Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

πολιτικές κουβέντες























Πουλιώμαστε, καθημερινά, όπως σκύβουμε, να μαζέψουμε ραδίκια.
μας ξεπουλάνε μαζί με τα ραδίκια.
κουβέντες λαϊκής τα παράθυρα στις τηλεοράσεις,
και της νύχτας κουβέντες, στα αλισβερίσια των νονών.
τέρμα τα τετράμηνα, τα σαράντα, τα εξάμηνα, οι παρατάσεις.
απ' τα μνημόσυνα απέχω - παραβιάζονται τα ήθη,
και τα έθιμα, μόνο εκδουλεύσεις είναι παρακατιανές
οικογενειακές μαστροπείες. οικογενειακή δυστυχία όπου υπήρξα
αναδυόμενος αστέρας του πεζοδρομίου  και
των νεκροταφείων μετά τα μεσάνυχτα,
που δεν έχω ανάγκη τη δεή,
γιατί τα πρωινά, οι άνοιες γεννούν παραφιλολογία
και τρύπες πολλές στους παλμούς της καρδιάς.
Την ώρα που θα με ουρλιάζεις ψεύτη
θυμήσου ότι κατέρρευσες, γυρεύοντας τράγο
για αποπομπή, και τα νύχια μου δεν έχουν γλώσσα να σου βγάλουν,
μόνο ξύνομαι και ξύνομαι, μέχρι που γδέρνω το μυαλό
και στάζουν οι στάχτες μου στην αυλή σου -
έτσι δε χιόνισε ποτέ στην οικουμένη
και το σύμπαν φυλλορροεί,
ανάμεσα λαϊκής, κι "όταν θα πας κυρά μου στο παζάρι",
που είναι μέρα ανήμερη, στα μπαράκια με
την τσόντα στο μάτι μέρα ισχνή
στο σου λείπω με τα τεκνά αγκαζέ που παραμυθιάζεσαι.
πολιτικές κουβέντες αισθησιασμού
με όμικρον και όλα τα γράμματα της ιστορίας, ακόμη και με
αποποιήματα που μασκαρεύτηκες δόξα γιορτής.
Ένα κουβάρι οι θελήσεις σου, και
τα χόρτα κλωστές μπλεγμένες στο λαιμό σου
καθώς πνίγεσαι στη λαιμαργία της βολής σου. _

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Αποκάλυψη 1.













Τη μέρα της εξόντωσης
όλοι οι αέρηδες έχουν λουφάξει
Το κόχλασμα επικρατεί στους σουγιάδες
δε σηκώνει βοή,
μόνο σκόνη πνιγερή ερήμων και
μια ακόμη περιφρούρηση μάλλον,
στους δωρισμένους εκκλησιασμούς
ή με σπασμένα ποδάρια· στασίδια του μυαλού μας
Καθ’ υπέρβασιν, ο ήλιος μαζεύτηκε νωρίς
/μια έκλειψη είναι ότι πρέπει στις τελετουργίες της Απόκρεω /
Ντυμένοι βασιλιάδες επικαλούνται βροχή·
κονδυλοφόροι υπογείων στοών
βαθμοφόροι χαμών
/ και μόνο εκεί δεν αγιάζεσαι με νέκταρ.
Αυτά τα υπόγεια κρατούν ζόφο
σε κελάρια με χνώτο πνιγμένων αγγέλων
που έψαλλαν την Ιστορία την απ’ αρχής /
Κατόπιν στήθηκαν οι κρεμάλες
μετά τη σφαγή,
για να γραφτούν οι δόξες
στις χούφτες των παιδιών
που τα παιδιά πήραν φύλο
πρόστυχων καφενείων το σούρουπο
ενώ η σειρήνα μασούσε τέλος στη βάρδια
Κι άλλος μπεγλέρι,
εγώ ρακή,
κι η Λόλα - μασούσε τσίχλα -
με γόβες, ξεκάλτσωτη στο κρύο -
κι ο κούκος τρεις δηλαδή,
να ΄χουμε πρίμα το τεφτέρι της φυγής.
Έτσι ανυπόφορα ξυρίστηκ’ ο καιρός
Κι η Ιστορία επαναλαμβάνεται
αφού εσύ με σόλες διαταγής
δε βρέθηκες ποτέ σε καφενείο._

