Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

ύποπτος βροχοποιός





























οι αιώνες μου πλέον ρέουν από το φλοίσβο τους στους τοίχους μου και στο πάτωμα της σάρκας μου μετά. στη φωνή μου κομπάζουν για τους αιώνες τους, κι η φωνή μου σπαράσσεται κάτω από το υπέρβαρο του σκότους μου. τόσα στενά που διάβηκα κι εσύ δεν ήσουν, με κρατούσα βρεγμένο να θυμάμαι τη διάλυσή μου ανάμεσα στις ζωές εμβίων και λόγια χύμα τοκετών σε διαβάσεις πτηνών, ακόμη και παιδικών ονείρων καλοκαίρια σε άπειρο. κι όλοι μου οι αιώνες, γατζωμένοι περιστατικά μέσα μου, να σπάνε το δέρμα μου σε θρύψαλα και να κλαίνε οι εαυτοί μου.."πού ήσουν..;" δεν έβρισκαν. την τελευταία μου μέρα, ήπια όσα χρώματα μπόρεσα να δω, κι ανέμενα ξανά τον ερχομό σου. και με είδα, ύποπτο βροχοποιό στην αταραξία του καύσωνα με τα ζαλισμένα κουφάρια μου, να επιστρέφω από τη λησμονιά σου. αμίλητος ταξιδιώτης ενός πατώματος, διώκτης μου, διψούσα συνεχώς, ώσπου είδα: τα καρφιά στα πλευρά μου, ακόμη και η τρύπα στον κρόταφο, που έχασκαν τα μυαλά μου, είναι που σε σκάλισα στους τρεχούμενους αιώνες μου, στους τοίχους μου που ρέουν οι ριπές μου, και η φωνή μου που βούλιαξε στο βάρος μου μιας νύχτας η ζωή μου. πότε θυμάσαι, δεν έμαθα ακόμη.