Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

απυρόβλητο φιλί


































Χιονίζει φτώχεια, βιτριόλι και τίποτα.
Στους σπασμένους θεούς
χιονίζει σκισμένο το δέρμα των ανθρώπων
Σε σατανική αποσύνθεση ο νους
Στη βάση - ο φόβος
που σάπισε το ανόθευτο
Ανάμεσα στις εικόνες
το πέταγμα αιμορραγεί
κάτω απ' τη γύψινη μάσκα
Στον πάγκο του χειμώνα
μοναξιάαααα -!- - απροκάλυπτα πλέον
βγάζει υστερία στο λεκτικό τ' ουρανού
Στον Λόγο του θανάτου
το στεγνό ορυκτό της αλύσου.
Ντουμάνι η σκλαβιά των κατασκευασμένων θεών.
Στα καταφύγια είμαστε δυο και τρεις σε
παραλήρημα αλκοόλ -
στο μαύρο καπνό ερωτευόμαστε ακόμη -
Κι ακόμη
δεν ντρεπόμαστε να θηλάσουμε
τον αντίχειρα της ανυπακοής
Και μέσα στα λιβανιστήρια
πίνουμε τη θύμηση
στην ευθεία που κοχλάζει πάθος και
ατερμάτιστο βράδυ -
κάτω απ' τη Σελήνη και πιο κάτω
απ' το πέλμα του Πλούτωνα
με το κυανούν της γέφυρας
να επεκτείνει τη γλώσσα
σε φιλί απυρόβλητο
εποχής ποιείν.
*Αγκαλιάζοντας τους νεκρούς μου
σε θέλω πολύ
και χιονίζει μίτους._