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

εισαγωγή αποκάλυψης πάντα



















Κι όμως δε σώπασα.
Κι όταν με πυροβόλησαν ούρλιαξα
κι αρνήθηκα τη σφαίρα.
Κι όταν η σφαίρα, μου καρφώθηκε στην καρδιά
κραύγασε η καρδιά μου: «Πιάνουμε πολιτείες δικές μας,
να κάμουμε πράξη τ’ όνειρο! Μη λυγάς!»
Και δε λύγισα. Και γεννήθηκα, δίχως μάνα
/ συνήθως οι μάνες λουφάζουν την πυγμή, και μόνος γεννιέσαι…αν.. /

Κι όποιος δε με πίστεψε, κι εσύ που ακόμη μ’ αρνείσαι
εσύ που με πρόδωσες, στο λίγο σου εαυτό,
με ύβρη που απλώθηκες σ’ αυτό το λίγο,
στον τσίγκο που ακούμπησες, δεν άδραξες τη γέννηση ακόμα.

Σου λέει ο καθρέφτης μου: «Σήκω! Φαίνεσαι!»
Ο δικός σου ραγίζει. Φάνηκα. Σου έχω έναν ουρανό!

Πάνε χρόνια, ίσως τρία, μισός αιώνας, ίσως τίποτα
Πάνε δυο, καβάλα χρόνος, και τρέμεις
σα να ΄ναι ήλιος ξέμπαρκος σε σφήνα δακρύων
μέσα στα νέφη στο τελάρο μου
που αιμορραγεί η αγάπη
Πάνε, που δεν υπάρχουν χρόνια –
αιωνιότητες σταλάζουν τα φιλιά –
πλημμύρες βορείων με φλας και δίχως, σε λιμάνια,
που φτάνουν οι αχοί των τρένων
Σε υποσχέσεις, σε απαιτήσεις σου
στους νερόλακκους των σκόρπιων ειδυλλίων
Εσύ που σκόρπισες στον τρόμο το χάρτινο,
στης παιδικής χαράς το σπίτι που τρομάζει
/ έτσι τρομάζουν τα αγέννητα, να γυρεύουν μάνα,
να σπάει η φωνή /
φουγάρο εφφέ, ψυχών απτέρων –
κάποτε θα είσαι ξανά και ξανά,
να μάθεις θα δεις, πως σκίζονται και λιώνουν τα χαρτιά,
πως στέκονται οι εραστές τις νύχτες γυμνά αρματωμένοι,
και πως τρυπιώνται οι καρδιές,
οι φλέβες πως φουσκώνουν,
όταν λαξεύεις Όνειρο
κι έρχεσαι πάλι μουσκεμένος άνεμο
κι αρμέγεις πέτρα, ο ήχος της πέτρας –
δεν έχει σιωπή, ποτέ δεν είχε -
ύμνοι κι η άβυσσος
ύμνος το κύτταρο
Το σούρουπο, αμυδρά, σου ορίζει το χάος ατέρμονο φως
Δεν έχει γραμμές,
στα σύνορα δεν έχει
Κι οι φύλακες χάρτινοι όλοι -
ζωγραφιές γήινες τα μεθύσια των παρόντων -
και μόνο οι φαντάροι
στα στήθη των χωμάτων, αιμάτων αγγίγματα, ακούν

