Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

στο κενό του ναού


































Στους σβώλους των δαχτύλων μου,
στις άκρηες των δεινών μου -
τα γήινα είμαι μου -
τρυπώνεις αυθάδικα
από μιαν άλλην εποχή
που οι πάσσαλοι, μάλλον,
στερέωσαν τη φήμη μου
να κομματιάζομαι εφτά ζωές
στην ενάτη υψωμένες
και
κρανιοθραύστης γίνεσαι
να αρπάζεις το μυαλό μου
δαγκώνοντας το κουκούτσι μου
που επιδιώκει ν’ ανθίζει
παράταιρο εποχών
Σε είχα για δαίμονά μου,
είσαι ο Δαίμων μου στο απόλυτο ρίγος μου
κι έτσι μπορείς να με σκίζεις
κι εγώ να τρέχω οδύνη
με στάζω «σε θέλω» –
όλες σε μία μου στιγμή
στην άγρια σιωπή μου
στους αντίλαλούς μου
στις διαστάσεις που
ανακαλύπτονται από
τις μέλλουσες κινούμενου  παρελθόντος.
Επιμένεις να με τεμαχίζεις
με μια σιωπή αθάνατα εκκωφαντική
που μόνο τρένο αγγίζει.
Είμαι νεκρός και
ζω ένα κενό Ναού
που με νήστεψε
να προσπεράσω.
Στην απέναντί μου διαδρομή,
ο μυστικός Σεπτέμβρης της Βαβυλώνας
που αλήτεψε στα σκοτεινά μας,
η δικιά μας σπηλιά –
η οπή που δίψασα
όταν απαίτησες να διαρρήξω
σαν κοινό φυλαχτό –
όταν οι τρούλοι μου χάθηκαν,
κοσμογονική διαδρομή
της ανελέητα περιβόητης φυλής μου –.
Κάπως, βουίζουν τα νερά μου
βουίζει το σμήνος των αλυσίδων σου
κι εμμένω να φτάνω, με το ρολόι στο χέρι,
αφίλητος λεπτών
και δείκτες άχραντους
σ’ ομολογούμενα πάθη
που κατεβάζουν τις εκρήξεις
στην προστασία των υποσχέσεων
Και μήπως
η θάλασσα αιμορραγεί -;-
Ακατάσχετες οι πορείες
στα σχετικά δεδομένα των δονήσεων
όταν οι επιβάτες ληστεύουν το χάος τους._


"σβήσε το δάκρυ"


































Στα ξέφτια των διαβατηρίων
τα χείλη σου κατέχουν τα νύχια μου
τη ζωή κάτω από τα νύχια μου
την κυκλοφορία μου μια Νύχτα
στο παράλογο φίδι, που
εκσπερμάτωσε Γη
στη χοάνη του νόστου
με το στυφό χαμόγελο
Να κυλάω κύκλους μισάνοιχτους
με βλέμμα υπάρχοντος φευγάτου
στο ανάποδο πορτρέτο του τρελού
που δεν παύει να παραλογίζεται, και
αναμένει
στο καρφί που ξεχάστηκε από την ισοπέδωση
στο αίμα σου, που λησμόνησες να περιμαζέψεις το αίμα μου-
να ΄χω να πνίγομαι φλέβες, να στροφιλίζομαι ταξιδιάρης
και να γυρεύω Αντίνοος, αιώνιος τα σκεπτικά σου
Αιμοφόρος να μοιάζω ξυλουργός
με αγκίδες στο δέρμα των επαναστάσεών μου
ν' αρνιέμαι το ελάχιστο για του ελάχιστου την τιμή
Να σε τιμώ ακοίμητος, άτεγκτος φονιάς μου
Κατάδικος να με χτυπώ στο τζάμι που βράχηκε
απ' το αγιάτρευτο μυστικό μου: Να μένω αμνημόνευτος.
Να μένω βράχος. Περαστικός να μένω, και
να στριγγλίζουν τα πατώματά μου - σαράντα κύματα που πάλεψα,
κι όλο σαράντα να καγχάζουν αιώνια.
Να φτάνω να τρυπιέμαι με κύματα
και να σκάω βράχος στο βράχο σου -
στη φωτιά στο συμπαγές όνειρό σου.
Βήμα το βήμα. Πνοή την πνοή, στο αγιόκλημα των απόηχών μας
και να αργείς να σβήσεις το δάκρυ._

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

εν Ιορδάνη...






















θάνατος, δεν είναι, τώρα, οι κάργιες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια
- εκσυγχρονίστηκαν οι καιροί -
μα οι φράχτες στα μυαλά μας, και το λιβάνισμα της παραμόρφωσής μας.
παρασημοφορεμένοι τενεκέδες στην καθημερινή δίνη των παγκόσμιων γιορτών και της στημένης *παρα*ποίησης στα τέσσερα, για το δαγκωτό τέσσερα της υποταγής μας._
* έξω οι μέρες γρυλίζουν πόνο και χείλη συμπληγάδων κραυγών, που πρόλαβαν να μαγκώσουν τη γλώσσα που λάλησε φιλί, κι ο κόσμος βυθίστηκε. αποστεωμένα μέλη στου διαστρεβλωμένου Ιορδάνη τα άγρια ύδατα._

Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

μαθήματα ψυχής.........

