Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

μαύρο, λένε.


υπάρχουν από πάντα κάποιοι, μαλάκες τους λες, 
που δεν πετούν στα σύννεφα,
/ που δε σε παραμυθιάζουν,
που δε σε ψαρεύουν,
που τους βρίσκεις στ' απόμερα,
στις άκρηες, κι έξω πολύ,
που σου στήνουν κόσμους
και σου δείχνουν δρόμους, /
και δεν τους βλέπεις
γιατί η φάτσα τους, σου λέει: μαύρο
/ που δεν έχουν ταμπέλες
κι ούτε λογιών συνδρομές /
..Υπάρχουν πάντα Ποιητές -!- κι ας τους λες...

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

μ’ ετοιμόρροπα επόμενα

Κατηφορίζουμε λοιπόν
απνευστί
απαγγέλλοντας εξεγέρσεις
/ οι απαγγελίες επιτρέπονται.
κατευνάζουν τις εξάψεις /
μ’ ένα πιάτο σπασμένο
ή ακόμη και με σκόνη
απ’ το ράφι ψηλά –
περιφέρουμε το φαγητό μας –
ό,τι περίσσεψε απ’ τη θύμηση,
οι άνθρωποι δε νοστάλγησαν
τη μιλιά τους ∙
εξαντλήθηκαν στους αυτοκινητόδρομους
με σπινιαρίσματα και στοπ χειρόφρενου
δεήσεις, και τάματα
σε βερνικωμένες μορφές
πλάι στις ανοχές των οίκων τους
Μ’ αναθυμιάσεις μπουκώνεται το ανάστημα
/ πόντο τον πόντο νομίζεις
πως έχεις ακόμη καλσόν.
οι ντίβες εξάλλου, όταν ξεθωριάζουν
συνηθίζουν να κυκλοφορούν
με τα κάλυπτρα του τότε /
κι αν παραπατούν τα άκρα
είναι η εσώτερη κίνηση
και, πώς χάθηκες στη ζωή σου.
Απαγγέλλεις έτσι
ξεδοντιασμένα όνειρα
κι έρωτες, που πήδηξες πρόχειρα
/ τυλιγμένος σεντόνι υγρό,
μ’ ετοιμόρροπα επόμενα /
Πάει ακόμη.
Και πάει ακόμη.
Κι οι σελίδες
Δε θέλουν να κλείσουν.
αρνούνται την άβυσσο.
λες κι οι καιροί
συγχώρεσαν ποτέ κάποιον
Πόσο παράξενος έγινες
γερνώντας -;-
Πόσο παραξένεψα κι εγώ.
Ανισόρροπες οι αγάπες πια.
Ανισόρροπα τα φιλιά.
Έμεινες σεντόνι στη γενιά σου.
Σε ράβω με ξέφτια
καληνυχτίζοντας
μια πεζοπορία
κι έναν καημό.
Μεγάλο το βράδυ απόψε
δίχως φιλί.
Καληνύχτα. _______ Προμηθεύς Πυρφόρος _______

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Φύγε από δω

«Τα μαχαιρώματα, τα δίποδα, και τα θεριά, σε πισώπλατη ... φιλική προσέγγιση.»

Ακόμη και στη σκέψη σου, όταν ακονίζεις το μαχαίρι, σε βλέπω. Με νομίζεις τρελό, που βγάζω παλτό, μπουφάν, σκουφί, πουλόβερ..τα μποτάκια. Ανάβω στριφτό, ανεβοκατεβαίνω κουπαστές, και γυμνός περιμένω, αδιαφορώντας και για το αν έρχεσαι. Ακόμη και τα βράδια – παλιά υπνοβατούσα – τώρα απλά, δεν κοιμάμαι. Συλλέκτης ήχων έγινα. Καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο φυσάω τον καπνό μου, και υπάρχω. Στα σύνορα, παίχτηκαν οι πιο δυνατές παραστάσεις. Απέναντί σου. Σα να με θέλησε η μοίρα, μέσα στην κατάρα μου, να υπερτερώ στα φαινόμενα, κάτω απ’ τις πέτρες, και πίσω απ’ τις βιτρίνες, και να είμαι απέναντι απ’ τ’ άκρα σου. Ισορροπεί η Φύση. Και τούτη τη μοίρα την ευγνωμονώ. Αντικοινωνικά και απροστάτευτα, νομίζεις πως παραληρώ. Νομίζεις ακόμη πως πλανώμαι. Νομίζεις πως με τραβούν οι πλαγιές. Μη σου πω, και τα χάσεις: «Οι κορφές με συναρπάζουν. Για να τις φτάσω παίρνω πλαγιές». Γελάς, και προκαλείς. Τις περισσότερες φορές με παίρνεις στο κατώπι. Φωτογραφίζεις τα δακτυλικά μου. Χάνεις το μπούσουλα. Πέφτεις σε λαβύρινθο. Σα φίλος, που είσαι, μερικές, με συμβουλεύεις. Πως να χτενίζω τα τσουλούφια μου..! Μεγάλη η Τέχνη της χτένας. Το μακιγιάζ οργιάζει, κι εγώ, που έμαθα να γαυγίζω στα καιρικά όλα, αναστατώνονται πάντα τα μαλλιά μου. Ατακτοποίητος σου χαμογελώ. Πάντα στα φιλικά, απαντώ με χαμόγελα. Αφιερώνω κιόλας άσματα και σκέψεις. Πιάνεσαι. Βρίσκεις άκρη να ξετυλίξεις κουβάρι. Νέοι διάδρομοι. Μπουσουλάς. Σε συμπονώ που κρυώνεις. Είχα ένα πλεκτό για σένα. Του έλειπε μόνο ο λαιμός. Τον χρησιμοποίησα για στέκι μας, σε κάποιο αντάμωμα των ματιών μας. Δεν κατάλαβες. Μα δεν μπορώ να εξηγώ και να απολογούμαι συνεχώς. Πάντα κάτι υπάρχει δικό μας, όταν τρέμουν τα φώτα που μας συνδράμουν. Με συμβουλεύω, να μένω με το κασκόλ μονάχα. Ποιος είμαι εγώ, που θα σου πω πώς να συλλαβίσεις το όνομά σου -;- Δεν παίρνω όρκους για τους τονισμούς σου, κι ας πήρες εσύ για μένα. Το πώς βαδίζω δηλαδή, και που ξοδεύομαι τα βράδια. Σου λύνω όλες τις απορίες. Σου στέλνω γράμματα απ’ τα όρια. Πρέπει να λέω τον καιρό. Αύριο χιονίζει, και οι ανήθικοι έχουν προβλέψει για το πάγωμα των φιλιών μας. Ακόμη και το μαντήλι που κουνάμε στις προβλήτες κοκαλώνει. Τι κι αν μου έκλεισες το μάτι; Φιλικά οι υποσχέσεις, μένουν υποσχέσεις, όταν στα τέσσερα βαδίζεις. Έτσι, τα μηνύματά σου, ακινητοποιούν τις αισθήσεις μου. Πίνω ρακόμελα να γεμίζω τις φλέβες. Πώς νομίζεις γράφονται οι στίχοι; Με ντουμάνια αιμορραγούντων δειλινών. Δε φοβάμαι τις σφαίρες επομένως. Καθένας, εκεί που τάχτηκε.
Εσύ δίποδο. Εγώ θηρίο. Εσύ στα τέσσερα. Εγώ στα δύο. Με τα μπροστά, έχω να ξεκαρφώνω συρματοπλέγματα, κι εσύ πρέπει να τρέχεις να προλάβεις. Προς υπενθύμισή σου: «Τα θέατρα ανοίγουν στις εννιά και κλείνουν στις δώδεκα». Αν χαλάστηκες, που θα είσαι πάλι θεατής, δες τις ειδήσεις. Κι ένα ποτήρι γάλα μαζί, είναι ό,τι πρέπει. Δώρο, της φύσης, για τις αφύσικές σου παρενοχλήσεις, τόσο που σπαταλήθηκες ... μαζί μου.. -!-

