Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

βυθοί ροών



Έρρεα στιβαρά ∙
μέλι πρωτογενές,
ανατρέποντας το νόμο της βαρύτητας -
Μείον σε Συν – τηρώντας πάντα
τη σημαντικότητα
του ανθρώπινου βάρους .
Στο κέντρο του γαλαξία, Εσύ ∙
βάρος ασύχναστο.
Στα κλειστά σου μάτια
αρμύρα γενναίου
Σε πρωτόγονη φυλή
η ηδονή.

Ρέοντας ανεβαίναμε ∙
υπόγειο – φυγή,
μ’ επιστροφή, στροφή, και ύψος
σε βάθος αντοχής, με δάχτυλο ένα
κι άλλο, μέχρι τα όλα -
επιστράτευση γενική
μέτρηση ανίχνευσης.
Ανιχνεύοντας, 
ιδρώναμε την παύση ∙ ένα
και μισό / θυμάσαι -;- / -
περαστική απόσταση
και το διάστημα μηδενικό.
Δεν υπήρξε κενό,
κι η παύση ∙ στακάτο και σύνθεση.

Όταν έρρεε το αλκοόλ,
Παρών επέστρεψα την πρώτη νύχτα –
είναι που στον Κανένα μου
βραδιάζει πολύ
κι ερωτεύεται βαθιά το φεγγάρι

Στην απουσία μου
οι παρόντες εξανεμίστηκαν ∙
αναμνήσεις και μόνο
Στην παρουσία μου,
βαρύτονες κραυγές
ακατέργαστων χρόνων

Απών φεύγω
μ’ αισθήσεις υψιτενείς
σε φαράγγια πρωτόπλαστα
σπάζοντας τον υμένα
της αποκάλυψης ∙
λύτρωσα τα θεριά
κι έπιασαν θέσεις στ’ ασύνορα.
Συνέχισα να ρέω.
Στο ξυλόφωνό σου
οι ήχοι σου διέρρηξαν
τους πόρους μου
Χλιμίντρισα μια γλώσσα απόσταση
από τ’ αστέρια
Σε πήρα σε στάσεις Ρ ο ή
με το δείκτη τεντωμένο –
πάντα παρών
ταξίδι και όλα
κι ακόμα σε στύση
οι θνητοί καταρρίπτονται -!-
Ασύλληπτες φάσεις
σε ουσίες άνευ,
«παρά» και «από»
«Στάξε μου κι άλλο,
αγαπώ φθινοπώρου»

__________ Προμηθεύς Πυρφόρος __________