο βαθιά ρυτίδα του φιλιού σου. το πρώτο ξημέρωμα κρύωνα - σκοπός στο σκοπό μου. η πίστη σου στα αλγεινά μου μάτια, στην μνήμη μου - μιας δύσης η στιγμή -, και η παραπομπή της πόρτας μου στο κάπνισμα του τρένου σου την αυγή, προκαλείται η όρασή μου να εκπέμπει ουρανό - Μόρς σήματα - στη δύσβατη πέτρα σου. απάντησες "μαζί" στην ανθρωπότητα των νυχιών μου που ΄στελναν οξυγόνο στους τάφους μου. κι η πόρτα μου άνοιξε τρένο ανεξάντλητο αιώνα σε βροχή.

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

τίτλος άτιτλος

































τα δόντια της σάρκας μου / το υπερόπλο της κραυγής των επτά αισθημάτων / στη σκιαγράφηση του νου με το μυστήριο του δειλινού απόπλου / στα μάτια σου τα σούρουπα των αινιγμάτων / στα θρύψαλα των λίθων μου που φυσούν νεροποντή, / το σώμα σου στις χούφτες μου μέσα των αιμάτων, με τους ιμάντες στερεωμένο των αναρριχητών στην ακροβασία των πτηνών που γεννάται / και
η σάρκα των δοντιών μου / πυροβασία στις γραμμές των φιλιών σου / στην τρικυμία που ερχόταν καιόμενη οδός με παρόδους και σταθμούς / μια νύχτα στο δευτερόλεπτο των φωνών μου / στους τοίχους των κατακτήσεων και στο μπλε των κόσμων / με δυο παράθυρα και τον καπνό στα σπλάχνα / απ' τη διείσδυση στα ρουθούνια της ορμής / που οι ενέργειες ισορροπούν των αγρίων / με αγίασμα σάλιου, ιδρώτα, κι αρμύρα ψυχής, / στα σεντόνια που σκίζονται στην ανάταση των βλεφάρων / στο θεϊκό ουρλιαχτό του ανοίγματος στους αιθέρες. / όλοι οι μυς καρφώθηκαν στα νήματα των ουρανών μας, / κι η ανθρωπότητα σμιλεύει μαρμάρινους ιππείς / σ' όλους τους Λόγους στα μάτια μας. / τα πρωινά νυχτώνουν φυσικά / κι οι αριθμοί μιλάνε άστρα, με τα ποτάμια στην αποκάλυψη των αιώνων που μονίμως επιστρέφουν / με προσευχές οιδίποδων στους κεραυνούς που ορίζουν τη διαχρονική διέλευση  - / των ασκητών τα βράδια στα υπόγεια χείλη των παραδείσων - / μ' ένα καρφί στο βωμό / να επικαλούνται το πάθος της συνύπαρξης, / και του ναού ο αχός να γιγαντώνεται στην ιερή πορεία του στο εκτός των τειχών (που οι δροσουλίτες άκαμπτοι περιφρονούν τον χρόνο). / Στην πλήρη δύση του κυνός θηλάζουμε αστραπή / με τον κοινό λώρο της ομφάλιας διαδρομής. / (κι όλοι οι δρόμοι μου δέντρα. όλοι οι δρόμοι δέντρα στο χώμα και μόνο η πνοή - μια θλίψη που ξέφυγε τον πανικό των χωμάτων.)



Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

μεσαιωνικά φώτα
























θέλω την Άνοιξη μέσα μου / να μην την πιάνουν οι εποχές κι οι χρόνοι / κι έξω φθινόπωρα και χειμώνες. τι δυστροπία μου κι αυτή να γυρεύω και στις καρδιές των πάντων την Άνοιξη και γύρω να νυχτώνει με καταιγίδες..! ..είναι που τα πρόσωπα στα σκοτάδια συναντιούνται, ενώ στα φώτα γύρευε μάσκα για να βγεις / μεσαιωνική η φωταγωγημένη πόλη /

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

σαλταρισμένα νερά




























τα πετάλια του μυαλού στο μέγιστο των βυθών, κι η κραυγή της γλώσσας στους ίσκιους των κόλπων. άγριες φωτιές στο καταγώγι της σπηλιάς μας - πίσω απ' τα δόντια και μέσα στη δίνη του αίματος / στο χώρο αποσκευής των χειλιών, και στις ανάσες των αμπελιών με του Βάκχου την τρελή σφυρίχτρα στο χύμα των ξωτικών. κι ενώ ξημέρωνε η νύχτα, ποδηλάτησα στον άξονα των αιώνων σου / κατάρτι Ουρανού και λατρεία Κενταύρου /. κι ενώ το χώμα μου κινήθηκε επί της φωνής στου μήλου το γρίφο, το τουμπερλέκι της πρώτης μαινάδας και της πρωθιέρειας τα κρόταλα εκλιπαρούν τις χορδές της θαλάττης για αφρίζοντα φιλιά. κι ο Προκρούστης δισταγμός σωπαίνει και χάνεται. στο μεταξύ του ονείρου κι απέναντι απ' τη σκιά, η Αναδυομένη στακάτο και υποχώρηση των αναδυομένων λεπτών στη θεϊκή εντολή να επιστρέφεις -!- να επιστρέφεις και να δίνεσαι. πάνω ανασαίναμε και κάτω μετρούσα σπυρί το σπυρί τη μανία των χρωμάτων σου στα δειλινά χρώματά μου. κι απόψε μήνυσα τα λάθη των ρολογιών, με χαριστική βολή στις ώρες που σε ήθελαν εκεί ενώ στο εδώ σπαράζουμε τ' ακροκέραμα των τοκετών μας με σαλταρισμένα νερά.