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

νύχτες φαινόμενα

η φωτογραφία του Προμηθέα Πυρφόρου


Ισορροπιστής σε ξυράφια κενό
/ένας λαός ουρλιάζει σιωπή /
Άλλος ένας παλμός –
κι άλλο ένα δάχτυλο χύμα –
κι άλλο αίμα
Σφυγμός σε πρόσημα αντίθετα –
μείον τριγμός
με σειρήνες φονιά
άπιστες στη δικιά μου έξαρση
Δείκτης απών
Ο μέσος καμπουριάζει μα..
ξετυλίγεται άνεμος
Μια αργοναυτική ακόμα
/ αν δε βρω το χρυσό
θα τσακίσω τις παλάμες /
Και ρότα κόκκινη
Η σελήνη δειλιάζει
Σκοντάφτω στο κύμα
Κι άλλος πνιγμός –
Κάνω τρικυμίες
να δέσει το όνειρο.
Έφυγα πριν την αφιέρωση
/στην αφιέρωση,
οι σχισμές των ματιών της
συμπληγάδες, με λήστεψαν /
Άυλα  ταξιδεύω στις σειρήνες.
Πορεία καταραμένου και βάλε.
Νομίζεις πως φαίνομαι.
Δεν πιάνονται οι οργισμένοι -
καμουφλάζ φεγγαριού
τη Νύχτα των λυκανθρώπων.
Έμεινες στα φαινόμενα.
Δες με, λεπίδα. Τυφλώθηκες.

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

πες ενα τραγουδι



όταν διαπράχθηκε ο φόνος
ο νεκρός αναστήθηκε πιότερο νεκρός
και γύρεψε τους δολοφόνους του.
Η δικαιοσύνη έπραξε το έργο της
Ο δολοφόνος δήλωσε θύμα
Ο δολοφόνος θυμήθηκε τους κροκόδειλους
Κι οι κροκόδειλοι τον κατασπάραξαν
Κι ο Νεκρός εποίησεν Έργον Ιερό

__________ δεν είναι βία, είναι το δίκιο ________

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Πάει κι Αυτό



πάντως, εμείς κάναμε το χρέος μας -
γράψαμε στίχους
αναρτήσαμε φωτογραφίες
/κάποιος ακόμα δηλώνει ήρωας /
ουρλιάξαμε με τις ερπύστριες
δοκιμάζοντας τις φωνητικές μας
Άι σιχτίρι, μας κουμαντάρουν οι μέρες
τι ακούμε; σκυμμένοι στον τάφο μας
καθαρίζουμε μάρμαρα.
μάρμαρο είναι το κορμί μας
και θέλουμε και έρωτες..
γαμώτο! κάναμε κι εχθές το σταυρό μας
ικέτες του μεγαλοδύναμου
/ το χρέος μας - ένας σταυρός, και δάκρυ /
έπαψα να δακρύζω
μας βαρέθηκα
φιλόσοφοι του λίγου μας
να μοιάζει έργο τεράστιο
με τις αλυσίδες στα πόδια
κάνουμε καμάκι στις μοιραίες.
ανεπρόκοπη ζωή.
τρώμε λουκουμάδες
χαλβαδιάζουμε με τα μέλια μας
σύντομα τελειώνει ο χρόνος.
πρέπει και πάλι να
προβάλω τις ικανότητές μου -
να δείξω τους μυς,
τα δόντια..δεν μπόρεσα
ακόμη να ξεπλύνω τις φυλακές μου
τα παπούτσια τρύπησαν
κι ο τάφος μου; λάσπες και λάσπες.
/ τα δικά μου μάρμαρα τα ονειρεύτηκα Πεντέλης. δεν είχα ποτέ.
κάτι  μονάχα τύπου..να το παίζω στις γκόμενες εραστής /
πάλι και σήμερα άνεργος θα είμαι.
δίχως χαμόγελο
και μ' άγρια φάτσα
ποιος θα στραβωθεί να μου δώσει μυστρί;
θ' αφήσω τα ντουλάπια ανοιχτά
να βολοδέρνουν οι κατσαρίδες ελεύθερες
τι μου φταίνε τα έρποντα να παιδεύονται μαζί μου;
κι αυτή θα είναι, νομίζω,
η τελευταία μου ηρωική πράξη.

Καλημέρα στις βιτρίνες κόσμε!
κι εσύ ..ποιητά -!- φόρεσε το καπέλο σου!
οι καιροί βρέχουν κατσαρόλες..

Προμηθεύς ο Πυρφόρος

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

ήχοι κρεμαστοί

















Αθωράκιστες ομίχλες βαγονιών
σε πετρέλαιο τζάμι,
όταν καπνίζεις νοητά
κι αυθαίρετα και
το φλέγμα βουλιάζει
την ψυχή σου,
σαν τη μέρα που
σε πότισε εκρηκτικά νέφη
και δεν κοιμάσαι κλινήρης,
μα ορθός σε
στοίχημα κούρσας.
Κούρσα λεπτά που
σου τινάζουν το γιακά
που ξήλωσες με
πέντε ανέμους κι
ένα θλιμμένο μυστικό.
Πουτάνες οι πόλεις που
πιπίλισες μια καραμέλα υγρή
κι ένα σαξόφωνο -
ναυάγια του Βοσπόρου,
σε ξερόκλαδα θανάτου
μουσειακών ξενοδοχείων
που σ' απάτησαν με
νεκροταφεία να ωχριούν,
και να τινάσσονται μετά -
ανυπέρβλητες αξίες σταθμών,
των χνώτων που προδόθηκαν
σε αγοραίες φωτογραφίες
μιας καταιγίδας ο έρωτας
κι ενός φιλιού η μπόρα. ..
πάλι τρένα ονειρεύομαι
με ήχους κρεμαστούς

Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

πού είσαι; απόψε φοβάμαι κι εγώ
















Πάει κι αυτή η απεργία..
Εν απεργία άνεργος.
Λέω, είμαι, και είμαι
κι όπως και να ΄μαι.
Κι αυτό έχει σημασία.
Δε ζήτησα ποτέ ακροατές,
ακούω τον κρότο μου και
υπάρχω ακόμα και σιωπώντας.
Κάποιες φορές,
στα σκονισμένα παπούτσια μου,
με το δάχτυλο, ζωγραφίζω τελείες.
Ο ατελής εγώ, μιλώ και
στα κορδόνια μου
τι λέω πάλι -;- ....
Μαγνητοφωνώ κάποτε
τους ψίθυρούς μου,
να μην τρομάζω
τη σπηλειά του αγροίκου εαυτού μου.
Ε, λοιπόν, δύσκολο να καταρρεύσω,
όταν μπορώ να γλύφω
τα σκονισμένα μου δάχτυλα,
μετά το έργο Τέχνης,
που αποτύπωσα στα παπούτσια μου


Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

γελούν οι κόσμοι
















Οργασμός καπνών
Τρέχει κλεμμένο κονιάκ
Μιας σκοτεινής κατοχής
Στον κρότο των αισθήσεων
_ Τα λουριά ξεχειλώνουν
Μυστήρια στόματα
Ξεμπουκάρουν κλειδωμένα μπαούλα
Βαλίτσες, βιολιά
Περιφέρονται θύελλες
Κάπου δάκρυα
Από έρωτες βυθισμένους σε χλαίνη
Κάποιου πολέμου μ’ ερείπια πόλης
Που κρύφτηκε σε φωτογραφίες
Μιλώ με τη φαλτσέτα μου
Ρωτώ «πού πήγαν τα παιδιά μου;» -
Εκείνα τα δειλινά
Που έσπαγα πινέλα
Στο καθρέφτισμα των άθλιων αιώνων
Απόκριση απ’ το υπόκωφο
Σε ένα υπερπέραν χορού.
Τώρα με κρατώ απ’ το μανίκι των ίσκιων
Εισέρχομαι σε βιβλία
Κι ανακατεύω μαγειρικές –
Φακές με δάφνες μπαγιάτικες
Αρουραίος σ’ ένα μεθύσι νόστου
Για τούνελ κάτω απ’ την πόλη
Των ηλιθίων
Κολυμπώντας γέλιο
Στο λούνα πάρκ, έξω απ’
Το σπίτι των τρόμων.
Έχω ένα κόκκινο
Στο μυαλό μου να σου μοιάζει
Με σεντόνι απ’ το μαύρο
Που μ’ ανάθρεψε
Γενικώς πλανάται γενικότητα
Και γενικώς υπάρχω
Σε ειδική αποστολή
Γυμνών παρελάσεων
Λέξεων
Στο αύριο του τώρα
Στη μυρωδιά της σάρκας σου ∙
Βρεγμένο ξύλο
Να μένω ναυαγός
Κάτω απ’ τα μάτια σου - τελεία και παύλα εγώ άστικτα

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

βυθοί ροών



Έρρεα στιβαρά ∙
μέλι πρωτογενές,
ανατρέποντας το νόμο της βαρύτητας -
Μείον σε Συν – τηρώντας πάντα
τη σημαντικότητα
του ανθρώπινου βάρους .
Στο κέντρο του γαλαξία, Εσύ ∙
βάρος ασύχναστο.
Στα κλειστά σου μάτια
αρμύρα γενναίου
Σε πρωτόγονη φυλή
η ηδονή.

Ρέοντας ανεβαίναμε ∙
υπόγειο – φυγή,
μ’ επιστροφή, στροφή, και ύψος
σε βάθος αντοχής, με δάχτυλο ένα
κι άλλο, μέχρι τα όλα -
επιστράτευση γενική
μέτρηση ανίχνευσης.
Ανιχνεύοντας, 
ιδρώναμε την παύση ∙ ένα
και μισό / θυμάσαι -;- / -
περαστική απόσταση
και το διάστημα μηδενικό.
Δεν υπήρξε κενό,
κι η παύση ∙ στακάτο και σύνθεση.

Όταν έρρεε το αλκοόλ,
Παρών επέστρεψα την πρώτη νύχτα –
είναι που στον Κανένα μου
βραδιάζει πολύ
κι ερωτεύεται βαθιά το φεγγάρι

Στην απουσία μου
οι παρόντες εξανεμίστηκαν ∙
αναμνήσεις και μόνο
Στην παρουσία μου,
βαρύτονες κραυγές
ακατέργαστων χρόνων

Απών φεύγω
μ’ αισθήσεις υψιτενείς
σε φαράγγια πρωτόπλαστα
σπάζοντας τον υμένα
της αποκάλυψης ∙
λύτρωσα τα θεριά
κι έπιασαν θέσεις στ’ ασύνορα.
Συνέχισα να ρέω.
Στο ξυλόφωνό σου
οι ήχοι σου διέρρηξαν
τους πόρους μου
Χλιμίντρισα μια γλώσσα απόσταση
από τ’ αστέρια
Σε πήρα σε στάσεις Ρ ο ή
με το δείκτη τεντωμένο –
πάντα παρών
ταξίδι και όλα
κι ακόμα σε στύση
οι θνητοί καταρρίπτονται -!-
Ασύλληπτες φάσεις
σε ουσίες άνευ,
«παρά» και «από»
«Στάξε μου κι άλλο,
αγαπώ φθινοπώρου»

__________ Προμηθεύς Πυρφόρος __________

Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

θυμήσου τον Σεπτέμβρη....



Ξεκούμπωτη ματιά
στο περιθώριο των μπουρδέλων τους
Σου πέταξα το βέλος των ονείρων
μ’ ένα βλέμμα κι ένα δισταγμό φωτιάς,
στο δισταγμό της θωριάς σου
Καθρέφτης φιλιού,
και παφλασμό δακρύου
Όργανα συμφωνικής,
για Μύστες και μόνο
Κι έφυγα δήθεν
με αλκοόλ στο Αίμα σου -
στο αίμα μου μια τρύπα φυγής
Κι άφησα πίσω μου ηλιόσπορο
να βρεις την αγρύπνια μου,
να επιστέψεις στα σύθαμπα
κάτω απ’ τη Νύχτα
μιας Επανάστασης
κι ενός ανελκυστήρα –
στο φεγγάρι  πορεία
τολμηρών υποσχέσεων
για ένα Σεπτέμβρη
και χίλιες εποχές
που το ρεμάλι
ξήλωσε απαγγελίες
κι έκανε τρένο τη ρίμα του –
βαγόνι ένα
να βυζαίνει τα σκήπτρα σου
για τη μεγίστη λατρεία

Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

κενός


τι κάνεις εκεί;
"μετράω το γέλιο μου"
πόσα χα-;- τόσες ξύλινες ενοχές
"για την απόσταση-;-"
σάλτο σε γυμνό τοίχο
"νεκροί οι λεροί των αποφάσεων. τους βλέπω σκιές"
τα χάλκινα βουλιάζουν αίμα σε αίμα
"η αποφυγή -;- δεν υφίσταται."
υπάρχουν εκκρεμότητες της γιορτής.
"κι οι κολώνες;"
έχασαν το ύψος τους στο σύμπαν της προδοσίας
"παγκάκι δεν υπήρξε ποτέ"
περιμένω κενός αναπόφευκτος και μελλοντικός.

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

απόψε σαλπίζουν οι νεκροί σου!



