Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017

ανυπακοή


































δεν θυμάμαι πότε πέθαινα. δεν κράτησα απ' το χρόνο ούτε τα ρολόγια του. μόνο τις αισθήσεις των θανάτων μου κατέχω και, της μάνας το τίναγμα των σεντονιών κάθε που με γεννούσε. μάλλον τα τρένα νύσταζαν οικτρά και τους ξέφευγαν πουλιά νυχτερινά, κι εγώ έπρεπε συνεχώς να με φορτώνω κάρβουνα και να βάζω φωτιές στους σταθμούς μου. κι όλοι σ' αγαπούν όταν χάνεσαι στις δύσεις. γι' αυτό πάντα ο σταθμάρχης σφυρίζει κάπου πισώπλατα. και γαμώτο -!- απαγόρεψαν τα φιλιά στα βαγόνια και, παντού ταμπέλες: "απαγορεύεται το κάπνισμα ". αλλά, θυμάμαι την ανυπακοή των παρανόμων μου στις εν τη τάξει ψευδαισθήσεις και μ' ανάβω, μ' ένα πουλί, φλεγόμενο σκοτάδι, πάντα στο λαιμό μου, που διαχρονικά στηρίζει τα μνημόσυνα των πανικών τους. γι' αυτό και καπνίζω χλευαστικά μπροστά στις απαγορεύσεις των, διαβαίνοντας και αδιάβατους γκρεμούς με το αίμα μου μαύρο, απ' την πλουτώνια ανυπακοή μου.