Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

στο παράθυρο σου το τρένο μου



Ό,τι θυμάμαι απ’ τους σταθμούς μου,
το περιττό τους ανάστημα –
νούμερο αλήτικο και
περιπλανώμενη συγκομιδή -
φωτοφοβίας σύνδρομο
απ’  την απόρριψη της κατοχής μας.

Κι ό, τι συνόδεψε τη βαλίτσα μου –
ένα ζευγάρι γάντια με νύχια μελανά –
Βαρύς ο φόρτος του γαντζώματος
στο θεατρικό φιλί,
που διατάσσει να μείνω
Γι’ αυτό τρέχω πάντα μακριά
αφήνοντας το φουλάρι μου
να στεγνώνει δάκρυ
όταν δακρύζουν τα σκαλοπάτια
που έστερξαν πάθος
μονόπλευρα δόλιο
κι αντίπλευρα πάθος πάθος.
Κι ύστερα ακόμη πνέω
φουγάρο και κόλαση.

Με γκάζια αναμμένα στο όλο
πατημένα φώτα βροχής,
να μη βρέχομαι
να κρατώ χαϊδεύοντας μόνο
κάτι της σελήνης,
ενώ το άσμα που κάλεσα
αιμορραγεί,
αιμορραγούν οι νύχτες
που οι γλάστρες δίψασαν πολύ.

Βυθίζοντας το δάχτυλο στο χώμα –
είναι ο δείχτης της καρδιάς –
ποτίζω με κόκκινο βαθύ.
Ένα ταξίδι είναι
απ’  το βλέμμα
μέχρι την κόλασή σου,
κι από την κόλαση
ως τ’ ακροδάχτυλα. Μη φοβηθείς -!-
Ένα ακόμη βαθύ
φιλί του όνειρου,
ίσως και κάποιες δαχτυλιές
λαδομπογιάς του «θέλω»
τα βράδια που ξαγρυπνούν οι δαίμονες
στα μινόρε των δισταγμών σου.

Εσύ κοιμήσου πλεξίδα τις ώρες.
Κουράστηκες πράσινο στα φθινόπωρα
και κύλησε κίτρινο το χρώμα.
Γλύφω χρώμα
εκρέοντας στο παράθυρό σου
τρένο και όραμα.
Ένα σφύριγμα ακόμη
κι οι ράγες ξεδιπλώνονται
βαλίτσα και άγγιγμα.

Άγημα η ζωή σου
στο μαύρο μου.
Είναι μαύρο κι αυτό το ταξίδι μου,
από την κόλαση
μέχρι την καταιγίδα.
Κάπως έτσι
έμαθα να παίζω γκαζές
τους παραδείσους
και να τους γεύομαι.
Με λίγα λόγια
αλητεύω αλήθειες στα φρούριά σου
τα φιλιά μου,
να επιστρέφεις πάντα
ακόμη και αργά κι
ακόμη παντού._