Χρόνια πολλά στο στενό το κουτί
της τιβής και της γνώσης απούσας
κι από πριν στη σκληρή φυλακή
της δουλείας με άλογα κούρσας

Για τα τάλιρα έγινες απών
απ’ της ζωής της σοφής την αλήθεια
και ένα τίποτα έμεινες ορθόν
στου καθεμέρα την πλατιά τη συνήθεια

Με τη γλώσσα σα χαλί σε χορό
και το μάτι θολά πλανεμένο
ξέχασες τ’ άλμπουρα μακρινών ταξιδιώ
κι έγινες πρόσταγμα στέρφο θλιμμένο

Στο μικρό κρατικό μαγαζί
καφές πίκρα γουλιά και μαράζι
φρικτός ίσκιος μηχανή
σου τρυπάει το μυαλό και αδειάζει

Είναι σχέδιο αθλίων κοράκων
να σε κάνουν πολτό, και σαράκι
σου τρυπάει το λαιμό, τη φωνή,
σε χτυπάει πονηρά με καμάκι

Σε λιβάνια και ψαλτήρια σ’ αράξαν
να στραγγίζεις παλμούς και ρυθμό
Δούλο ένα - με αριθμό σε κράξαν
αποδέχτης παραδείσιων διωγμών

Σε καρέκλες μετά σε μοιράσαν
σε σκαμπό, καρεκλάκια, σε πάγκους
Τα παιδιά σου στην τρέλα βουλιάξαν
και στου αύριο τους σαλτιμπάγκους

Παραποιημένες διαβάζεις φυλλάδες
μαχαιρώνεις φεγγάρια να πετρώσεις φυγή
Λυπημένες οι πλεύσεις μανάδες
γκαστρωμένες υποταγή.

Δε νογάς, δεν ακούς, τους τριγμούς σου;
Η Ιστορία μουγκρίζει χολέρα
Τα βουνά σου αφουγκράσου, τους νεκρούς σου
η πορεία σου σπέρνει το γέρμα

Σήκω άνθρωπε βροντούν οι σειρήνες
του πελάγους ηχούν οι λυγμοί
ξεμπουκάρουν οι θύμησες ρίμες
μεροδούλι δεν είν’ η ζωή

Είναι πέταγμα κι αγριμιού κραυγή
ν' ανεβείς στην κορφή των ονείρων
να χιμήξεις στου τέλους την αρχή
να φιλήσεις το μίσχο των κρίνων

Είναι όραμα και πυγμή της αλήθειας
να διαβείς γενναίος το κύμα
Καταπέλτης γίνε, γκρεμιστής της συνήθειας
ν' ανταρτέψει το ποίημα

Μη φυλακίζεις άλλο τη ζωή σου!
Απόψε σαλπίζουν οι νεκροί σου!

(με αφορμή τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, που μαχαιρώθηκε απ' τους φασίστες, χθες 18/09/2013)

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013



Όμως, το ταξίδι, που λέγαμε, το πήρα μόνος στην πλάτη - το στρώμα μαζί, κι ένα μισοφέγγαρο μαξιλάρι - σαλιωμένο προδοσία. Τα λόγια διατείνονται ανυπαρξία στην ανάπαυλα των υδάτων. Άτακτη στιγμή, άτακτες στιγμές. Πάντα δίχως πανωφόρι αφήνω το τόπι μου να κυλήσει. Χορευτής Ένας - χορόδραμα η ζωή. Και προβολέας Ένας -ακολουθεί φλύαρα. Τα περβόλια αργούν. Τα κορίτσια αργούν. Οι παπαρούνες εκθειάζουν αντάρτικα τις τρικυμίες του αίματος. Πράξη μία. Λέξη μία. Μονομάχος. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Κι ας λένε. Πάντα ανερμήνευτος εξάλλου ο καημός των φεγγαριών, και μάλλον παρεξηγημένος -φύλο ανεξήγητον πολλάκις. Φύλο μονομάχος, ανάμεσα στον όχλο που κουρδίζεται, για να χειροκροτεί την ώρα που πέφτεις στο πεδίο της μάχης. Κι η γη - να μην το παραλείψω να σου πω∙ στο υστερόγραφο, η γη είναι η μόνη πρόθυμη ερωμένη όλων μας.
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ.
ΜΑΡΙΑΝΝΑ, ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΑΠΌ ΚΑΡΔΙΑΣ,

όπως και όλους όσους στηρίζουν την αιμάτινη πορεία μου στον κόσμο.

Σ’ εκείνους,
που νομίζουν χαμένους,
και Νικούν
απ’ τα περιθώρια
που τους ορίζουν
απροσκύνητους.

Σ’ όποιον αντέχει να με σηκώνει

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΟΛΟΥΣ!

_____________ Προμηθεύς Πυρφόρος _____________

______________ Tα έντυπα βιβλία των Εκδόσεων Vakxikon.gr μπορείτε να τα αναζητήσετε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία: του Ιανού (σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη όπως και στο site του), της Πρωτοπορίας (σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα όπως και στο site της), του The Book Loft (Πατρ. Ιωακείμ 44 Κολωνάκι, Αθήνα), του Έναστρον (Σόλωνος 101, Αθήνα), ενώ αποκλειστικώς ηλεκτρονικά στην cosmotebooks.gr και στη greekbooks.gr. Tέλος, εάν είστε επαγγελματίας μπορείτε να τα παραγγείλετε από την εταιρεία διακίνησης Στρατής Τσάκαλος & ΣΙΑ Ο.Ε. ή να επικοινωνήσετε στη διεύθυνση editions@vakxikon.gr & στο τηλέφωνο 6949815141 (κος Νέστορας Πουλάκος). _______________

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2013

προδοσία



Κουφάλες ζωές
Αφηρημένα σοκάκια
Στήνουν
Ζωές ανέκφραστες
Βιδωμένες στριγκλιές
Ξεχαρβαλωμένων θεών
Με πέος δυσανάγνωστο
Περαστικό
Ούφο
Τρικυμισμένων οχετών.
Τινάζω
Τη ζωή μου
Ανυπόφορα χλευαστικά
Κι ανιστόρητα
Στα κούφια κορμιά
Της πιάτσας
Σε οργή
Κανίβαλης δυστροπίας
Από νότες
Ξεκούρδιστου πιάνου
Καθόλα κόσμιου
Που άσπαστο μένει
Σε παραμονή δήθεν
Όταν μπάταρε ο χρόνος
Σε γεννητικά όργανα
Τάξης δημόσιας
Καθεστώτος πνικτικού
Σε τρελά στενά
Οριστικών αποφάσεων
Μ’ ένα πήδημα για σένα
Κι ένας τάφος σε μένα
Που άργησα πολύ
Να φύγω
Και το φίδι
Άρμεξε
Την οιμωγή της αθωότητας
Με μια πόρτα κατακέφαλα
Από το πουθενά του κόσμου.
Θυμάμαι
Που πάταγα σταφύλια της οργής
Στο μακρινό παρελθόν
Μιας ξέπλεκης ιστορίας.
Ανάθεμα στις διαστροφές
Που πληρώνεις κι αιμορραγείς
Θανατηφόρα κελιά
Που σεργιανάς υπερκόσμια
Για προδομένο πάντα
Ανεξάντλητου «γιατί».
Σε πατάνε και χάνονται
Σε γερνάνε
Γερασμένοι κι ανήλιαγοι
Περαστικοί –
Βιτριόλι και βαμπίρ
Σα να ΄ναι γιορτή
Και μόνο οι πόρνες
Γνωρίζουν τα μυστικά
Της αποκάλυψης. _

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

παράθυρο του φθινοπώρου



Ένα φθινόπωρο θυμάμαι
έγινα τα φύλλα του
να ζήσεις τον τριγμό μου
Και πιο μετά
παράθυρο έγινα
με στάμπα βροχή -
όραμα των φιλιών σου
Το πότε αποκεφάλισες
την πετούγια μου
δεν το θυμάμαι

Για χρόνια ξέρω
τριγύρναγα
με δαγκωμένο το λαιμό μου
ώσπου μου ράγισαν οι γνάθοι
να κλείσω το χάος της άβυσσος

