Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

στους συρμούς του απείρου


































θυμάσαι που έπεσες απ' το άπειρο; απ' την τρικυμία στα χείλη που σκόνταψες στον τρόπο -;- απ' τον ορίζοντα του γιαλού που έγραψες με το δάχτυλο σε έν' άστρο κι έπεσες -;- να σου πω..: στην τρικλοποδιά που μου ΄βαλα και έσπασα στη γη, το άπειρο θροΐζει ακόμη στη δίνη μου. μύρια κατάγματα και άλλα τόσα κι όλο γυρεύω το κοίταγμα των αμπελιών με τη χαλύβδινη πυγμή των σπόρων. κι ενώ η φωνή μου ξεκινά από τα δάχτυλα - διπλά πέντε οράματα στ' ανυψωμένα ιδανικά μου, οι αξίες στο έπακρο, και τα κάτοπτρα θολά - γυρνώ χαμένος στους συρμούς των βλεφάρων σου από τότε. στην παρεκτροπή μου, με τα επίγεια νεύρα μου μετράω τελείες στο χώμα που πατώ. πολλές φορές, καταπίνω νέφη και παίζω με κεραυνούς, να νιώθω την πορεία της καταγωγής μας. κάποιες άλλες, παλεύω με στοιχειά να νιώθω τη συντέλεια στη φωλιά του Κρόνου, κι έξω απ' αυτή να μας ζωγραφίζω με φτερά. στα λεπτά των σιωπών, που οι εντατικές τρυπάνε τ' αυτιά μου, παίζω με τα ελάφια στον κήπο της θεάς, κι ύστερα παγώνω. στις εποχές των παγετώνων, θυμάσαι -;- άυλες φτέρες αγκαλιάζαμε τις επόμενες καταχνιές και πονούσαμε. πονούσες -;- στερέωνα το απόλυτο στην κινούμενη κορυφή του βουνού ν' ανεμίζει το φως μας και γελούσαμε μετά. τώρα οι ραφές του προσώπου μου μοιάζουν στις γραμμές της παλάμης μου. είναι ίδιες. άλλα σκισίματα τ' άφησα ανοιχτά -ας μπαινοβγαίνουν οι ύαινες να ζουν το θάνατό μου -. τι αξία έχει ο θάνατος αν φοβάσαι τα σαρκοβόρα σου -;- θυμάμαι κάποτε πως στάζουν τα μάτια βροχές και τότε αισθάνομαι την οσμή των ωκεανών σου. η θέλησή μας είναι που γκρέμισε τη φωλιά του κούκου. η θέλησή μας γι' αναπνοή. κι εδώ, που ο τόπος μαντρώνει με σύνορα, σπάω και το μυαλό μου. τι να το κάνω το είδωλο πάνω σε μια μια συνοριακή γραμμή, όταν το πράσινο έχει ξεσκίσει τα όρια -;- με θυμάσαι που τα τύμπανα ηχούν-;-