Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2013

μετά τα μεσάνυχτα



Απροκάλυπτα φιλάς
με γλώσσα τρένο
ισοπεδώνοντας χείμαρρο
Τα νερά πλαγιάζεις σε
τάστο της αβύσσου
και λες συνέτριψες το σύμπαν -
ένα βιολί πάντα θα καμακώνει
τα καυλωμένα μυαλά
στα κάγκελα των σταθμών σου
Αιώνες έχω να πιω
βυθισμένα χείλη σε νόστο κι αρμύρα
γι αυτό πλαγιάζω με το δαίμονα
κι εκστασιάζω το βυθό σου
που κράτησε μια εικόνα πέους
κι ένα κλαρί φθινόπωρης πουτάνας
όταν κρεμάστηκε σαν σφάγιο
στο μωβ που πενθεί το ανάστημα
των τεθλιμμένων δειλινών
Γι' αυτό "παράτα" με θα πει:
σκίσε το αύριό μου
με πύρινη λόγχη
που ο μπάτσος της ζωής μου
σε χοάνη στέρεψε
το νάρκισσο δισταγμό του
Mε λίγα λόγια, μωρό μου
καυλωμένη φυλή η φυλή μου
τη θηλή σου βυζαίνει για τρόπαιο
Λησμόνησα να σου πω
ότι όταν απλώνομαι
γουστάρω να παίρνω τ' αναφιλητό σου
π’ αρνήθηκες στην τελευταία κραυγή
το σπάραγμα της ψυχής -
κάτι δηλαδή
κι ας πούμε βίδες -
λαϊκά σινιάλα
των υπογείων μας
που υπόγεια αρνήθηκαν
σε ντουμάνια απορρίψεων
Λοιπόν
έτσι γουστάρω
να μιλάω μαζί σου
τυλιγμένη βροχή σεντόνι και
μια ίσως παράταιρη χλαίνη -
καπότα ξεσκισμένη του
άπληστου οργασμού σου
Κάτω απ' τα δέντρα σε φίλησα
εκεί που γαμήθηκε ο θεός
και εποίησε πόρνη
τη ημέρα που οι στρατοί
των τοκετών σου πυροβόλησαν
ένα παιδί
κι ένα κλωνάρι ουρανό -
κι ας είπε «κάνει φως» -
κρέμασε τη ζωή μου
μ’  ένα τυφλό γιασεμί
και μια παράπλευρη ματιά -
ένα κορίτσι αμίλητο
κι ένα αγόρι παραπληγικών ονειρώξεων
στο πάλι που μ’  αρνήθηκες
Εγώ καυτηριάζω το λάθος
μιας φύσης ανεπρόκοπης
και μιας γεροντοκόρης στίξης -
σα στακάτο χρόνου παράξενου
στο κατώφλι της τριβής σου
Και ξανά σου λέω
θέλω με τρέλα τα ίχνη σου
να πάρουν εμένα
στην τρέλα του κελιού∙
εκεί που πεθαίνουν τα σώματα
μα τα βλέμματα
πίνουν αγιάτρευτα πληγές ουρανών
τις πληγές μου
κι εσένα
με άπειρα αναφιλητά
και μύρια κενά
κι απορίες.
Άποροι σταθμοί
χλευάζουν τους αποχωρισμούς μου.
Μια πλάτη
και μηδέν.
Μια πλάτη
και έφυγα.
Στην επόμενη έκδοση
οι σελίδες επιτάσσουν
αποκρυπτογράφηση.
Είναι η κατάρα
των τοκετών.
Γι’ αυτό, κλείνω
πριν με κλείσει η όαση.
Πρόληψη ανεπιθύμητης
καταιγίδας.
Υπάρχουν τα πάντα που σου κρατούνε μυστικά μια απόλυτη απόλαυση σιωπηρών ήχων, στο κούφωμα που βροντάει την πεινασμένη ορμή σου - οργή ενός κόσμου που αποποιήθηκε τις ευθύνες του, όταν σε σημάδεψε - χαρακωμένη πυγμή. Το άγγιγμα του ελαφιού στο χείλος του γκρεμού σου ποιος θα φιλήσει; Αφού οι κεραυνοί σε πίστεψαν σα λάθος ανυπόφορης φυγής, και τα ταξίδια σου στο φως έγιναν ένα κρεβάτι, κι ένας σουμιές που τρίζει στριγκές, όταν οι παλάμες σου παλεύουν να κατευνάσουν δυο δάχτυλα και μια πηγή ονείρου;