Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

μαύρη αράχνη
























πέρασαν από μακριά τα βαπόρια και κάπου, στα επίπεδα των ματιών μου, τα τρένα συντηρούν την ασέβεια των φιλιών σου. στη φθορά των περαστικών σταθμών, οι λέξεις εκπνέουν γάζες στα λιμάνια και η ανάμνηση της αγοράς, με τη στάχτη να πιάνει τα μάτια του κόσμου στο μαύρο της ιστό, ο σταυρωμένος μου στον πειρατικό ήχο του ανέμου, και τα λεπτά των αναγκών σου με τα κλειστά παράθυρα τη μέρα της καύσης μου, δεν θα υποδυθώ. δεν υποδύομαι θνητός -!- ακούω μόνο που τα ταξίδια άναψαν στη ρευστή κατηφόρα των γιορτών / κάπως να θρηνούν οι ξενιτεμένοι και κάπως να νομίζεις πως έσβησε ο πανικός. κάθε που πεθαίνω σπάει μια θάλασσα, κι εσύ μιμείσαι την προσευχή στο χορό του τρόμου, μέσα στην άβυσσο ενός καρναβαλιού.