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

άτιτλο


































η αντανάκλαση σε γεμίζει νερό
και είναι η μόνη που σε θυμίζει
/ έτσι, απ' τα παλιά ξεχάστηκα
για ποια ιστορία μιλάς -;-
και πότε είμαι -;-
αγοραίοι θρήνοι
ή ανεκτικές εποχές -;- /
το νερό με κρατά
και κανείς.
ίσως, αν ζωγράφιζα τον τοίχο
να μπορέσεις.


Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

στο καρναβάλι




















απ' έξω πέρασε το γαϊτανάκι / σ' αναγνώρισα. μου είπες "σ' αγαπώ" και τώρα σε πίστεψα. / στην επόμενη στροφή, πέρασε ο ξυλοπόδαρος, μ' όλη την πολιτεία φορτωμένη στην πλάτη του / δεν πίστεψα την πολιτεία - έχω αποχαιρετήσει την Αλεξάνδρεια και το καράβι βγήκε στ' ανοιχτά. / πίστεψα τα πόδια του μόνο τα ξύλινα. παλιά που παίξαμε χιόνιζε και δεν είχα εποχές να κοιμάμαι. γιατί κοιτούσα τα μάτια σου. / μέσα τους είχαν σπάσει όλα τα πιόνια και το παιχνίδι έλεγε ζωή./ τώρα βρέχει - θα βρέξει μάλλον - κι απ' έξω πέρασαν τα πιόνια. / δεν τα πίστεψα. έχουν γεμίσει ενοχή. / στο τέλος πέρασα απ' έξω κι εγώ. / με πίστεψα. έχω αδειάσει εσύ. / στην αρχή κάηκε ο καρνάβαλος, μέσα / σε είδα. έριχνες λάδι στη φωτιά και σε πίστεψα. / μετά, έφτασε η Δευτέρα και κρίθηκα. δεν τους πίστεψα, γιατί έπαιζες εσύ.

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

μαύρη αράχνη
























πέρασαν από μακριά τα βαπόρια και κάπου, στα επίπεδα των ματιών μου, τα τρένα συντηρούν την ασέβεια των φιλιών σου. στη φθορά των περαστικών σταθμών, οι λέξεις εκπνέουν γάζες στα λιμάνια και η ανάμνηση της αγοράς, με τη στάχτη να πιάνει τα μάτια του κόσμου στο μαύρο της ιστό, ο σταυρωμένος μου στον πειρατικό ήχο του ανέμου, και τα λεπτά των αναγκών σου με τα κλειστά παράθυρα τη μέρα της καύσης μου, δεν θα υποδυθώ. δεν υποδύομαι θνητός -!- ακούω μόνο που τα ταξίδια άναψαν στη ρευστή κατηφόρα των γιορτών / κάπως να θρηνούν οι ξενιτεμένοι και κάπως να νομίζεις πως έσβησε ο πανικός. κάθε που πεθαίνω σπάει μια θάλασσα, κι εσύ μιμείσαι την προσευχή στο χορό του τρόμου, μέσα στην άβυσσο ενός καρναβαλιού.


Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

άτιτλα




















και κραύγασε με ψιθύρισμα:
"Άρπαγες, που κάποτε, πεινασμένοι, βρίσκετε την τροφή σας, κι αφού λαίμαργα την μπουκώσετε, την ξερνάτε σαν αμαρτία σας -!-
Σκλάβοι, που σαπίζετε στα ξεκλείδωτα κελιά σας, για την υποκρισία της ηρεμίας σας -!-
Τυφλοί, που εξέπεσε η όρασή σας αφού πουλήσατε τα μάτια σας στα απορρίμματά σας, για της συνήθειας τη βολή -!-
Φονιάδες, που συναντάτε άξαφνα τον εαυτό σας και τον καρφώνετε-!-"
*Πες μου, με πόσο μέικ απ αγαπάς κι απόψε

