Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Ο νεκρός
έδιωξε με μανία
τη χρυσόμυγα απ' το πρόσωπό του,
μου έστρωσε τ' ανάστατα μαλλιά,
μ' έπλυνε μ' ανθόνερο
και μ' έβαλε να καθίσω
στο παράθυρο του Νοτιά.
Ένα κύμα πιτσίλισε
το ματωμένο μου πουκάμισο.
Ένας γλάρος κουτσούλησε
το δειλινό μου βλέμμα.
Μια αράχνη έπλεξε στα βλέφαρά μου
κουρτίνες.
"Μίλα αδερφέ!" Μου φώναξε ο νεκρός
"Σα σκοτωμένος φαίνεσαι".