Κι ας μίκρυνε η σάρκα
θυμάμαι
που αρμένιζες
πότε στο κύμα
πότε στην άμμο –
διαχωριστική γραμμή τα φεγγάρια
τον Αύγουστο

Και βότσαλα θυμάμαι
που ράπιζαν το πρόσωπό μου
απ’ τη μανία σου
να χτυπάς με τα πέλματα
τα κΆστρα των καλοκαιριών μου. _

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

ΚΕΡΑΥΝΟΣ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ



Οι διάττοντες μαγεύουν τους νηστικούς.
Τι να τα κάνουν τα πυροτεχνήματα οι μύστες του φωτός -;-
__________ Ματαιόδοξοι αποπροσανατολισμοί των αιώνιων μυστικών. Λακκούβες και στάχτη μετά την αστραπή __________

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

σαν αερικό



Δε θέλω να είμαι φιλάνθρωπος. Άνθρωπος παλεύω να μένω. Και πάνω ΄κει στο τελευταίο δάκρυ, «Κύριε», να μπορέσω να πω, « έζησα το θάνατό μου, περιπλανώμενος στη ζωή μου, κι επιθυμώ να πεθάνω για  να ζήσω το όλο του ίσκιου του θανάτου μου».
Κι ύστερα, ας φυλλορροήσουν οι λέξεις μου, σα να ΄ναι φθινόπωρο ανέμου βροχής. Κι ύστερα, τίποτα των τίποτα το μεγαλείο. Να βρεις τον τάφο μου αδειανό, να μη λιγοψυχήσεις στο μηδέν μας. Μετά θ’ αρμενίσεις στ’ ανοιχτά, ενώ εγώ θα τραβάω κουπί για τις στεριές των κόσμων σου.

δρόμοι


Αγρίμια σπάνε στο πρόσωπο
Στις κουπαστές αδειάζουν βροχή
Παίρνουν φωτιά τα στεγνωτήρια
κι οι διαδρομές μου
ξενύχτια στεγάζουν
Απορροφούν τρύπιες στέγες
καρνάγια - αγκαλιά
που ξεβράζει η θάλασσα
σε παλίρροια μανίας
που δεν αντέχει τα επουράνια
κάπου στο ξέπλεκο ουρλιαχτό
Και σκίζεται η γης
για να χωρέσει κρότους σιωπών
από ράγες που σβήνουν
σε λιγώματα ηδονών
μ' αγριεμένο θεό,
που καμώθηκε το δημιουργό,
όταν έκοβα το μήλο
στα τέσσερα του ορίζοντα,
και εκδιώχθηκα
από όλα τα απόψε
του ανεξίτηλου πλανήτη
Στα γέλια σου τα πλάνα
στα λόγια τα αντιφατικά
στις προεκτάσεις των χεριών σου
όταν ίππευες τη σάρκα μου
και ζύγιζες το φιλί μου
με γλώσσα φιδιού
Και πλάγιαζα κούρσες
στοιχημάτων
με το διάβολο του παραδείσου
που έσκιζε τα χείλη μου
κάνοντας σεισμό
Τότε
σου γλίστρησα ένα φεγγάρι
στο ακατέργαστο του
θανάτου σου
κάτω απ’ το φεγγάρι
Και μίσησα το χρόνο -
χρόνος ηλιακός
παράφορος
με λεπρά καλντερίμια
κρανίου τόποι
Ούρλιαξα
να μάθω να μιλάω
να δαγκώνω τοίχους
μήπως να στήσω 
το μυ του κέντρου μου
με τάφους – τάφρους
να ειρωνεύονται το
ποδοβολητό
των ξεφτισμένων λαβάρων
μετά τη μάχη,
την ώρα
που οι λάβες κοκάλωσαν
την καυλωμένη θωριά του απόκοσμου
Τραβάω απόκοσμα
λοιπόν
και σαλεύω
το τελευταίο μου σπαθί
για πολλαπλές  χρήσεις
βυζαίνοντας το «μη»
και το «δεν»
πριν απ’ το δύναμαι
και πριν απ’ το μπορώ
Απόκοσμα και τρένο
με κλείνω και φεύγω
σταυρωμένο λάφυρο
με το παράσημο
των πουλιών,
προϊστορικής παρένθεσης,
στις ασύμπτωτες
των ξυραφιών μου
που αιώνια
ξεσκονίζουν
τον τρύπιο μου ουρανό
Απόκοσμα ρεύματα
στα στέρεα μάτια
με ξαφνιασμένη στέρνα
για το παράδοξο του "είμαι"
στο τέρμα γκάζι
υπερπόντιων φορτηγών

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

μετά τα μεσάνυχτα



Απροκάλυπτα φιλάς
με γλώσσα τρένο
ισοπεδώνοντας χείμαρρο
Τα νερά πλαγιάζεις σε
τάστο της αβύσσου
και λες συνέτριψες το σύμπαν -
ένα βιολί πάντα θα καμακώνει
τα καυλωμένα μυαλά
στα κάγκελα των σταθμών σου
Αιώνες έχω να πιω
βυθισμένα χείλη σε νόστο κι αρμύρα
γι αυτό πλαγιάζω με το δαίμονα
κι εκστασιάζω το βυθό σου
που κράτησε μια εικόνα πέους
κι ένα κλαρί φθινόπωρης πουτάνας
όταν κρεμάστηκε σαν σφάγιο
στο μωβ που πενθεί το ανάστημα
των τεθλιμμένων δειλινών
Γι' αυτό "παράτα" με θα πει:
σκίσε το αύριό μου
με πύρινη λόγχη
που ο μπάτσος της ζωής μου
σε χοάνη στέρεψε
το νάρκισσο δισταγμό του
Mε λίγα λόγια, μωρό μου
καυλωμένη φυλή η φυλή μου
τη θηλή σου βυζαίνει για τρόπαιο
Λησμόνησα να σου πω
ότι όταν απλώνομαι
γουστάρω να παίρνω τ' αναφιλητό σου
π’ αρνήθηκες στην τελευταία κραυγή
το σπάραγμα της ψυχής -
κάτι δηλαδή
κι ας πούμε βίδες -
λαϊκά σινιάλα
των υπογείων μας
που υπόγεια αρνήθηκαν
σε ντουμάνια απορρίψεων
Λοιπόν
έτσι γουστάρω
να μιλάω μαζί σου
τυλιγμένη βροχή σεντόνι και
μια ίσως παράταιρη χλαίνη -
καπότα ξεσκισμένη του
άπληστου οργασμού σου
Κάτω απ' τα δέντρα σε φίλησα
εκεί που γαμήθηκε ο θεός
και εποίησε πόρνη
τη ημέρα που οι στρατοί
των τοκετών σου πυροβόλησαν
ένα παιδί
κι ένα κλωνάρι ουρανό -
κι ας είπε «κάνει φως» -
κρέμασε τη ζωή μου
μ’  ένα τυφλό γιασεμί
και μια παράπλευρη ματιά -
ένα κορίτσι αμίλητο
κι ένα αγόρι παραπληγικών ονειρώξεων
στο πάλι που μ’  αρνήθηκες
Εγώ καυτηριάζω το λάθος
μιας φύσης ανεπρόκοπης
και μιας γεροντοκόρης στίξης -
σα στακάτο χρόνου παράξενου
στο κατώφλι της τριβής σου
Και ξανά σου λέω
θέλω με τρέλα τα ίχνη σου
να πάρουν εμένα
στην τρέλα του κελιού∙
εκεί που πεθαίνουν τα σώματα
μα τα βλέμματα
πίνουν αγιάτρευτα πληγές ουρανών
τις πληγές μου
κι εσένα
με άπειρα αναφιλητά
και μύρια κενά
κι απορίες.
Άποροι σταθμοί
χλευάζουν τους αποχωρισμούς μου.
Μια πλάτη
και μηδέν.
Μια πλάτη
και έφυγα.
Στην επόμενη έκδοση
οι σελίδες επιτάσσουν
αποκρυπτογράφηση.
Είναι η κατάρα
των τοκετών.
Γι’ αυτό, κλείνω
πριν με κλείσει η όαση.
Πρόληψη ανεπιθύμητης
καταιγίδας.
Υπάρχουν τα πάντα που σου κρατούνε μυστικά μια απόλυτη απόλαυση σιωπηρών ήχων, στο κούφωμα που βροντάει την πεινασμένη ορμή σου - οργή ενός κόσμου που αποποιήθηκε τις ευθύνες του, όταν σε σημάδεψε - χαρακωμένη πυγμή. Το άγγιγμα του ελαφιού στο χείλος του γκρεμού σου ποιος θα φιλήσει; Αφού οι κεραυνοί σε πίστεψαν σα λάθος ανυπόφορης φυγής, και τα ταξίδια σου στο φως έγιναν ένα κρεβάτι, κι ένας σουμιές που τρίζει στριγκές, όταν οι παλάμες σου παλεύουν να κατευνάσουν δυο δάχτυλα και μια πηγή ονείρου;