 και ποιου θύματός σου τα πόδια φοράς -;-

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

βουίζει η φωτιά


























μια Στιγμή στη νύχτα. νύχτα στη νύχτα κι εντός της, σαν ιστός του πιο λεπτού ιστού της καρδιάς της. το μικρό της θεριό, ο πιο σιγανός της ψίθυρος σε βακχικές χορδές, με Μαινάδες χέρια βαμμένα σπαρακτικά να αιτούνται πρωτόγονα τη σμίξη με το Λόγο. κάποτε στη Στιγμή να χιονίζει, να τρίζει η Στιγμή στην πυρά, να γκρεμίζεται σε στίγμα και ήττα με τόνο. στα σύνορα να σκοντάφτει, για ένα κλάσμα του αιώνιου φρουρού, στης Στύγας τη φρίκη. η βαθιά της καύση, με της λεοντής τον άθλο, να ενσωματώνεται και να βουίζει βοερό ποτάμι του Άδη. ν' αλυχτούν μαραμένα σπαρτά και ρούχα της θεάς που έκλαψε πολύ την απουσία. μια Στιγμή και μένω πλήρης κενού στο προπύργιο του Έρωτα, στη ληστρική εποχή των πλαστικών γεγονότων - γελωτοποιοί στο ήπαρ μου με ξυλοπόδαρα στα μάτια, σαν δάκρυα πνοής μιας αύρας που λάξεψε τα μαλλιά Σου / και τότες που τρόμαξες με χάρτινες συντριβές, μια Στιγμή δεν σε λησμονώ. στη νύχτα, που ερημώνει η νύχτα, το δέος με την ανάμνηση - μια μυρωδιά πρωταρχικής φύσης, μανία σε οίστρο ποιητικό -, στη νύχτα η σπηλιά του τράγου που ξενιτεύτηκε από φόβο του, όταν αντίκρισε το θεϊκό, να καταρρέουν τα κέρατα την εποχή της στιγμής που δειγματίζει τον τιμωρό - παραδειγματισμό για τον σφραγισμένο θάνατο. και μια Στιγμή μας μιλώ: "γλίστρησα την ψυχή μου στον ύπνο Σου να έχουν σάρκα τα όνειρά Σου.. -!-" κι ύστερα, σε μια στιγμή, βρέχει χώμα στη νύχτα κι εντός μου, να ξεδιψάς στη Στιγμή.

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

νύχτες λωτοφάγες























μετά τη νύχτα
ακολουθεί η πέτρα,
η φωνή της πέτρας και
το αδιάβροχο της μετάβασης
με γαλότσες θανάτων
από εγχάρακτους μύθους
ερωτικών ήχων στο
καταβάσιο της ομίχλης,
μ' αστάλινη ρίζα
στις στριγγιές του κενού,
όταν ο νεκρός αναδύεται
λευκός οίστρος
από καπνούς μέθης
και αναπάντητη κλήση
στην πιστότητα των λωτών.

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

θνητός σπαραγμός


































Δάσκαλε, τρέχεις ακίνητος στον απροσπέλαστο ήχο των θεών. / Με συναρπάζουν οι ώμοι σου που βλέπω φτερούγισμα, και ακούω τα χέρια μου να κωπηλατούν στα νερά παφλάζοντας ρέον το σχήμα. /
Δάσκαλε, απόψε, σκάλωσα στη συντριβή του δαπέδου μου και βρήκα το ρήγμα στα μάτια μου. Λιονταρίσια ανάσανα, μ' ακούστηκε κλάμα και τρόμαξαν - έτσι βρήκα τη συνοχή σου στα διαμελισμένα κομμάτια της αντοχής μου.
Η κλήση μου στην άβυσσο, Δάσκαλε, το σπέρμα του θανάτου, το πράσινο φλας του κοριτσιού στην αναγκαστική προσγείωση των γδούπων με το ορμονικό παραλήρημα των θνητών, κι η στάχτη που μουγκρίζει δικαίωση, μες στον φθαρτό χειμώνα του πάλλευκου ορυκτού, σ' ακούω να σιωπάς άγραφος με κέρινη φλόγα.
Δάσκαλε, στέκεις βουβός κι οι γοργόνες μαγεύονται απ' τον αχό σου και υπάρχουν και βλέπω κι εγώ. Με λέπια βλέπω που σαλεύουν τα άδυτα και μουγκανίζουν τα θεριά μου στα μύρια κλουβιά των βημάτων μου
Στα σκοτάδια μου, Δάσκαλε, ερωτεύομαι ακατάσχετα με ράμφος πύρινο. Η καταρροή μου ανυπέρβλητη να σμίξω το παράθυρο με τους αέρηδες όταν καλπάζει βροχή η φωτιά μου. Κι εσύ σκίζεις τον ασκό του δώματος και σε έχω πέντε φιλιά μυστικά με χείλη άφυλα σε ανιστόρητους ουρανούς.
Δάσκαλε, όταν πόνεσα "μαζί", δίπλωσα σεντόνι υγρό τα αίματά μου - κάλεσμα στο υπόγειο τρίξιμο δυο υγρών, και πονάω μονάχος.
Κι ακόμη σιωπάς, Δάσκαλε, αγορεύοντας κύματα στη σάρκα μου να πονάω "μαζί" και καίγομαι μόνος.

