Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

Η παιδεμένη σιωπή μου
γκρεμίζεται στον ύστατο καταρράχτη
Σουρίζουν οι σαύρες στων ατερμόνων μυστηρίων
τις φυλλωσιές.
Άλαλο το κορίτσι συννεφιάζει
στο τελάρο του ζωγράφου
Σειρές τα ταμπούρλα
σπασμένα τα βιολιά.
Η σιωπή μου μιλάει με τον ύστατο δείκτη πορείας
Των απόντων βουές
το κορίτσι βελάζει
Στ' αλλοπρόσαλλα πέρατα
των τιτάνων σκιές.

Μικρέ μου
όταν το θέμα μπορέσεις ν' αναπτύξεις
η λάβα ίσως ξεχυθεί.



Πάνω που άνοιξαν οι ουρανοί
οι ζημιές στεγανές
και το κρύο πολύ
καμένες οι ρίμες κι οι προστριβές ζευγαρώνουν.
Τα μάτια σου φέρνουν της θάλασσας τα κύματα
Για πες μου, τώρα πώς θα συννεφιάσω;
Στα μπαρ των μοναχικών συνδιαλέξεων
αυνανίζεται η ώρα των στερνών αντιφάσεων.
Γι' αυτό τραγούδα
Μου θυμίζεις τη βροχή.