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

έρωτας κι επανάσταση



Ατέρμονη πηγή ροών, ανέμων, σπαραγμάτων - σκισμένα τα χείλη σου / του πάθους μαχαιριές, / σπαθιά που δε λαθεύουν / τα καρφιά της γλώσσας σου / το σάλιο σαγιτεύει έρημο / γεωτρύπανο της σάρκας / να χύνονται άδολα τα αίματα - καθάρια βροντών / Πολεμιστής σου να είμαι, και πολεμίστρα της ανάσας σου / να γαντζώνομαι με τα νύχια στην ατιθασότητα της στύσης σου / Προσκυνητής σου και Μάγος / να σε καρφώνω στο κέντρο, σε μύηση μοναδική / Nα σε χαράζω με την πένα μου, και / να ουρλιάζεις πυρκαγιές. / Ύστερα, μετά την κατάκτηση / να σου ανοίγομαι εγώ - στοά μυστικών κόσμων -/ πειρατής μου να γίνεσαι, / να σε κουράζω κι άλλο / για ΄κείνο τον αλήτικο τριγμό της φαντασίας σου. /  Κλέφτης των μυστικών μου Εσύ. Αλληλουχία αέναη βογκητών φωτονίων στο υπερπέραν των αισθήσεων.
Οι γραφές τότε, θα ξεκλειδώσουν κεραυνούς. Οι κυβερνήσεις έτσι θα πέσουν, και ο θεός θα έχει λόγο αντρόπιαστα, να γουργουρίζει στην ξενιτιά του _______

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

στο παράθυρο σου το τρένο μου



Ό,τι θυμάμαι απ’ τους σταθμούς μου,
το περιττό τους ανάστημα –
νούμερο αλήτικο και
περιπλανώμενη συγκομιδή -
φωτοφοβίας σύνδρομο
απ’  την απόρριψη της κατοχής μας.

Κι ό, τι συνόδεψε τη βαλίτσα μου –
ένα ζευγάρι γάντια με νύχια μελανά –
Βαρύς ο φόρτος του γαντζώματος
στο θεατρικό φιλί,
που διατάσσει να μείνω
Γι’ αυτό τρέχω πάντα μακριά
αφήνοντας το φουλάρι μου
να στεγνώνει δάκρυ
όταν δακρύζουν τα σκαλοπάτια
που έστερξαν πάθος
μονόπλευρα δόλιο
κι αντίπλευρα πάθος πάθος.
Κι ύστερα ακόμη πνέω
φουγάρο και κόλαση.

Με γκάζια αναμμένα στο όλο
πατημένα φώτα βροχής,
να μη βρέχομαι
να κρατώ χαϊδεύοντας μόνο
κάτι της σελήνης,
ενώ το άσμα που κάλεσα
αιμορραγεί,
αιμορραγούν οι νύχτες
που οι γλάστρες δίψασαν πολύ.

Βυθίζοντας το δάχτυλο στο χώμα –
είναι ο δείχτης της καρδιάς –
ποτίζω με κόκκινο βαθύ.
Ένα ταξίδι είναι
απ’  το βλέμμα
μέχρι την κόλασή σου,
κι από την κόλαση
ως τ’ ακροδάχτυλα. Μη φοβηθείς -!-
Ένα ακόμη βαθύ
φιλί του όνειρου,
ίσως και κάποιες δαχτυλιές
λαδομπογιάς του «θέλω»
τα βράδια που ξαγρυπνούν οι δαίμονες
στα μινόρε των δισταγμών σου.

Εσύ κοιμήσου πλεξίδα τις ώρες.
Κουράστηκες πράσινο στα φθινόπωρα
και κύλησε κίτρινο το χρώμα.
Γλύφω χρώμα
εκρέοντας στο παράθυρό σου
τρένο και όραμα.
Ένα σφύριγμα ακόμη
κι οι ράγες ξεδιπλώνονται
βαλίτσα και άγγιγμα.

Άγημα η ζωή σου
στο μαύρο μου.
Είναι μαύρο κι αυτό το ταξίδι μου,
από την κόλαση
μέχρι την καταιγίδα.
Κάπως έτσι
έμαθα να παίζω γκαζές
τους παραδείσους
και να τους γεύομαι.
Με λίγα λόγια
αλητεύω αλήθειες στα φρούριά σου
τα φιλιά μου,
να επιστρέφεις πάντα
ακόμη και αργά κι
ακόμη παντού._

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2013

ΤΟ ΣΚΙΑΧΤΡΟ



Νεκροθάφτης η Απραξία σου.
Το πλήρωμα της ζωής σου∙
Άβουλες ματιές.
Συστημικός συλλέκτης «αχ» και «βαχ» -
Άντε και κάποιο λάβαρο
Για ξεχαρμάνιασμα των παιδικών σου φιλιών -
Δεμένα με καραβόσκοινο φτερά.
Περπατάς σκυφτός –
Τσαμπουκάς λόγων
-          Με λόγια δεν πηδάς -!-
-          Παραμυθιάζεις τις ερωμένες σου
Καρφωτά ιδεογράμματα
Συγγράμματα υποταγής
Με φλέβες γριές
Και μπότοξ συρραφής απόγνωσης –
Στα κελιά της ντροπής σου -
Να μοιάζεις γενικώς
Και γενικά να μοιάζεις. Προσομοιάζεσαι.
Ό,τι κοιμήθηκες -
Εφιάλτης σου.
Ράβεις, γαζώνεις
Σάβανο παρηκμασμένο
Να δείχνεις
Να λες
Λόγια όμοια
Περιφερόμενος επιτάφιος
Με λιβάνια κι εξαπτέρυγα
Για να ΄χεις το άλλοθι
Του ασθενούς ή
Του κουρασμένου οδοιπόρου
Κι ακόμα
Τον ύπνο του ναυτικού –
Όταν συλλαμβάνει την απιστία
Της γυναίκας του
Για να ΄χει διεύθυνση
Το γράμμα του.
Στην επόμενη γενιά
Αφήνεις τις νύχτες
Ένα στίχο –
Να έχουν τη γενειάδα σου
Να φαντάζεις.
Είσαι απύθμενος νεκρός
Κι ας το τηλέφωνο ηχεί
Στα  ραντεβού σου συνδράμεις πάντα -
Οκέι συναθροίσεις σου.
Όμως να πηδήξεις το φράχτη
Σκαλώνει το ρήγμα σου
Οκλαδόν και βάλε
Επαναστάτης του «βάλε»
Με βολές σου άστοχες,
Καλύτερα άστοργες
Το σπέρμα σου στον τοίχο
Μορφώνει «παρά»
Παραπέντε και παραένα
Θα ήσουν κάτι από ΄Κείνον
Παραμισό και ξέχασες.
Τέρμα. Στον επόμενο. __