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Ηφαιστίων καταυλισμός σου
























στο έλεος της κρεμάλας τους / στα καρφιά τους / στο σκοινί μου στα μάτια μου / στην επώδυνη στροφή μου / στο ήπαρ μου / που σκάει ηφαίστειο, / με λάβα αιμάτων / Στις φλέβες μου / με τα δόντια των επεισοδίων της επανάληψης / οι σκισμένες χλαίνες των οστών μου / Τα εκπαιδευμένα πρωινά / στην παλίρροια της φωτιάς μου / Στο αρπαχτικό που γλείφει σάρκα μυελού μου / με ιστούς μου που κόβει τα φώτα των κοιμητηρίων μου / Στο σκαλοπάτι του τάφου μου, / το ακριβό τους λάφυρο / Τα λάφυρά τους κρανία μου / η γλώσσα μου / στη μανία της καταδίωξης / ο θλιμμένος μου απέθαντος / στα καταρρέοντα παράθυρά μου.. . / Πώς επέστρεψα πες μου -!- / πώς έφτασα -;- / Οι γεωμετρίες μου θυρίδες / στο λαβύρινθο του στόματός μου / στη σπηλιά του Πάνα αλήτεψαν σκόνη / με λιμασμένη ονείρωξη / στον ίσκιο του φεγγαριού / Αλήτεψαν στις περιφέρειες των ομόκεντρων βυθισμένων χειλιών μου / και ξεσκονίζουν τα ερπετά του κορμιού μου / στο άδυτο της ουτοπίας του. / Ιέρεια σκοτεινή η πνοή σου κι Εσύ / στα βρεγμένα μονοπάτια των νυχιών με φτάνεις / και στα γυμνά τα κάδρα των εαυτών μας / Τα βαγόνια -!- / Λιονταρίσια βαγόνια οι αναπνοές σου / Κι ακίνητος είμαι στο τρένο που φτάνει / στο ακατάπαυστο είδωλό μου / το ακατανόητο είναι μου / κι η σταθερή μου σφραγίδα / στην ανάβαση του θεριού μου / και στο αγκομαχητό "τσαφ" της αμαξοστοιχίας που σφυρίζει / Στο υπερσύνορο του βλέμματός σου / μπαίνω Ηφαιστίων καταυλισμός / τα βράδια στα πέλαγα των ναών μας.

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

αθώα ένοχος


































εγκεφαλική βολή στο σούρουπο του πεπρωμένου. το ανεξήγητο παρόν στο ανυποψίαστο της φυγής. στο στερνό στέρνο του ορειβάτη που παλάβωσε από χιόνι. αλάδωτα τα μέλη των χωρισμών και γδέρνουν τους καιρούς μου. κι οι μουντοί περιορισμοί μαύρο της καταιγίδας. καταιγισμοί κριτών τα ανιχνευτικά μάτια. κι οι εξωγήινοι ψίθυροι πέφτουν στο χάσμα των χτύπων μου. περάτωση κι η σήψη στο τελευταίο κομμάτι του σπασμένου ποτηριού. πίνω τα χείλη μου και παραμένω αθώα ένοχος μ' ένα εικαστικό φορτίο.

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

στους συρμούς του απείρου


































θυμάσαι που έπεσες απ' το άπειρο; απ' την τρικυμία στα χείλη που σκόνταψες στον τρόπο -;- απ' τον ορίζοντα του γιαλού που έγραψες με το δάχτυλο σε έν' άστρο κι έπεσες -;- να σου πω..: στην τρικλοποδιά που μου ΄βαλα και έσπασα στη γη, το άπειρο θροΐζει ακόμη στη δίνη μου. μύρια κατάγματα και άλλα τόσα κι όλο γυρεύω το κοίταγμα των αμπελιών με τη χαλύβδινη πυγμή των σπόρων. κι ενώ η φωνή μου ξεκινά από τα δάχτυλα - διπλά πέντε οράματα στ' ανυψωμένα ιδανικά μου, οι αξίες στο έπακρο, και τα κάτοπτρα θολά - γυρνώ χαμένος στους συρμούς των βλεφάρων σου από τότε. στην παρεκτροπή μου, με τα επίγεια νεύρα μου μετράω τελείες στο χώμα που πατώ. πολλές φορές, καταπίνω νέφη και παίζω με κεραυνούς, να νιώθω την πορεία της καταγωγής μας. κάποιες άλλες, παλεύω με στοιχειά να νιώθω τη συντέλεια στη φωλιά του Κρόνου, κι έξω απ' αυτή να μας ζωγραφίζω με φτερά. στα λεπτά των σιωπών, που οι εντατικές τρυπάνε τ' αυτιά μου, παίζω με τα ελάφια στον κήπο της θεάς, κι ύστερα παγώνω. στις εποχές των παγετώνων, θυμάσαι -;- άυλες φτέρες αγκαλιάζαμε τις επόμενες καταχνιές και πονούσαμε. πονούσες -;- στερέωνα το απόλυτο στην κινούμενη κορυφή του βουνού ν' ανεμίζει το φως μας και γελούσαμε μετά. τώρα οι ραφές του προσώπου μου μοιάζουν στις γραμμές της παλάμης μου. είναι ίδιες. άλλα σκισίματα τ' άφησα ανοιχτά -ας μπαινοβγαίνουν οι ύαινες να ζουν το θάνατό μου -. τι αξία έχει ο θάνατος αν φοβάσαι τα σαρκοβόρα σου -;- θυμάμαι κάποτε πως στάζουν τα μάτια βροχές και τότε αισθάνομαι την οσμή των ωκεανών σου. η θέλησή μας είναι που γκρέμισε τη φωλιά του κούκου. η θέλησή μας γι' αναπνοή. κι εδώ, που ο τόπος μαντρώνει με σύνορα, σπάω και το μυαλό μου. τι να το κάνω το είδωλο πάνω σε μια μια συνοριακή γραμμή, όταν το πράσινο έχει ξεσκίσει τα όρια -;- με θυμάσαι που τα τύμπανα ηχούν-;-