Πολεμιστές των δασών
με γνώση θαλάττης
επιβεβαιώνουν αλητείες, των αλητών των μεγάλων,
που έσκισαν τις αλάνες, γυρεύοντας αλήθειες,
να σε σκοτώνουν και να γεννάσαι
να σε προδίνουν και να πετάς!
Έτσι σου λέω, στέκομαι πυροβολημένος κι άδολος
στην υπέρμαχο βοή της ζωής μου,
που φεύγει και έρχεται και πάει πολύ μακριά
και πάλι γυρίζει από ψηλά, ανά τους αιώνες περιφερόμενη,
που κροταλίζουν τα παραθύρια της,
κάθε που σ’ ονειρεύεται
σε μια ανθρωπότητα να κουβαλώ
κι έναν καημό ερώτων,
ερωμένης φυλής αχόρταγης πυρετών,
να καίω πνοές με φλόγα απέθαντου,
σε ευθεία πάντα απύθμενα νήματα,
ένα γιασεμί ουδέτερο, π’ εκμηδενίζει
την ουδετερότητα των βουνών,
να δίνει υπόσταση στον ύπνο των απόντων.
Έτσι, μονάχα συγκεντρώνονται τα βλέμματα,
έτσι πορεύεται  το εκπορευόμενον
του κεφαλαίου μυστικού
του κεφαλαίου τέρματος
του κύκλου του αέναου
που σ’ αγαπώ, και σ’ αγαπώ,
γι’ αυτό και δε σιωπώ
και παίρνω πολιτείες.
Γυναίκα ανθρωπότης
σήκω!
Αρσενικές ρίζες τα σπλάχνα των θανάτων
Αρσενικά σφυρίγματα των τρένων τα ταξίδια
Νόστοι σε χούφτα παιδική
τα κλάματα των πτυχών μας.
Κι έτσι δε λύγισα. Αρνήθηκα τη σφαίρα.
Κι έτσι, καθρέφτες δεν έχει,
μονάχα γνώση κι αλάνες.
Το σύμπαν αλάνες. (υπό έκδοση 2015 - Προμηθεύς Πυρφόρος)

*αφιερωμένο, στ' αδέρφι μου, την Κλεονίκη Καλλέργη, και σ' Εσένα - της αλάνας ψυχή μου*

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

προφητείες
















Μεταναστεύουν οι υποσχέσεις συνεχώς
Σ’ ένα απώτερο μέλλον
ο επιζήσας νους
θα θερίσει χρώματα λυγισμένα
με ανδρείες στάσεις βολέματος
σε φαντάρο γνωστό
που καρατομήθηκε η σκυτάλη του
όταν παραστράτησε επιτυχώς -
τρικλοποδιά να βάλει
στη νωθρότητα της συνήθειας.
Παρακάμπτονται διαρκώς οι αντιρρήσεις
μόνο οι χρωματισμένες ταμπέλες
κάτι θυμίζουν όραμα
ή μια παιδική σφυρίχτρα στο άγνωστο –
γνώριμη γκριμάτσα στα μάτια του παιδιού –
ή κι ένα σκοπό - εσένα που ξώμεινες
να παίζεις γκαζές
με τα γδαρμένα πόδια
Εσύ! Να βλέπεις να βλέπεις νύχτα
και να φουσκώνεις θάλασσα.
Μα είσαι εσύ. Σκέτος εσύ.
Κι οι άλλοι
πάνε από ΄κει.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

μην λησμονήσεις το παλτό!




















