Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

θνητός σπαραγμός


































Δάσκαλε, τρέχεις ακίνητος στον απροσπέλαστο ήχο των θεών. / Με συναρπάζουν οι ώμοι σου που βλέπω φτερούγισμα, και ακούω τα χέρια μου να κωπηλατούν στα νερά παφλάζοντας ρέον το σχήμα. /
Δάσκαλε, απόψε, σκάλωσα στη συντριβή του δαπέδου μου και βρήκα το ρήγμα στα μάτια μου. Λιονταρίσια ανάσανα, μ' ακούστηκε κλάμα και τρόμαξαν - έτσι βρήκα τη συνοχή σου στα διαμελισμένα κομμάτια της αντοχής μου.
Η κλήση μου στην άβυσσο, Δάσκαλε, το σπέρμα του θανάτου, το πράσινο φλας του κοριτσιού στην αναγκαστική προσγείωση των γδούπων με το ορμονικό παραλήρημα των θνητών, κι η στάχτη που μουγκρίζει δικαίωση, μες στον φθαρτό χειμώνα του πάλλευκου ορυκτού, σ' ακούω να σιωπάς άγραφος με κέρινη φλόγα.
Δάσκαλε, στέκεις βουβός κι οι γοργόνες μαγεύονται απ' τον αχό σου και υπάρχουν και βλέπω κι εγώ. Με λέπια βλέπω που σαλεύουν τα άδυτα και μουγκανίζουν τα θεριά μου στα μύρια κλουβιά των βημάτων μου
Στα σκοτάδια μου, Δάσκαλε, ερωτεύομαι ακατάσχετα με ράμφος πύρινο. Η καταρροή μου ανυπέρβλητη να σμίξω το παράθυρο με τους αέρηδες όταν καλπάζει βροχή η φωτιά μου. Κι εσύ σκίζεις τον ασκό του δώματος και σε έχω πέντε φιλιά μυστικά με χείλη άφυλα σε ανιστόρητους ουρανούς.
Δάσκαλε, όταν πόνεσα "μαζί", δίπλωσα σεντόνι υγρό τα αίματά μου - κάλεσμα στο υπόγειο τρίξιμο δυο υγρών, και πονάω μονάχος.
Κι ακόμη σιωπάς, Δάσκαλε, αγορεύοντας κύματα στη σάρκα μου να πονάω "μαζί" και καίγομαι μόνος.