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

κίτρινοι τοίχοι

η φωτογραφία ανήκει στη Νικολέτα Γερολιμίνη
κανένας στίχος δεν κράτησε κανέναν μαστό. / το μυστικό μου θηλιά στον τοίχο μου / στο μάτι μου ο καπνός, το γέρικο σπλάχνο του θωρηκτού μου ονείρου / το αποδεικτικό ξερόκλαδο του πνιγμού μου / στο σούρουπο "σβήνω" της αυγής που μ' απέφυγε / όπως το φιλί ο τρομαγμένος με τις αλυσίδες στα πόδια. / Κανένας Ιούδας ποτέ δεν αυτοκτόνησε / μόνο κιτρινίζουν και κιτρινίζουν τα χέρια μου. / κι ας απέφυγα το δείπνο / μαχαιρώθηκα με τη γνώση του επόμενου λεπτού στις επίγειές μου συναναστροφές - τα έντομα λεηλατούν θανατηφόρα -/ και σε καμιά γραφή δεν χαράχτηκε η αλήθεια: / πως ο προδότης, να μας πουν / ποτέ δεν αυτοκτόνησε / μόνο γεννούσε και γεννούσε ασύστολα τη συνήθεια μαχαίρι στο στήθος, κρυφά τα βράδια θολά.


τένοντας σπαρμένος


































μύριες φορές σημάδεψα το θεό μου με τη λησμονιά του θρύλου μου. κάποτε τρυπωνόμουν στα στερνά αντίο της σάρκας μου μέσα σε ραφές βλεμμάτων ανυποψίαστων δειλινών και με γονάτιζα με απορίες ανάστασης. κάποτε σύχναζα σε στύσεις μυαλών βράδια στο άπειρο. μετά έτρεμα να σωθώ τον πανικό μου μέσα στην απόρθητη φωνή του όλου μου. κάποτε ναυαγούσα στην Άνοιξη του τρίτου τοκετού ενός μετώπου φωτιάς. τότε, έκραζα κουκουβάγια στο δέντρο το γέρικο των καιρών της θύελλας. δίχως φώτα συνήθιζα ν' ακολουθώ πυροφάνια, μέχρι που κουτσός ανακάλυψα την πηγή της απορίας: "Ζει ο Αλεξάνδρος -;-". από τότε, κολυμπώ μονάχα διαιωνίζοντας την απάντηση στο χάος των υδάτων. από τότε, τα ύδατα σταμάτησαν να με καλύπτουν. ξεβράζομαι ένα δάχτυλο με τένοντα σπαρμένο σε άμμο απάτητη. μόνο η αύρα γνωρίζει την κυριαρχία της δίψας μου και το μαρτύριο της οδοιπόρου αναπνοής μου. κουκίδες τα σωθικά των λεπτών μου στις επικλήσεις των μελών μου. από τότε θρυμματίζομαι ανιστόρητος σε θαλασσινές αμαρτίες.

θυμήσου το ταξίδι




























σσσσσ -!- αν δεν ακούς..: τελειώνει ο κόσμος στο πλάνο των ματιών μας. στα χέρια μας έχουν από καιρό εξαντληθεί τα δάκρυα. προλαβαίνουμε να σπάσουμε τα κουμπιά μας να μιλήσουμε με αναπνοές. αν με δεις να πηγαίνω, μπορείς να θυμηθείς το αίμα του αγριμιού - κράτησέ το στα χείλη σου, να ΄ναι οι φωνές μου στους γκρεμούς μου "Παρόν" στο άβατό Σου που μούσκεψα. μόνο να θυμηθείς - θα δεις απ' το τέλος τον ερχομό μου στα σκαψίματα των ωκεανών Σου.

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

μα κάθε φορά


































ισορροπιστής σε χρόνο απόντα στο αχανές μιας φωτιάς. νεκρός και ζωντανός, σαν κύμα που πρόκειται να συμβεί και σαν κύμα που συμβαίνει ανάμεσα σε Ήλιο και Σελήνη. την κατάλληλη εποχή, τον κατάλληλο χρόνο στο τικ του ρολογιού ποιος είναι ο θάνατος και ποια η ζωή -;- ποιο Φως χύμα στο χύμα του απέραντου -;- απόψε με πίνω στο σκοτεινό μου υπόβαθρο σπαραχτικών σκοπών, έξω απ' τα ρήγματα των διπόλων. χρειάζεται μια σκόνη στα μάτια να μιλήσεις κενός. ίσως μια ψευδαίσθηση που έφτιαξα να υποχωρεί το τέλος μου. το απέναντί μου - ο Λυκαβηττός στις καμπύλες του τρία, να γεμίζει το οδοιπορικό κάτι πλήρες σπαραγμών. έτσι φυσούν τα κενά με καλάμι τους ήχους των μαρτύρων, που επιστρέφουν ψαρεύοντας άστρα στο απόλυτο σκοτάδι κάτω απ' τη σκόνη των τσίγκων με τις σημαίες και τα παράσημα. κι ας μη βρέχει, μας φέρνει η βροχή.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

