Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008

Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ

Έτσι λοιπόν μικρό μου
με κάρφωσαν με χρυσά καρφιά
σ’ έναν πυρωμένο τρούλο
Και κλαίνε τα αλόγατα
π’ από νωρίς ξεκίνησαν
την πόλη την απόρθητη να βρουν
να τιθασέψουν.
Σαν κάτι να σαγίνεψε
την τολμηρή καρδιά τους
Σαν κάποιος να τους σφύριξε
κρυφά μέσα στη νύχτα
Σα να τους έκλεισε το μάτι βιαστικά
το θλιβερό φεγγάρι.
Κι από νωρίς ξεκίνησαν
κλαμένα τα αλόγατα...

Μια πόρνη στέναζε βαθιά
στου σκοταδιού τους δρόμους
Κι άπονη
η φτερωτή η σάρκα του καιρού
Λιοντάρια πνιγμένα στη βροχή,
των άπιστων τα βράδια να ξεσκίζουν
Κι ένα όνειρο•
σα φτέρες
να πλευρίζουν την ψυχή μου
να σέρνουν τα σεντόνια της αμαρτίας
στις σκόρπιες τελειωμένες εκστάσεις.
Λέξεις ωραίες
κι αυτές οι μακάβριες απαντήσεις
που πονούν

την κόψη του μαχαιριού
και δίνει φτερά
στα γυμνά πόδια μου.
Και καρφωμένη
με χρυσά καρφιά,
αδάκρυτη
λούζω τη γαλάζια φορεσιά σου.
—Πράσινη νεράιδα χορεύει
σε χλωμά περιβόλια.