Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

στο ραντεβού



όλα τα τρένα που έφυγαν στις οκτώ
έχασαν τις πόλεις, κι έμειναν
από ώρες, σε ράγες ανύπαρκτες
/ από τότε σε ανύπαρκτους σταθμούς σε περιμένω
και πάντα σε έχω προαιώνιο μυστικό μου
μυημένου σταθμάρχη σε αμέτρητους καιρούς -
άχρονο σφύριγμα κλειδούχου ασύνορου
και χέρια ομιχλώδη με άσαρκο ραντεβού
σάρκινης νύχτας μου, σαν αρχαίων θεών /

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

οι μάσκες κομμάτια



και "διαμοίρασαν τα ιμάτια αυτού",
με κόμπους, με αίμα, με ξέφτια,
/ και ήταν ιμάτια αυτής,
με σπάργανα, ραφές ανοιγμένες, τρύπες από σκώρο
και πολυχρησία /
Ξεχειλωμένος ο λαιμός –
του ΄βαλαν θηλιά να σταθεί –
μα είχε κι αγκάθια
/ μπαινόβγαινε ο φονιάς
απ’ τις οπές /
Τα λόγια κομμάτια
σαν «σ’ αγαπώ» εμποτισμένα φτερά στον άνεμο,
και σαν «φιλώ» ευθύγραμμα μαχαίρια
Στα ξέφτια των μανικιών
οι χλευασμοί παρφουμαρισμένοι γαλλικό
στην πλάτη τα καρφιά –
βαρυσήμαντα likes
και inbox του πάθους –
Ρουφιάνες στιγμές διαρκείας,
ματιές ντίβες – σταρ διανθισμένου Χόλυγουντ –
όλα ζωή -!-
Κι όταν αφέθηκε αυτή κλειδωμένη στο πατάρι
ή σε απρόσιτη γραμμή αυτός να ξεχαστεί,
έπεσε κλήρος και
διαμοιράστηκαν τα ουρλιαχτά του –
λυγμοί, του μέσα του, σε ορθό εμείς –
Τότε τον έσυραν νεκρό
σε όλα τα ντουβάρια,
κι εκείνη μάτωνε βαριά.
Ήταν η στιγμή, που εφεύραν μάσκα αγίου
και τον γάζωσαν «δημοκρατικά»
Καθώς έπεφτε το σώμα της
έπεσε κι η μάσκα 
Ήταν εντέλει
ένα αλάνι –
απ’ αυτά που πολιορκούνε
τους τοίχους με γκράφιτι
κι αγκυλώνονται στα παγκάκια
τα κουρέλια τους -.
Τότε τον χρίσαν βασιλιά
και τα ντουβάρια κατέρρευσαν.
Το τελευταίο παραμύθι
πήρε να τελειώνει
κι ο ήλιος αυτοκτόνησε.
Έτσι, γεννήθηκαν οι μπόρες - τελεία και στοπ -

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

σύνδεση πρωτόγονη

απόψε, ξημέρωσε αλλού. έμαθα, να μην κοιμάμαι τα βράδια, γυρεύοντας να μου μιλήσει ένα σκοτάδι, κι ετούτο το βράδυ, μου ξετύλιξε μια Νύχτα μοναδικά φανταστική. ανάμεσα σε υδρόβιες μουσικές και λέπια, μπόρεσα να συλλαβίσω το "Αααααααα" - μακρόσυρτα, μακρόσυρτο μαθητούδι στα μυστήρια που με περιβάλουν. σταθερά, κι υπεύθυνα, δίχως πηγαινέλα, στη ματιά μου. υπεύθυνα βαθιά το βλέμμα να εξηγώ, ακόμη και με σιωπές, τις σιωπές μου ή τ' αναφιλητά, ακόμη και τους κεραυνούς μου. όλα λοιπόν.
σ' αυτόν το γύρο, που κρεμάστηκε αγιάτρευτος φρίκη, σ' αυτόν το συφερτό , που σε κρεμά, δίχως έλεος, μ' έναν του εγωισμό και μια φοβία ανίδεου θεατή / επιφανειακά τα αισθήματά του - έλεγα κάποτε - τώρα, που μίλησα με τη μεγίστη Νύχτα μου, διδάχτηκα το στυγερό καμουτσίκι του: "δεν οίδε. δεν τολμά το σκεύος των ανθρώπων. κι η γυάλα, τους παρέχει μια επιφανειακή προστασία που νομίζουν ζωή".
εύκολα σε κρεμούν, όπως εύκολα σ’ αγαπούν και σε πετούν, για μια γυάλα. μα σαν σαλπάρω στα βαθιά, ίχνος σκοινιού δεν υπάρχει στο λαιμό μου. και βλέπω μύριους τους πνιγμένους - ξεχασμένους χρυσόψαρα σε ιατροδικαστικά μπουκάλια με θαλασσινό νερό, πίσω στην ακτή.

απόψε που ξημέρωσε, με βρήκε η Νύχτα αρμυρισμένο, με λέπια φτερά.
στα βαθιά, οίδα την πηγή των αισθήσεών μου. κρατάω φιλιά. οι ψαράδες συνεχίζουν ακόμη. εγώ συνεχίζω χαράσσοντας, κι ο ύπνος τώρα φλερτάρει με την αντοχή μου. μιλώ γράφοντας., και....πηγαίνω να περπατήσω το Όναρ, που δεν κλίνεται, για να μην πέσει σε γυάλα.