δυτικές σιωπές






















όσο ανεβαίναμε επίπεδα, σκαρφαλώναμε τις σιωπές μας στα αποσιωπητικά της συνέχειας, με τις διαχρονικές παρεκκλίσεις μας στους χειμωνιάτικους σταθμούς. / ίσως αν άγγιζες μια ανεμώνη, να θυμόσουν την αρχή, και να μιλούσα με τα κρυμμένα σου στα νεφελώματα του νήματός σου. / κι όσο ανεβαίνουμε επίπεδα, σε παράλληλα επίπεδα, αιμορραγούν οι ανάσες μας, που δεν μπόρεσες να παραδεχτείς ότι το νεύμα μου είναι το γέμισμα του νωπού δειλινού με δίχως εποχές και χώματα, κι ο παραλλαγμένος καιρός που έπαψε να τρέχει χαμηλά- η μαύρη λάσπη, που κρατάει άδεια τα μάτια των πειρατών. κι εκεί, γεννάται πόνος και καταφύγιο - με τις σειρήνες μερόνυχτα -. κι όσο μαγεύω τη μαγεία μου μιλώ με τη δύση.. να της πω..: "τι όμορφα που λιώνεις τη βροχή στα όστρακα των φτερών σου..!" ένα πουλί, άγριο πουλί, ακροβατεί στον οίστρο μου και είσαι. ..μα, είσαι εδώ -;- σιώπησε το κάστρο μου και τρομάζω.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

αστραπή το παρόν
























πόσο τετράγωνα μίκρυναν τα παράθυρα των ανθρώπων.. -!- και πόσο ανεξάντλητοι οι κύκλοι των αμαρτιών μας πάνω απ' τα παράθυρα..-!- η επίγεια κατανάλωση του χρόνου μας ξοδεύτηκε σε μια ξενιτιά μου και μια άγια ματιά σου τη τάξει των θνητών, με αταξία πλανητών στ' αγριεμένα μάτια μας που έπιναν το σύμπαν, με την ανυπότακτη μανία καθαρμών στη μυστική οδό του ασυννέφιαστου στην πύλη των τιτάνων εν ώρα μανίας. με αγρύπνια ήχων σιωπών, πάνω απ' τα κάθετα, να ουρλιάζουν τα υπερκόσμια - φαινόμενα αόρατων από τα τυποποιημένα μάτια του νου με κραυγή εν κρανίω, στην πέτρα και στη σάρκα που στένευε τη σάρκα των τρελών, κι ενώ χυνόμουν στα πέντε της θαλάσσης αστραπή το παρόν, στο μέλλον του έρωτα με βλέπεις. ξεχειμωνιάζει το άχρονο σε ξέφρενο δειλινό. στο παράπλευρο της Νύχτας βουνό των βράχων, στη Σελήνη που ορώ, η Σελήνη μας στο χαμόγελο των Νερών, στα πελάγη με τα χέρια του άπειρου και της αρμύρας τα χείλη στα χείλη των ιερών, που τα σίδερα ματώνουν από πύρωση των θεριών, θεριεύεις μαζί μου. σε έχω στ' απέραντο και με κατέχω άσβεστο. τότε που στέκομαι απερίγραπτος κι εκτός, τα παράθυρα σκίζονται των ανθρώπων - εφημερίδες κατοχής για τη συσκότιση των καημών - βαρκάκια στο στόμα μου των οπών σου το κύμα. και φτάνω, από ένα φεγγάρι, φεγγάρι μου, έξω από τα κλειδιά των αβύσσων. περνάμε τρελοί πρόσφυγες καταρρέοντας την πλάνη και το χώμα. στη μυστικότητα των κήπων περνάμε αιώνες. θυμάσαι τη βροχή -;-

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

ύποπτος βροχοποιός





























οι αιώνες μου πλέον ρέουν από το φλοίσβο τους στους τοίχους μου και στο πάτωμα της σάρκας μου μετά. στη φωνή μου κομπάζουν για τους αιώνες τους, κι η φωνή μου σπαράσσεται κάτω από το υπέρβαρο του σκότους μου. τόσα στενά που διάβηκα κι εσύ δεν ήσουν, με κρατούσα βρεγμένο να θυμάμαι τη διάλυσή μου ανάμεσα στις ζωές εμβίων και λόγια χύμα τοκετών σε διαβάσεις πτηνών, ακόμη και παιδικών ονείρων καλοκαίρια σε άπειρο. κι όλοι μου οι αιώνες, γατζωμένοι περιστατικά μέσα μου, να σπάνε το δέρμα μου σε θρύψαλα και να κλαίνε οι εαυτοί μου.."πού ήσουν..;" δεν έβρισκαν. την τελευταία μου μέρα, ήπια όσα χρώματα μπόρεσα να δω, κι ανέμενα ξανά τον ερχομό σου. και με είδα, ύποπτο βροχοποιό στην αταραξία του καύσωνα με τα ζαλισμένα κουφάρια μου, να επιστρέφω από τη λησμονιά σου. αμίλητος ταξιδιώτης ενός πατώματος, διώκτης μου, διψούσα συνεχώς, ώσπου είδα: τα καρφιά στα πλευρά μου, ακόμη και η τρύπα στον κρόταφο, που έχασκαν τα μυαλά μου, είναι που σε σκάλισα στους τρεχούμενους αιώνες μου, στους τοίχους μου που ρέουν οι ριπές μου, και η φωνή μου που βούλιαξε στο βάρος μου μιας νύχτας η ζωή μου. πότε θυμάσαι, δεν έμαθα ακόμη.

