Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

καιόμενες σάρκες


























τις ενοχές που τα σκαλοπάτια σου μάτωναν στις χούφτες μου / τα μύχια νύχια μου στις νύξεις της νυχτιάς / με τις ανταύγειες των βραχιόνων που έσταζαν νεύρα, / στραβά καρφιά και χρησιμοποιημένη φωνή των χρόνων / που πέτρωσαν σε άδυτα κομμάτια φονευμένων αιώνων / στις καιόμενες σάρκες της τελευταίας κραυγής δεν μίλησα, / διψούσαν τα χείλη μου. / νηνεμία σου στο αγρίμι μου / που παλλόταν σιωπηρά και / αλυχτούσε στους ιδρωμένους στεναγμούς μας - πάντα από δύο που εκπορεύεται η Αυγή - / το άλικο άλογο με τ' απλωμένα λάφυρα μιας βροχής σε στέγη θνητή / με το μπόι των λυγμών του τέλους που άρχισε / και της αρχής στη συνουσία, με το τέρμα στην πυραμίδα των αγίων / που αγριεύτηκαν στα λειψά τα δείπνα / ηλιθίων βατών στις ντροπιασμένες μέρες με τα φτηνά καμάκια στα βρώμικα στενά, έσπειρα την ανάσα μου κι ένα σάλιο κύκλο. / ο νοητός μου εαυτός στα πόδια σου κι / η φωτιά στο ανάμεσα των δακρύων μας, / να μιλούν οι ιστορίες στο ξαγνάντεμα του πατώματός μας, / να μιλούν ιστορίες αγρύπνιας μας και/ στέρηση τω καιρώ εκείνω, / που γυμνά πορευτήκαμε κι άγνωστα / στις άγνωρες πόλεις αγορασμένων ανθρώπων / με το σπασμένο άστρο στον θολό καθρέφτη και / με το φιλημένο είδωλο των τύπου θεών. / πού με βρήκες να γεννιέμαι υπνοβάτης / με το στιλέτο παρά πόδας πυράς και λατρείας -;- / πώς με βρήκες μέσα σε τόσες σκιές / κι ενόψει γαλάζιας ημέρας να περπατώ μελλοντικός αέναος και πώς σε βρήκα στη σύνθεση της φλόγας / ενώ τα κεριά παρέπαιαν μεθυσμένα / στα σχηματισμένα στήθη με τις βιασμένες θηλές -;- / πάντως, όταν άνοιξαν οι καταρράκτες των κορμιών / η περιφορά των χειλιών μου / τεκνοποίησε ένα βορινό ταξίδι στη μήτρα του νότου σου και / ο καπνός σου σφύριξε ν' αρχίσει. / όταν η θάλασσα σκίστηκε στα δυο / τα μάτια μας άγγιζαν κιόλας το χάραμα. / τρεις μέρες πέρασαν κι έμαθα να μετρώ. πόσα φιλιά -;- άμετρα ύψη που σ' αγαπώ.