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

δίνη



Με δάχτυλα σάλπιγγες
γρυλίζω στη σάρκα σου
Τη θεωρία σου
καυτηριάζω με φιλιά
Πυγμή υδάτων
χύνω απερίγραπτα
βροντές κατακλυσμών
από λατρείες άβατες
αιώνες πεινασμένες
Αρμαγεδώνα  οίστρος
στο απέραστο σύμπαν σου
Μαρτυρώ εποχές
που ντουμανιάζουν τα όλα
στο αχόρταγο των ονείρων
Να θέλω κι άλλο
να σου γκρεμίζω θυρεούς
και λάβαρα
Κάστρα να σου παίρνω
σα μανιασμένος λύκος
που τον ξελόγιασε
η σελήνη του
Σα θωρηκτό
που σπάει τοίχους
μ' ατσάλινες αντισεισμικές
περιφρουρήσεις.
Μόνο το περιβραχιόνιο φορώ
να μου θυμίζω πόλεμο ιερό.
Μέσα,
οι μύθοι σου καταρρέουν
για τη λατρεία του ανεξέλεγκτου
τη στιγμή της απύθμενης δίψας
Έξω χρόνου κενό. Απρόσιτη ώρα.
Μόνο οι ιππότες επιβιώνουν
Ο κόσμος απόψε
τρελάθηκε στα μάτια σου.
Κι ύστερα λες,
αργεί ο κόσμος
ν’ αλλάξει..

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

"Αντίο αγάπη διχασμένη"


λέω, θα φταίει το φεγγάρι. (που δεν μπορώ απόψε να κοιμηθώ)
μα η εντολή ήρθε τελεσίδικη: ΟΧΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΩΡΑ!
στον οίκο ανοχής, να μην το πω αλλιώς..(να κρατήσω εδώ το επίπεδον)...οι πόρνες απόψε πήραν φωτιά. υπερκατανάλωση ειδήσεων, μαύρων, και κατακίτρινων. πήραν φωτιά τα πατώματα. τα στρώματα, οι πολυθρόνες (τους καναπέδες τους αποσιωπώ..να κάνω κι εγώ τη διαφορά με κάτι)
για την τιμή της ανάπτυξης οι λεβέντες σφάχτηκαν στο μπουρδέλο (εδώ δεν μπορώ να κρατήσω το επίπεδο) του συστήματος
οι οπαδοί απογοητεύτηκαν (αλήθεια υπάρχουν ακόμα οπαδοί;). πότε θα κουνήσουν σημαιάκια;
____________ πάντως οι κάδοι αδειάζουν στο πι και φι. οι σκουπιδιαραίοι δεν έχουν και πολύ δουλειά τώρα. έτσι εξηγείται που δε θα έχουν να λαμβάνουν πλερωμή.
και κάτι ένα ακόμη, για να μη το πολυπαιδεύω: αν δεν πιάσεις τον κασμά, χωράφι δεν οργώνεται. τέλος. οι εκλογές, μας σάλεψαν. ε, δεν τις λογαριάζω.
πάω να ονειρευτώ τον Πάπα του Βατικανού τώρα. Έχει πολλά μυστικά αυτός.
τρελάθηκα λες; μπορεί. όμως νιώθω καλά. Θέλω κι άλλα μέτρα! Όσο πιο πολλά, τόσο περισσότερο ονειρεύομαι! γεια τώρα! α, ξέχασα.. :) Προμηθεύς Πυρφόρος. Χαιρετίσματα στην εξουσία! στοπ.

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ - έντυπη έκδοση

η έντυπη έκδοση στην cosmotebooks, ή στα βιβλιοπωλεία The Book Loft (Πατρ. Ιωακείμ 44) & Έναστρον (Σόλωνος 101) έναντι 4 ευρώ.
σύντομα και σε άλλα βιβλιοπωλεία, ή με επικοινωνία:
Νέστορας Πουλάκος: info@vakxikon.gr - Εκδόσεις Vakxikon.gr: editions@vakxikon.gr

_______ ευχαριστώ ________

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

ξΗΜερώνει



Κι ενώ μου μιλούσαν τα μάτια σου, γέμιζα ουρανούς. Τ' ακροκέραμα φιλιά μου, ασύνοροι σταθμοί στα ξεφαντώματα της ομίχλης σου.  Κι ενώ μου μιλούσες για εξέγερση, εκρηκτικά τα σπλάχνα μου πυροδοτούσαν τη Νύχτα. Ίνες η Νύχτα έστεκε σχισμή - εμπνευσμένα χείλη του Αύριο. Εδώ, δεν υπήρχε κανείς εκτός απ' την Ανάσα, κι εκεί, το τώρα του Όνειρου. Δεν έμενα. Πετούσαμε. Δε μέναμε. Χανόμουν. Στρόβιλοι αχόρταγοι, τα δευτερόλεπτα χέρια σου, μετρούσαν Νίκες Αχών, στην κουκίδα που χαράζει την Αρχή. Ευθείες του Απείρου, οι αχτίνες μας, ποδηλατούν στους αιθέρες. Πάνω απ' τον Πόλεμο, και μέσα στη Φωτιά, μιλώ για πρώτη φορά, με την έμπυρη εμπειρία, την από καταβολής. Είναι, μάλλον, που πάντα τα βράδια έβρεχα γράμματα, στα κάτοπτρα μυστικών συνευρέσεων, κι έγραψα ιστορία, περιγράφοντας την άβυσσο. Εσύ έτρεχες να σώσεις το μεθυσμένο  κορίτσι, που διαλαλούσε ρίγη ενοχικής εποχής. Όπως και να ΄χει, στην αυλαία, τα κουτάκια της μπύρας θύμιζαν βαγόνια, κι εμείς μεθύσαμε με θύμηση φυγής. Στο τέλος, νύσταξε το χτες, τα περιπολικά ανατράπηκαν, και πήραμε τα όπλα, για την αποκατάσταση των χρωμάτων. Κάτω, τα δειλινά ζευγάρωναν με την τρέλα, και πάνω, τα χείλη μας έσμιγαν με την αυγή.
Ναι, ξΗΜερώνει. Καλημέρα -!-

________ Προμηθεύς Πυρφόρος _________

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

είδηση




ΕΙΔΗΣΗ: ακρωτηριάστηκε ο Αχιλλέας, κι έτσι δεν έχει φτέρνα να του σημαδέψεις!