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

με πόσα μυστικά..-;-


























Άνοιξε επιτέλους το παράθυρο να σκορπιστούν τα φαντάσματα -!- και κράτησε τη Νύχτα στα χείλη να μου μιλάς.
με πόσες ρωγμές πονάς απόψε -;- γέμισαν πυρομαχικά οι φλέβες μου και η φαιά μου απασφάλισε το ήτα της αποσβολωμένη σε γκρεμούς. πόσες πληγές μου τολμάς και πόσους γκρεμούς μου μπορείς ν' αρνηθείς -;- να λακίσουν τα τρωκτικά, να μιλήσει το νερό σκοτάδι και να κλείσει μετά το παράθυρο -;- μπάζει φωτιά και κρυώνω και με πόσα μυστικά μ' αγαπάς απόψε -;-

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

υδάτινα μάτια






















""η βροχή", λέει, "σταματάει νωρίς, όπου πάω εγώ..και θέλω να μη θυμάμαι"
και λέω..: στο σώμα της βροχής, η μνήμη του ουρλιαχτού, ο μετέωρος τσίγκος, ο πόνος όταν εισέρχομαι στον κύκλο του μυαλού μου, το δάχτυλό μου με τις αγκίθες που παραμερίζω τα ουρλιαχτά, το παρόν του νοτιά στα μάτια μου, κι Εσύ πίσω απ' τα μάτια των υδάτων το προηγούμενο βράδυ με το γρατζούνισμα του ήχου στις επιθυμίες μου, στην επιγραφή παρόντος μου με τη βαριά, χειμωνιάτικη, κουρτίνα, κι απόψε η πορεία του λύκου στον αδίσταχτο σπαραγμό κάτω απ' τη χαραμάδα της πόρτας σου, όταν Εσύ νομίζεις πως κοιμάσαι."

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

ευέλικτες χαραυγές



























"Θα μπορούσα να σε πω:"Νέφος μου..-!-" - / Μην απορείς.. μ' έχουν στάξει τα μάτια σου όταν μιλούσαν τ' αμαρτωλά σου "εγώ" στα χαράγματα της πανοπλίας μου και στριφογύριζα λαβωμένο φίδι στην παραπλανητική αποσκευή μου, σαν ξέμπαρκος καιρός που θυμήθηκε άξαφνα τις εμβρυακές του γκριμάτσες - εκείνες των αρχαίων καιρών που ο χρόνος ήταν άοπλος στα σπάργανα και η απολυτότητα στο μηδέν των προεκτάσεών της. /
Οι κατοχές μας διαχρονικές - τις κάναμε να μας μοιάζουν οι Σειρήνες τους. .. Κι όπως ερχόμουν να σε βρω, μέσα στις λατέρνες άκουγα το παράξενο χάλι μου - να τρέχω αιώνια πάνω στα νερά και κάτω απ' τα φώτα και κλείστηκα στα υπόγεια των φυλακών. Μέναμε χαμένοι στη λαχτάρα των αποριών μας και πόσοι καιροσκοπούν με τις δίψες μας..! - κατοχικές δυνάμεις με τ' άρβυλα του τρόμου -. Έτσι άρχισα να πριονίζω τα σιδερικά μου - περίφραξη στη φωνή μου - με τα νύχια, να σκαρφαλώνω στα επίπεδα των υπονόμων μ' ευέλικτες χαραυγές στα πόδια. Θέλω τα νέφη σου στην υγρή μου φωτιά να σμίξει ο κεραυνός μας στο ίσιωμα των πεζοδρομίων να σπάσουν τα πατώματα των απατηλών εαυτών. Να σπάσουμε τα τέλη -!-
..Ακούς -;- Να σπάσουμε τα τέλη -!-" (Προμηθεύς Πυρφόρος)


Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ματωμένο δέρμα


































Τις ώρες που ξεστρατίζουν τα χέρια μου, να σου πω, τα κρουστά μου "θέλω" ανάβουν διαδρόμους φωτιάς στο έλεος των τοίχων μου. Υποχωρούν, τότε, οι διαστάσεις στην τελειότητά τους και οι μαύρες ρωγμές με καλούν ν' ανιχνεύσω τις σιωπές των αποστάσεών σου - ένα τρένο που προσπέρασε τους σταθμούς και ταξιδεύει μόνο με την ανάμνηση μιας βαλίτσας νέφη / μαύρα της μπόρας /. Δεν έμαθα ακόμη αν με είδες που περνούσα ελαιογραφία τοίχου δίπλα απ' το παράθυρο. Αδυνατούν συνήθως οι άνθρωποι στο πίσω των πραγμάτων. Στο βαγόνι μου έχει μείνει το βράδυ των ρόδων και τρία πανσέληνα φυλαχτά της καρδιάς μου - μια οδός με λάφυρα, η λίθινη φωνή του αγριμιού και το βλέμμα σου καθώς ερχόσουν κι έφευγες δίχως να κλείνεις την πόρτα. Και δεν έμαθα ακόμη. Δεν βλέπω - με γάζες στα μάτια μου κι η αφή μου σ' άπαιχτο έργο κι άπαιχτη ερημιά -. Πίσω οι ήχοι μου τραντάζονται σε σεισμική ακολουθία με το αεί των ελεύσεών μου. Θα με ανιχνεύσεις τυφλό να ματώνω το δέρμα του θανάτου μου. Μη φοβηθείς -!- Προϊστορικό αίμα κυλάει στη θύμηση των πετάλων σου κι ανεστραμμένη πυραμίδα ο όγκος μου γραπωμένος απ' το καρφί των παραπτωμάτων μου. Γι' αυτό ταξιδεύω ακίνητος στην ιστορία του τοίχου μου, με θλίψη σταθμάρχη στη μνήμη καπνού και τσαφ του τρένου που άδειασε τους σταθμούς. Η πόρτα δεν έκλεισε ποτέ. Έρχεσαι ακόμη και ..φτάνεις-;- οι έγκλειστοι κόσμοι μου μ' ελαιογραφούν.