Η μάνα που φοβάται να αφήσω / Οι γυναίκες που πνίγουνε - / περιστατικά πολυβόλα με συνθλίψανε / σε υπαίθρια νοσοκομεία, / κάπου στ’ απόκρυφα της ξεγνοιασιάς / Η φλόγα που αρνήθηκε το βάτο / κι ο Μηδέν που / καμώθηκε το αίνιγμα / μ’  εκλογές στο τέλμα των ανθρώπων. / Η μάνα που ματώνει και / χάνομαι-  μου σβουρίζει το μυαλό που / θυμάμαι αστραπές το / βράδυ βραδύ σ απομόνωση ύπνου / Ερωμένη σε κενό  νοτιάδων που / αγριέψανε οι διπλές οπτασίες των αρμάτων / οι ήλιοι που μαχαιρώθηκαν - / ένα βύσμα ακόμη στην άβυσσο / το παλτό ρε! / Το παλτό που κοιμάται μυστικά / μιαν απόλαυση σκοταδιού στη σελήνη. / Με πηδήξανε τ’ άστρα κι / αγριεύω παρέλαση. / Πάλι απόψε νηστικός καιρός / τα απόγευμα στον πλανήτη που σβήνομαι / και με θυματοποιούν οι συνήθεις καιροί  - / αδερφοί των άδειων νόστων - / που παλέψαν με κύματα / σε φτηνά προσχήματα προς επιβίωσιν / Απορίας του νου τους οι θνητοί που / καμώθηκαν τους επιζήσαντες των σεισμών / σ’  ένα ράκος στομάχι / την ώρα που / αυτοκτονούν οι παντιέρες των αξιών / με τίποτα ιαχής και / σκουριά μυαλού να / φιλοσοφούν απαίδευτα και στραγγισμένα όνειρα / με λάμψη σκατά των / οικούντων νεκρών τα φιλιά, / σε φιλιά αναγκών / χρεμετίζουν χρεοκοπίες των κρατών μου – / επικρατούντες αισθήσεις αγγελιών - / Και ζητείται αγγελία / προς ανάρτηση σχέσης / σε μεσαιωνική καρμανιόλα / προς τέρψιν πλήθους, / χωρίς ψωμί, / στην υποστολή της εποχής._

Η μάνα που τρέμει ν’ αψηφήσω, δίχως ρόλο κείται κατά στο υπόστρωμα της φυγής.
Η ερωμένη – υπόστρωμα και αδιάβροχο δακρυσμένης σιωπής,…
Κατά την μαθηματικήν απολυτότητα τα σπουργίτια σάλεψαν και μοιράζουν ψίχουλα, σ’ ό,τι κινείται κι ό,τι χάνεται, σε τσέπες, σε φιλιά, τσαφ – τσουφ θεάτρων ομίχλης, σα λάμπες χιονιού στα τρένα που προδίνουν τους σταθμούς τους. Ακόμη τα εκχιονιστικά πολιτεύονται κι απεργούν οι σειρήνες κατοχής. Όλα παύλα και τελεία σήμανσης οριστικής.

(υπό έκδοση - Προμηθεύς Πυρφόρος)

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

η μισή μεζούρα

όλη μας η ζωή είναι ημίμετρο. πενήντα εκατοστά πλην - πενήντα συν - άκρες. δεν έχει σημασία. η μ ί μ ε τ ρ ο. κρίνουμε μισοί το μισό με μάτια μισά, με καρδιά μισή διπόδου, που δε σκαρφάλωσε τη νύχτα.
κρίνουμε μισοί τους μισούς στην πλεκτάνη της μέρας. το προσωπείο της χαμογελά συντροφικότητα και τρέλα πουλιών. μα δεν πετά ποτέ. είναι ντεκόρ στο ορνιθοτροφείο της ξεγνοιασιάς μας. πότε πότε, σηκώνει το κεφάλι στον ουρανό. μας μοιάζει. σα να δοξάζει το θεό. και κλωσάει. όπως εμείς. την τύφλα μας στο χώμα. με μισά μυστικά. και ολόκληρες συνήθειες, να ζεσταίνουμε αυγά και να πεθαίνουμε μισοί στα αυγά μας.

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

της παρακμής

κι επειδή όλοι οι ρόλοι είχαν μοιραστεί με τις μουτσούνες τους, κι επειδή ήμασταν όλοι ίδιοι, φτιάξαμε μάσκες ποιητών, ώσπου έγινε μόδα και ξέπεσαν οι εποχές, βαριά κι ασήκωτα στα θρυμματισμένα γυαλιά φιλοσοφικής χροιάς.
στο τέλος, τελειώσαμε σαρκοβόρα, κι αδειάσαμε τις γιορτές σε τραπέζια χαρτοπαιχτικών λεσχών, με πόρνες συνειδήσεις. _

Προμηθεύς Πυρφόρος