Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Επιστροφή μου


































έμειναν λίγα. οι άκρες και λίγα. τα φλογερά παράφωνα της παρακμής κι η άκρη του ίχνους των ανθρώπων - εκείνων που κάθε στιγμή σκουπίζουν τη σκιά τους απ' τη σκέψη της μνήμης. 
κάθε τόσο περνούν κι οι απεργίες μαζί με τις αγάπες - εκείνες των υποσχέσεων - και προκαλείται συνωστισμός απ' την πτώση των άστρων. τι κι αν το φως τους ανακινεί εποχές σε τάφους -;- πέθανε άραγες κανείς -;- όλα στριφογυρίζουν ανεξάντλητα - άλλος στην καρέκλα του, άλλος στο μνήμα, άλλος στη θλίψη των δειλινών, άλλος στη χαρά των γεννήσεων. 
πέρασαν κι οι καιροί. μένουν οι καιροί με τα ξερόφυλλα, οι καιροί με τις θάλασσες, οι καιροί των καιρών. όλα -!- κι έμειναν λίγα. χόρτα πατημένα, αίμα στο λασπωμένο χώμα μας, η στάχτη των καμμένων, τα μυστικά μας, κι ένα υπόμνημα κύματος στις χάντρες των ματιών σου - οι άκρες μας στο τέλος των άκρων μας, με τα μέλη πυρετών και με φλέβες σπασμένες από την αγρύπνια του λίθου μας - να φυλάει κραυγή την ώρα που σπάει στο στήθος της θαλάττης και σπάει κι αυτή σε μύριες βροχές του οργασμού των φιδιών - στην αναρρίχηση της φωτιάς σαν αγιόκλημα στον τοίχο μας.
κι ό,τι έμεινε, έχει το πρόσωπό σου στις χούφτες μου, που κρατώ το γέλιο σου με το κλάμα μαζί και είναι ολάκερη η σύνδεση. σε καλώ..: "Επιστροφή μου.. -!-" και λάμπουν οι άκρες και λάμπουν και τα λίγα μας - φλογερά παράφωνα της παρακμής τους - κι επιστρέφουμε φωτιά μου.

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

μυστικές θάλασσες































σε μια παράλληλη βροχή
ο ωκεανός μου θα είναι σύμπαν -
να ορίζω το "λείπει" με λύπη
που αρνήθηκε ο θεός μου 
την απραξία των γραμμάτων σου, παρά 
τα τόσα μηνύματά μου,
και την αδεξιότητα της θαλάσσης ν' αρνηθεί
τη βαρύτητα μιας καταιγίδας.
νυχτώνει πάντως,
κι αφού δικαιούμαι μια τελευταία πεθυμιά
εγκαταλείπω τις βαρύγδουπες λεκτικές εμμονές
για των λαθών τ' αφρίζοντα,
εγκαταλείπω και την όραση
για της αφής την ασέλγεια
να μου σκάει το κύμα όταν κοιμάσαι 
και στο "όχι" της θαλασσοταραχής.

Τετάρτη, 3 Μαΐου 2017

λίθινη ενοχή































αμνιακός πανικός
να μην υπάρχεις
και να ΄σαι εδώ
στην λίθινη ενοχή
στο ανίατο σύνορο
πέρα απ' την οδό
και μέσα στην τροπή
με το χώμα των ήχων μου
στο φυλάκιο του ονείρου
και στο λαβωμένο απόψε
που τρεις μ' αρνήθηκα
με την τετρακτύν στο σταυρό μου
και με το μέτωπο να ρέει με
το αίμα μου που κάλπασε
στους επτά πύργους της κόλασης
όταν τα φίδια τυλίχτηκαν στα πόδια μου
και σφυρίζουν στην ομίχλη της όρασής μου -
να υπάρχεις
και να μην βρίσκεσαι
μέσα στους ρόλους σου
θεατής απόκρημνος
και άναυδος φονικός
από τις λεοντές των παθών μας.
μέσα στα καλοκαίρια των χειμώνων μας,
στην απομόνωσή μου,
να εμμένεις αμνιακός φοβικός
και να χτυπιέμαι
στα πέτρινα ουρλιαχτά
των γιγάντιων τοίχων
με τη σπηλιά των ληστών μου
κατάστηθα στον ελαιώνα μου.
μέσα στην προσευχή μου
αφέθηκα απ' τα μέλη μου
για να τολμήσω την αφή μου με άπνοια,
σαν πριν το πανάρχαιο λάθος μου
να φιλήσω την κραυγή
της πρώτης εταίρας των κόσμων
και να βαδίσω
με την πισώπλατη αμαρτία μου -
να πίνω τον λυγμό της
με τ' ακατέργαστα χείλη μου
της πρώτης ύλης της εποχής.
στην διαστολή της ζωής μου
το ταβάνι μου απόψε γέννησε καρφιά
κι όλα αρπάχτηκαν απ' τις φλέβες μου. ήταν
η ώρα που επιστρέφαμε στους χρόνους μας.
κι απόψε τρεις που μ' αρνήθηκα
γύρεψες να γεννηθείς -
αμνιακός πανικός -
κι ένας θεός πάγωσε
στις χορδές των φιλιών μου.



Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

γένεση


























κρυμμένη ζωή, κι η εφιαλτική συμμορία του γίγνεσθαι στην βαμμένη ανάσα των νυχιών με τη θηλιά στον ομφαλό του χώρου μας και την κατάρα του φεγγαριού με τα χίλια καρφιά στο προσκέφαλο της φυγής. το σπασμένο μου κρανίο κι η δυστροπία του χάους να παραστέκεται όρθρος στα άυπνα μάτια μου - μέσα στο δέρμα σου νυχτοβάτης του χορού σου. απλώνονται οι πόροι σου στο αίμα μου - σαϊτες στα πάναγνα σκοτάδια με τα μυστικά των βράχων και μύριους θανάτους κρεμασμένους εν τη γενέσει πυρετών στα σπάργανα όνειρά σου. κόκκινα μέλη στη λατρεία των ωρών μας με τις τιτάνιες φλέβες των ατλάντων δειλινών, στην μύηση των ασθενοφόρων μας με τα τραυματισμένα λάφυρα στις ρώγες του έρωτά μας. κρυφός αποβιβάζομαι και κρυφός αποβιβάζεσαι μαζί στους κάβους, στα λυμένα σκοινιά, στη γεύση των μουσκεμένων χωμάτων πάνω απ' τα χώματα και πάνω απ' την οχλαβοή. όλη η αφή, ένα χάδι αμπελώνες στην επιφάνειά σου με το χνούδι του παλμού, όταν στενάζουν οι πλανήτες μου στον ερχομό μας και στο κύμα μας. μην απορείς που η Εύα χτύπησε την ώρα και γέννησε το βήμα των πλευρών.

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

στα πλήκτρα της σιωπής























"κάθε φορά που κάποιος μπαίνει στη ζωή σου,
είναι σαν να σου παίρνει μια βελόνα γραμμοφώνου, ώσπου, τελικά, πρέπει να τραγουδήσεις μόνος σου" Τ. Λειβαδίτης

και να λείπει ο λαιμός - χαρισμένος στις στροφές των κάποιων περαστικών. οι χορδές να ΄χουν εξαντλήσει τις υποχρεώσεις τους μια ανώφελη νύχτα με βιτριόλι στα μάτια από ειδεχθές φονικό ονείρου, κι ούτε μια λατέρνα..! άλλαξαν οι καιροί, μόνο τα ψέματα μένουν ίδια και, τα ταξίδια - σαλιωμένα τάματα - στη φωτογραφία μου - στο παρατημένο μου μνήμα στον πρόχειρο καταυλισμό των νεογνών. στις στραβές μου αποχρώσεις παλιά βινύλια με το αρχαίο νανούρισμα της φωτιάς στα σωθικά της ανυπαρξίας. οι τελευταίες σκιές αποσύρονται με σύρσιμο φιδιού μετά τη γνώση, κι ανάμεσα στην απόγνωση η μυρουδιά του γραμμόφωνου στην καιόμενη έκσταση του κενού. πότε η πόρτα άνοιγε και πότε έβρεχες στα χείλια μου δεν έμαθα / μόνο σπίρτα βρεγμένα απανθρακωμένου μουσικού - πολλά σπίρτα βρεγμένα, μέχρι που, δεν πρόλαβα να κλείσω την πόρτα και σε ζήτησα στη βροχή. κάθε φορά που έσταζε μια μπόρα, το πάτωμα υποχωρούσε. ώσπου τελικά βλέπαμε την αρχή με τα μάτια γυμνά και οι μουσικές κατέρρεαν στην ανάμνηση των ειδώλων μας εαυτών, κι ούτε μια λατέρνα για αρχή..! ..μόνο τα πλήκτρα της σιωπής κι η σιωπή Σου.


Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

καιόμενες σάρκες


























τις ενοχές που τα σκαλοπάτια σου μάτωναν στις χούφτες μου / τα μύχια νύχια μου στις νύξεις της νυχτιάς / με τις ανταύγειες των βραχιόνων που έσταζαν νεύρα, / στραβά καρφιά και χρησιμοποιημένη φωνή των χρόνων / που πέτρωσαν σε άδυτα κομμάτια φονευμένων αιώνων / στις καιόμενες σάρκες της τελευταίας κραυγής δεν μίλησα, / διψούσαν τα χείλη μου. / νηνεμία σου στο αγρίμι μου / που παλλόταν σιωπηρά και / αλυχτούσε στους ιδρωμένους στεναγμούς μας - πάντα από δύο που εκπορεύεται η Αυγή - / το άλικο άλογο με τ' απλωμένα λάφυρα μιας βροχής σε στέγη θνητή / με το μπόι των λυγμών του τέλους που άρχισε / και της αρχής στη συνουσία, με το τέρμα στην πυραμίδα των αγίων / που αγριεύτηκαν στα λειψά τα δείπνα / ηλιθίων βατών στις ντροπιασμένες μέρες με τα φτηνά καμάκια στα βρώμικα στενά, έσπειρα την ανάσα μου κι ένα σάλιο κύκλο. / ο νοητός μου εαυτός στα πόδια σου κι / η φωτιά στο ανάμεσα των δακρύων μας, / να μιλούν οι ιστορίες στο ξαγνάντεμα του πατώματός μας, / να μιλούν ιστορίες αγρύπνιας μας και/ στέρηση τω καιρώ εκείνω, / που γυμνά πορευτήκαμε κι άγνωστα / στις άγνωρες πόλεις αγορασμένων ανθρώπων / με το σπασμένο άστρο στον θολό καθρέφτη και / με το φιλημένο είδωλο των τύπου θεών. / πού με βρήκες να γεννιέμαι υπνοβάτης / με το στιλέτο παρά πόδας πυράς και λατρείας -;- / πώς με βρήκες μέσα σε τόσες σκιές / κι ενόψει γαλάζιας ημέρας να περπατώ μελλοντικός αέναος και πώς σε βρήκα στη σύνθεση της φλόγας / ενώ τα κεριά παρέπαιαν μεθυσμένα / στα σχηματισμένα στήθη με τις βιασμένες θηλές -;- / πάντως, όταν άνοιξαν οι καταρράκτες των κορμιών / η περιφορά των χειλιών μου / τεκνοποίησε ένα βορινό ταξίδι στη μήτρα του νότου σου και / ο καπνός σου σφύριξε ν' αρχίσει. / όταν η θάλασσα σκίστηκε στα δυο / τα μάτια μας άγγιζαν κιόλας το χάραμα. / τρεις μέρες πέρασαν κι έμαθα να μετρώ. πόσα φιλιά -;- άμετρα ύψη που σ' αγαπώ.

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

απέθαντοι διωγμοί






























ο δίδυμος θεός αδίκησε την παραφροσύνη του να επιμένει νεκρός και σάλεψε τα νερά του Αχέροντα / να επικαλούνται το κύμα, να επιστρέψει ο θνητός στη βάρκα του, ν' ανοίξουν οι τάφοι για να μιλήσουν οι ναυαγοί με τον υπέργηρο Γολγοθά των βυθών, κι ο ποταμός να ξεχειλίσει απέθαντους διωγμούς μήπως και κλείσουν οι οπές των σάρκινων φονικών στα χαχανητά των άσχετων νεογνών που έχασαν τις μέρες/