σα να τραβάς τα σπλάχνα της ψυχής σου με τα δόντια / να σου γλιστρά η καρδιά. / ν' αγωνιάς να την αρπάξεις ξανά. / ο ιδρώτας; Τίποτα, στον ατέρμονο πόνο. / να χάνεις τις αρτηρίες του μυαλού σου, σε ακατάσχετη τροπή. / να σκίζεται ο νους. / να ουρλιάζει το σύμπαν σου ολάκερο: / "δεν έχεις, ρε ψυχή, που ξεσκίζεις την Ψυχή σου;" / κι εσύ αλύγιστος, με το βαρύ το φορτίο της μέγιστης αποστολής σου δεμένος καρμικά πειρατικά - / έρωτας που σε συνθλίβει γεμίζοντάς σε Σκυλίσια ξενύχτια στους πλανήτες / που μιλάνε βολές στην καρδιά / χτυπώντας του Ώρου το ρολόι, / όταν παίζει κουτσό ανάμεσα στ' άστρα, / ανυποψίαστο παιδί - / πώς ένα θνητό φονικό / γεννάει αθάνατη πνοή-;- / και πώς ο μέγας κυνηγός οδηγεί χορό ερώτων / που μόνο η Ποίηση αποθανατίζει για / μάθημα πυρός, πάνω στο χώμα και μέσα στο χώμα. / στιγματισμένος οργασμός η φωτιά του Έρωτα, / με όλα τα Άλφα αναμμένα περίτεχνα / στην αναμονή της συντριβής. / Έτσι μου σφύριξαν Εκείνοι και τράβηξαν ξανά για τα βαθιά τους. /
μετά, οργώνουν οι Εραστές και λάμπουν "πάντα αίμα" στο Μέγιστο Ερωτικό. μια γομολάστιχα μένει. μαθητική κίνηση απλή / πάνω απ' το Θάνατο Ζωή, που πριν, που απόψε στο σούρουπο φιλί με όλο το δείλι στο τετράδιό μου._

*μόνο έτσι γράφεται η Ποίηση. ..όπως ο Έρωτας. "πάντα" με "αίμα" ζωής *



Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

αληθινά αληθινό-;-..






















σχόλιό μου, στη δυνατή ανάρτηση της φίλης Ροζάννα Καροπούλου:

άπειρες φορές, από χρόνια παιδικά, προβληματίστηκα κι εγώ, για το τι είναι αληθινό. πρόσφατα, συνέδεσα την Αλήθεια με την Αλητεία - εκείνη την Αλητεία, που θυμίζει Γώγου Κατερίνα και τους Καταραμένους των καιρών, τη λαμπρή Αλητεία της Αλάνας, του σεργιανίσματος, προς ιχνηλάτηση, κι αναζήτηση - ακόμη και της ουτοπίας. και ξέρεις; κάθε φορά κατέληγα στο Μέγα Ψέμα - αυτό που σε τρελαίνει διψασμένα σαν Όνειρο. και μετά, στη Μέγιστη Μοναξιά των Ορειβατών της Αποκάλυψης ή των Γενναίων του Έρωτα, που μένουν, για πάντα σε κάποια χείλη, με γδαρμένη την καρδιά, και το νου στην τρικυμία, κι ανατρέπουν το θνητό του ναυαγού, με την ανάδειξη της πρόστυχης Ιθάκης, που ξέχναγε πάντα να υπάρχει.. - Ευαγγελία Πατεράκη -

Ροζάννα Καροπούλου:

ΘΕΛΩ ΑΠΕΛΠΙΣΜΕΝΑ ΝΑ ΜΟΥ ΟΡΙΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΜΕ Α Κ Ρ Ι Β Ε Ι Α ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ "Α Λ Η Θ Ι Ν Ο"....ΑΠΕΥΘΥΝΘΗΚΑ: ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ+TON MANO+ΤΗΝ ΤΖΕΝΟΥΛΑ(ΕΝΕΚΑ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΩΝ ΜΟΥ ΠΡΟΣΒΑΣΕΩΝ..),ΜΑ ΜΕ ΑΠΟΘΑΡΡΥΝΑΝ...ΑΠΕΥΘΥΝΘΗΚΑ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΟΥΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΥΣ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΤΑΓΟΥΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥΣ,ΜΑ ΗΔΗ ΕΚΔΡΑΜΟΥΝ ΛΟΓΩ ΦΩΤΩΝ...ΑΠΕΥΘΥΝΘΗΚΑ ΣΤΑ Κ.Ε.Π.,ΜΑ ΥΠΟΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ,ΛΟΓΩ ΠΕΡΙΣΤΟΛΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ...ΑΠΕΥΘΥΝΘΗΚΑ ΣΤΟ 11880,ΜΑ ΣΤΟΙΧΙΖΕΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΑ ΠΟΛΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΣΕΠΗ ΜΟΥ...ΠΟΥ ΝΑ ΑΠΟΤΑΝΘΩ ΤΟ ΚΕΡΑΤΟ ΜΟΥ;;;;;;ΜΗΠΩΣ, ΑΛΗΘΙΝΟ ΕΙΝΑΙ Μ Ο Ν Ο ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΞΟΔΕΥΕΤΑΙ ΔΙΧΩΣ ΕΜΦΑΝΕΙΣ ΛΟΓΟΥΣ;;;;;


Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ























βραβεύτηκε, λέει, την Κυριακή, η κ. Αγγελάκη - Ρουκ, από την Ακαδημία Αθηνών, για το ποιητικό της έργο.
δεν θα κρίνω εγώ το ποιητικό έργο της κ. Ρουκ, κρίνω όμως την αποδοχή της να βραβευτεί, κρίνω την Ακαδημία Αθηνών, που πάντα υποτάσσεται σε κάθε κατακτητή του τόπου, τον υπουργό πολιτισμού, που παραβρέθηκε, και όπως εκφώνησε στην τελετή απονομής βραβείων: "και είπε ο ..υπουργός...:
"«Καθυστερήσαμε αυτή την τελετή, έγιναν πολλά αυτό το χρόνο που μας ώθησαν να απονείμουμε τα βραβεία με το τέλος του 2015. Φαντάζομαι ότι από εδώ και πέρα θα είμαστε πιο συνεπείς στους χρόνους» τόνισε ο υπουργός Πολιτισμού."
και λέω: καθυστέρησαν, γιατί είχαν πολλά θανάτου συμβόλαια να υπογράψουν...! μα τι λέμε;;;και ποιοι τον άκουγαν και ευχαριστούσαν...!;;
τον άκουσε η κ. Ρουκ και οι λοιποί βραβευθέντες. και τον άκουσαν και χειροκροτητές - θεατές. και θεωρώ ντροπή τους που δέχτηκαν βραβεύσεις ή πλαισίωσαν τέτοια χλιδή- γιατί η Ποίηση δεν είναι για νταβαντούρια, και ούτε να ξεχωρίζει από το πλήθος των ανθρώπων - όλοι στο βάθος μας είμαστε ποιητές και οι ποιητές σκύβουν το κεφάλι και οργώνουν μόνο.
ντροπή τους λοιπόν, που λένε ότι είναι ποιητές και δέχονται βραβεία, αλλά και όταν σε βραβεύει ένα παρακμιακό κράτος - κράτος αστέγων, άνεργων και προδομένων, είσαι άξιος εκπρόσωπός του ή ακίνδυνος λαπάς για κρατική στάχτη στα μάτια των σκλάβων του.

Ευαγγελία Πατεράκη (η φωτογραφία εκφράζει επάξια την ή τις τελετές του είδους)

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

ταχύτητα φωτός



Αγαπώ τα τρένα,
/ δεν ήξερα πώς να σου πω για το ταξίδι,
 στο περιέγραψα κύμα, μέσα στο βλέμμα σου φιλί
το κορμί του φιλιού στο θολό της βιάσης,
στην ταχύτητα που φωτογραφίζει στο σπαθί το ιπποτικό
τον πυρωμένο δρόμο,
μ’ αλλοπαρμένα χιόνια να κατρακυλούν στον ίσκιο μου,
στα βράδια τα χωμάτινα,
στις πέτρες της συλλογής μου, σαν τον γενναίο άνεμο
στη δίνη της ομίχλης, που παραδίνεται σε πέντε
που τρέχει πέντε, να σμίξει τα δάχτυλα
που βυθίζονται στο μαύρο
μαύρο μια μέρα, μια νύχτα φωνή
η φωνή μου ρωγμή στο φλας του νόστου
επιστροφή στο πόμολο
στον τσίγκο βροχή
δαρμένο στερέωμα το μούτρο κολλημένο στο τζάμι
το βαγόνι καλπάζει, το παράθυρο κλειστό –
κλείστρο ανοιχτό στον ορίζοντα τον τρελό
τρέχουν οι ορίζοντες, κι άχνη σιωπή
Ιερός μονόλογος σε ώρα κραυγής
Πώς τα σινιάλα, οι φάροι, η Ψυχή..
Πώς η βροντή δαγκώνεται στα σπλάχνα της -;-
Κατρακυλούσα πάντα να φτάνω τη σωστή
και το λάθος εκπυρσοκροτεί στην υποτείνουσά μου –
αγέρωχος θάνατος είναι ο Έρωτας
ταξίδι βαγόνι κι οι ράγες καρφί
δεν έχει σύνορο το μάτι
εκτοπισμός της θνητής ιαχής
κι όλα τα άλφα φουγάρα
στον κρεμασμένο ουρανό
στο γλυπτό φεγγάρι
στο άτρωτο και
«μίλα!!!» μια φάρσα τα φώτα της ομίχλης
σκίζεται στ’ αποκορύφωμα της πνοής._/