**Απ' τα πιο άγονα μέρη, η διακοπή μου οφείλεται στη μακρινή γραμμή των οριζόντων. κι η πτωτική σύνδεση οχλείται από τις φαινομενικές ανθρώπινες αποστάσεις. πόσο απατούν τα φαινόμενα….!»**

Κάσος, 26/07/2014 - ελεεινός ο Μήνας Ποίηση, κι άδικα φθονερός ο χρόνος του Κρόνου Αίμα.

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

μολύβια υγρά

δεν επιστρέφω. παρεκτρέπομαι, σ' έναν άκοσμο κόσμο. γιατί ο τρόπος μου, δε στήνει πτώσεις στο Όναρ.
έχω πολλούς παραδείσους να βυθίσω, για να χτίσω δικιά μου πύλη στην κόλαση του αέναου. από μια κόλαση αναγεννάται η φλόγα η ιερή. ...έτσι, όσο κι αν με κρίνουν, τη μέρα της κρίσης, θα αναμένω εμπροσθοφυλακή, με το μολύβι μου, και θα κοιτάω, στα μάτια πάντα, τους επικριτές μου. πάντα το βλέμμα μου βυθίζεται σε άβατα και γδύνει παλμούς. έτσι ο Έρωτας, παύει να μένει πήδημα, και πιάνει ουρανούς, σε ύδωρ κι αρμύρα.
δεν έρχομαι λοιπόν. παρεκτρέπομαι άγρυπνα, σε συναρπαστικά ταξίδια, που μοναχά οι καταραμένοι, κι ας δείχνουν λασπωμένοι, ποιούν.

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

της μέρας τα καμώματα



Τυμβωρύχοι σκώληκες ντύνονται δόξα ταφική / βράδια στην άβυσσο. / Τα πρωινά
διακηρύττουν απαγγελίες και φώτα βροντούντων νεκρών. / Το μεσημέρι  του ήλιου αποξηραίνονται ./ Πατημένο άδειο το
έργο της ζωής τους / στις περιπολίες ποζάρουν οι νεκροί των μακρινών ταξιδιών /
κι οι φίλοι ξεντύνονται - / - τέλειωσαν τα καρναβάλια. /Κι όσο για τις αγάπες
-;- / οι ερωμένες αφιερώνονται στο κλάμα της χηρείας τους, / ή στα πρωτοσέλιδα
της φιλικότητάς τους - / χάραμα λιποθυμίας, πριν το κοκόρισμα / στις στέγες των
φούμαρων. / Φούμαρα κόσμος, που κληρώθηκε / να ζουν οι φωτισμένοι, / σε φουγάρα
τάλαρου να ρίξουν «χι». / Κι οι εκδότες θησαυρίζουν - / ιερόσυλοι μαφιόζοι, /
που επικαλούνται τις Βάκχες - / - ψηφιακά να μονιάσουν με τα τέρατα. / Θεατρικά
ανορθογραφώ, / σ’ έναν επικείμενο σεισμό, / την αποκάλυψή  μου. / Μόνος. Δίχως γαλάζιο ξενέρωτο. Μαύρος,
μ’ οργή. /

«Φωτογράφιζε Εσύ! Έχει τα κέφια του ο λόγος των αποκαλύψεων.»

**αφιερωμένο στις ...μεγάλες α(να)(πο)καλύψεις**



να τ' ακούς



Αρχιτεκτονικός σφυγμός καταβυθίστηκε
από δηλώσεις βαρυσήμαντες λατρείας –
δηλώσεις θνητών, σε στιγμιαίο θάνατο,
κι ακαριαίο φιλί στο σταυρό κατευθείαν –
ό,τι αρπάξει να νομίζει και
να τάζει ταξίδια πειρατικά.
Κι από τότε στα σπίτια, φωνάζω «όχι!»,
στις αναγνωριστικές αποβάθρες των ζωντανών
στις προδομένες ματιές των μηνυμάτων, 
- «όχι, όχι!» -
των ενοχλητικών εντόμων – 
στιγμή βράδυ πεθάναμε κι οι δυο –
εγώ με μια ζωή, κι εσύ με λόγια παχιά -
κι ακόμη ζωγραφίζουμε.
Ενταφιασμένοι νοσηλευόμαστε –
επί πληρωμή ο καιρός –
λιβάνια απαρχαιωμένα – δυο
χιλιάδων ετών και κάτι
σα φιλοδώρημα  - τσόντα σε προγονικό νυφικό –
Ανεκπλήρωτα πρωινά υποσχέσεων
Εσύ που έσπερνες τα πλείστα τενεκέ
σε σεντόνι που κατέρρευσε αφυδατωμένο
κι ας αποθηκεύσαμε περιοδικά της Τέχνης
σε στεγνωτήριο οικόσιτο, να σέρνεις ώρες στραβές.
Μια καριόλα βροχή μπορώ να χτίζω
και να πλανεύομαι. Να με ξηλώνω ακόμη
σε τοίχο επιζώντα, σε μύριους γάμους
και μια κηδεία επιφυλακής,
με, γλώσσα τεράστια π’ απαγκιστρώνεται
από τη γλίτσα της εποχής.

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

βρώμικα φιλιά



αποστάσεις κινδύνου
σε έξοδο αναπνοής
με φιλί θανάτου
πληρωμένης ζωής.

/ οι άγιοι παλαβώνουν, και τα μυστικά φάνηκαν ανάξια περιεχόμενα των  ιερών τους γραφών /