Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ματωμένο δέρμα


































Τις ώρες που ξεστρατίζουν τα χέρια μου, να σου πω, τα κρουστά μου "θέλω" ανάβουν διαδρόμους φωτιάς στο έλεος των τοίχων μου. Υποχωρούν, τότε, οι διαστάσεις στην τελειότητά τους και οι μαύρες ρωγμές με καλούν ν' ανιχνεύσω τις σιωπές των αποστάσεών σου - ένα τρένο που προσπέρασε τους σταθμούς και ταξιδεύει μόνο με την ανάμνηση μιας βαλίτσας νέφη / μαύρα της μπόρας /. Δεν έμαθα ακόμη αν με είδες που περνούσα ελαιογραφία τοίχου δίπλα απ' το παράθυρο. Αδυνατούν συνήθως οι άνθρωποι στο πίσω των πραγμάτων. Στο βαγόνι μου έχει μείνει το βράδυ των ρόδων και τρία πανσέληνα φυλαχτά της καρδιάς μου - μια οδός με λάφυρα, η λίθινη φωνή του αγριμιού και το βλέμμα σου καθώς ερχόσουν κι έφευγες δίχως να κλείνεις την πόρτα. Και δεν έμαθα ακόμη. Δεν βλέπω - με γάζες στα μάτια μου κι η αφή μου σ' άπαιχτο έργο κι άπαιχτη ερημιά -. Πίσω οι ήχοι μου τραντάζονται σε σεισμική ακολουθία με το αεί των ελεύσεών μου. Θα με ανιχνεύσεις τυφλό να ματώνω το δέρμα του θανάτου μου. Μη φοβηθείς -!- Προϊστορικό αίμα κυλάει στη θύμηση των πετάλων σου κι ανεστραμμένη πυραμίδα ο όγκος μου γραπωμένος απ' το καρφί των παραπτωμάτων μου. Γι' αυτό ταξιδεύω ακίνητος στην ιστορία του τοίχου μου, με θλίψη σταθμάρχη στη μνήμη καπνού και τσαφ του τρένου που άδειασε τους σταθμούς. Η πόρτα δεν έκλεισε ποτέ. Έρχεσαι ακόμη και ..φτάνεις-;- οι έγκλειστοι κόσμοι μου μ' ελαιογραφούν.