Έχασες πάλι.

___________ Προμηθεύς Πυρφόρος ___________

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Ατομική μου Ενέργεια



Τα έξοδά μου όλα,
Ο πλειστηριασμός της ζωής μου ∙
Μια πανάρχαια σκούφια,
Που κρατούσε τους χειμώνες μου
Όλο ανοιχτούς,
Με στέγαστρο ανάμνηση
Στα άδεια μου μάτια,
Και οπές ατίθασες,
Να δείχνουν το χάος
Στηρίζοντας την αποστολή –
Απόσπαση κραυγής,
Μ’ απόταξη νου,
Όταν
Επιτάσσονται τα κουρέλια
Που εξυψώνουν τον Άτρωτο
Με πυξίδα μυαλό
Απομαγνητισμένης ισχύος,
Σε τοπίο ουτοπικό,
Όταν η πάλη με
Το ακατόρθωτο
Τρέλανε τα στημένα –
Παίγνια επίγεια
Μαθηματικής επικάλυψης
Και
Κλονίστηκε το εσώτερον
Για να με βρεις
Να σε αναγνωρίσω
Μέσα σε μύρια είδωλα –
Μάσκες ανεξάντλητες
Περαστικών σκαλοπατιών.
Μετά τη συντέλεια
Σε πήρα στο κύμα
Σκαρώνοντας το επόμενο
Σκαρί των αιώνων μας
Με λιονταρίσια χαίτη
Και αφή της τίγρης
Στο κάτοπτρο
Των φιλιών.

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

έργα ανθρώπων


Εδώ τα παγκάκια ξεχαρβαλώνονται
και τα δίποδα της προςποίησης -
γένους θηλυκού
και πτώσης κατάπτωσης,
σε χρόνο διαρκείας
και αριθμό απείρου,
αποστρέφονται
Το αίμα δεν μπορεί να πήξει
κι ούτε να ξεραθεί
Μπορεί μόνο να πνίξει
τη χυδαιότητα της χλιδής
και την ανισορροπία
των αναισθήτων αισθήσεων -
γένους αρσενικού
και χρόνου εξορίστου
πτώσης κατάπτυστης
που κρέμεσαι λυπημένος
με μάσκα δακρύου
δήθεν μπλε και λίγο ροζ
και διακηρύττεις εαυτόν ειδήμων
καταδιώκοντας το πασιφανές
υπέρ ευαισθησίας σου.
Τα πτώματα σε πολεμούν.
Κάποτε
θα σου τρίξουν τα σπλάχνα
και θα καρφώσουν το κόκαλο -
το πιο μακρύ οστού -
της μεγίστης απορίας τους:
«Πώς κατηγορείς
και πώς κλείνεις τα μάτια
και πώς μπορείς ακόμα
να επαίρεσαι
ορώντας ψηλά
σε κατακόρυφη πτώση
κατάπτυστου χρόνου
και αριθμού πληθώρας
και βάλε
κι ακόμη» ________________
H κραυγή μου στα κουφά αυτιά των προσΠοιητών και παραΜορφωμένων του πνεύματος, που μέσα στους φριχτούς πολέμους των εποχών, υπό τη σκιά των δηλώσεων, για το πάνω και το κάτω απ’ το παγκάκι μιας πλατείας, όταν οι μέλισσες ψόφησαν στη μπόχα των γαλλικών αρωμάτων, με γεύση…κακοΠοίησης)

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

θύελλα





Κάποτε
περιπλανώμαι
οριζοντίως σαρκαστικός
αφ’ εαυτού, που
συνέτριψε
αποκαλυπτηρίους
πίδακες
εποχής νηπιακής
Μοιάζω χλευαστικός
σε γονυπετής υστερίες –
ασυγχώρητα ασίγαστες.

Κάποτε
ενθυμούμαι δυο
κουρδισμένα χέρια –
παιδικά ακόμη –
σε πλήκτρα ακορντεόν
που καταρρέουν άξαφνα
ανήλικη ηθική –
μπούμερανγκ βαλς
κάτω από ένα κάποιο
ρολόι στρογγυλό  -
αυτόπτη μάρτυρα τοίχου
Μετά
ο ίδρωτας λαχανιασμένος, να
ορίζει το μετέπειτα -
ακόλουθος πληρωμένος
με μοτοσακό αντίκα
στην επιστροφή
από την εξορία.

Κυκλοφορώ κάποτε
στο βλέμμα σου
Εισπνέω το βλέμμα
του
βλέμματός σου
Αφή νιώθω
υφή
εξερευνώ
πετώντας τη γλώσσα –
εκρηκτικό στις
ασίγαστες ώρες σου
Και
ξετυλίγομαι -
παρεμπιπτόντως διάτρητος
π’ ανεμίζει ο άνεμος
τον καπνισμένο λυγμό μου.

Μια νύχτα
την περασμένη νύχτα
στο βυζανιάρικο ξημέρωμα
σου χάρισα την οδό μου –
περιπλάνηση αγία κι
ανυπόδητη
στην καθήλωση της κόλασης.
Τα καρφιά μου ατσάλινα
με δίχως απόταξη
του πόνου.
Η οθόνη
μοιάζει ομίχλη ερωτική
πριν τη βροχή
μετά την καταιγίδα
και
μέσα στη δίνη
τραγικών χορών.

Ο χάρτης
γιασεμόκηπος
Είναι οι θύελλες
που αστράφτουν
φωλιές
πέρα από τα μάτια
τ’ αλκοολικά
κι ας μην ξεθύμαναν
οι νύχτες.
Είναι που θέλω
να ορίζω τις
αβύσσους μου
και μέσα στις αστραπές
και σκίζοντας
το χάος

Ένα χάρτινο κουβάρι
οι ανάσες
και οφείλω
να αποτάξω την
εξέλιξη της σύνδεσης
των γραμμάτων
Χίλιες ακόμα αγκαλιές
και
σου είπα: σε κυκλοφορώ
μνήμες  -
και σκαλοπάτια
άμπωτης, έτσι
να μου γελάς
και να μεγαλώνω  ______________ Προμηθεύς Πυρφόρος

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013

καπνισμένα μάτια




Συμμετείχαν μόνο οι κροτίδες, και τα πυροτεχνήματα. Ένα, ακόμα, παιχνίδι μεγάλων στον τόπο, που γκρεμίζεται.
ακρωτηριαστηκαν μονο τα παιδια, και τα πιατα από φαγητο.
Σήμερα οι άστεγοι θα πεινάσουν το ίδιο με χτες, κι οι αμαρτίες, πάνω που σήκωναν τις βαλίτσες τους, για την επόμενη μέρα, πισωγύρισαν στο χρόνο. Κι ο χρόνος ακινητοποιήθηκε. Πάραυτα, στην περιφορά του επιταφίου, το νεκρό τον βάδισαν οι πεθαμένοι, με χρυσούς οβολούς, κάτω απ’ τα λουστρίνια του, για ακόμη μια φορά. Μόνο που, αυτή τη φορά, μπερδεύτηκαν οι αιτίες των θρήνων. Κι ο νεκρός χλεύασε την ανθρωπότητα, και γύρισε πλευρό. Πάλι θα λείπουν απ’ τις γιορτές οι αλήθειες. Πάλι φόβο θα γευματίσεις, καπνισμένος δίχως αιτία.