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

αναμμένη Σελήνη









ocean
 Κάθε που έφτανες τις σάρκες μου, οπισθοχωρούσε το χάος μου με πόνο φρικτό και οι απύθμενες ειδήσεις βουτούσαν στον περίπτερο ναό μου, μέχρι που τα μυαλά μου φλέγονταν και βουτούσαν στα υγρά μυστικά σπάζοντας το χρόνο τους . Τότε ξυπνούσε το δωμάτιό μου - μια ανήθικη σκιά από ντουβάρια άδειου - και μ' έκλαιγε για όλες μου τις πτώσεις, να γεμίζω ιδρώτα και λεπτά. Μετά χανόσουν - αέρας που ξεφεύγει από τα σκισμένα μου χέρια και ο αόριστος τόπος μου κάρφωνε τα παράθυρά μου με παραμιλητά κι έναν πνιγμό αναπόφευκτο. Είναι η τρύπα στην καρδιά που παραλύει τα μέλη μου και δεν γνωρίζω. ..Πού είσαι -;- Αναμμένη Σελήνη στο ταβάνι μου αντιγυρίζει το ήχο μου και φτάνω.
Πρέπει να φτάνω πάντα για να ΄χουν έννοια οι καταδύσεις μου στον ερχομό σου.






Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

τα δάχτυλα























όταν μιλάει το αίμα
βρυχώνται οι καιροί
*έτσι καταγράφονται οι ιστορίες της θάλασσας στα μυστικά τα μάτια των βράχων, με το νου της αρμύρας, και παίρνουν υπόσταση τα κύματα - δάχτυλα των νερών - λυκοβατούντα στη σκόνη των ορίων, που σπάνε τα τέρματα.
και σπάσαμε τα τέρματα των συνοριακών σταθμών._

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

απυρόβλητο φιλί


































Χιονίζει φτώχεια, βιτριόλι και τίποτα.
Στους σπασμένους θεούς
χιονίζει σκισμένο το δέρμα των ανθρώπων
Σε σατανική αποσύνθεση ο νους
Στη βάση - ο φόβος
που σάπισε το ανόθευτο
Ανάμεσα στις εικόνες
το πέταγμα αιμορραγεί
κάτω απ' τη γύψινη μάσκα
Στον πάγκο του χειμώνα
μοναξιάαααα -!- - απροκάλυπτα πλέον
βγάζει υστερία στο λεκτικό τ' ουρανού
Στον Λόγο του θανάτου
το στεγνό ορυκτό της αλύσου.
Ντουμάνι η σκλαβιά των κατασκευασμένων θεών.
Στα καταφύγια είμαστε δυο και τρεις σε
παραλήρημα αλκοόλ -
στο μαύρο καπνό ερωτευόμαστε ακόμη -
Κι ακόμη
δεν ντρεπόμαστε να θηλάσουμε
τον αντίχειρα της ανυπακοής
Και μέσα στα λιβανιστήρια
πίνουμε τη θύμηση
στην ευθεία που κοχλάζει πάθος και
ατερμάτιστο βράδυ -
κάτω απ' τη Σελήνη και πιο κάτω
απ' το πέλμα του Πλούτωνα
με το κυανούν της γέφυρας
να επεκτείνει τη γλώσσα
σε φιλί απυρόβλητο
εποχής ποιείν.
*Αγκαλιάζοντας τους νεκρούς μου
σε θέλω πολύ
και χιονίζει μίτους._

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

..μείνε..




















Τόσα δέρματα που όφειλα ν' αδειάσω
δεν μπόρεσα ποτέ μου να λησμονήσω
τις πολιορκίες με τους αλμυρούς σταθμούς.
Χιόνιζε πάντα απέναντι και μέσα μου εσύ
με βαλίτσα αιμορραγούσα παλιών "εγώ".
Τόσα αγρίμια που φυλάκισα στο στήθος μου
η φωνή μου βρυχάται στα εκδοτήριά σου.
Το ράπισμα των φιδιών κι η κρυφή ανάσα
το παράθυρο του βαγονιού που δεν σταμάτησε να κλαίει 

η αρχαία γλώσσα της θαλάσσης
και η νύχτα που τρέμει στ' αξημέρωτα νέα -
εικόνες που σπάνε το βλέμμα μου σε μύρια -
Θα χαζέψεις το χάος μου στο ανάκλιντρο της προσμονής μου-;-
Να μαζέψεις τα κομμάτια μου / πόσα σκοτάδια άβυσσος
να σκαρφαλώσω τα άσματά σου...(;)-!- /
..Δεν ήταν και ήσουν κι εκπνέω ακόμη βουνά.
..Στα εκδοτήρια που ξενυχτήσαμε
κι απέναντι χιονίζει "να μένουμε"
πόσες σάρκες γέρασα με δαγκωμένα χείλη
σε "μαζί μου" καθρέφτες μιας αναμονής
κι ένα σε .. έφυγε το τρένο
κι άδειασαν κι οι σταθμοί._