Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

Όχι φωνές!
Η ορχήστρα μελωδιεί ακόμη
στην άδεια αίθουσα,
όταν ο τελευταίος μαέστρος
κοιμάται γυμνός
πάνω σε κύματα άκαιρων ήχων...


ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Πουλιά δεν υπάρχουν πουθενά.
Κεραμωτή η προσπέλαση
κι αφώτιστη η συντροφιά σου
Με δυο νυχτερινές ειδήσεις
χωρίς ενδιαφέρον
Με δυο ξαφνικές απαλλοτριώσεις
χαμένου παρελθόντος.
Δεν υπάρχω.
Δεν υπήρξα ποτέ!
Η λύπη μου μετράει
τα χαμένα πουλιά,
ή τα σπασμένα κλαριά,
μιας ’μυγδαλιάς
π’ αγάπησα παιδί.
Ήρθα μόνο για να σβήσω
τη λάμψη
κάποιων πονεμένων ονείρων
με τέρατα και μουσικές σατανικές.

Ήρθα μόνο για λίγο
μες στο μυαλό τ’ αποσπερίτη
π’ άφησε να κυλάει το αίμα του
ως την πόρτα της καρδιάς μου.
Καρφωμένες εμφανίσεις
τοκετών κρυφών.
Παρθένες οι ματιές μας
οργιάζουν λυσσαλέα
στων κεραυνών το μεγαλείο.
Βουνά οι ψυχές και δε μιλούν.
Κι οι κοπέλες αρματωμένες,
σαν ευανάγνωστες
αρχαίες περγαμηνές,
διεκδικούν την ημέρωση
των χαμένων ηδονών.
Ψυχές κρατούσαν τη στάχτη
του παλτού μου,
κι ένα φτερό του ανεκδιήγητου
καπέλου μου
Ψυχές κρατούσαν.


Μια φορεσιά ξέχωρη
κι ένα μικρό μικρό καρφί
στ’ αριστερά του προσώπου μου.
Πες μου τώρα,
(τώρα πλημμύρισαν τα υπόγεια,
ακόμη και τα υπαίθρια σινεμά),
θυμάσαι ακόμη το παλιό μας θεατράκι
με την ανθισμένη άνοιξη;
Άνοιξα τον καιρό γρήγορα
και φοβισμένα.
Θ’ αφήσω πίσω μου τη νύχτα,
πάνω της να γέρνει ξεκρέμαστο
ένα παλιό μεταξωτό φόρεμα.
Θα κλείσω μια ερωτική κόλαση
στο τελειωμένο βιβλίο μου,
ν’ απορροφήσει
το δαγκωμένο χαμόγελο
μια αφρισμένη θάλασσα.
Κι εσύ τσιγγάνε χρόνε
θυμήσου,

θυμήσου το βοριά
και τα τρικυμισμένα μου βράδια.
Θυμήσου τα στήθια της
μ’ εκείνες τις βαθιές λαβωματιές.
Τα ουρλιαχτά κάποιων νεκρών
στις οργισμένες πλατείες.
Εγώ, που κάποτε, τα κύματα ήθελα
με πάθος να βυθίσω
στα νεανικά τα μάτια σου
έριξα το βλέμμα μου.
Κι ήξερα την πόλη
που θα σε συναντούσα.
Όμως προτίμησα να συννεφιάσω
μιαν αμυδρή χλομάδα
της φαντασίας σου
Γιατί οι κραυγές νυχτώνουν
μαζί με τα πουλιά —
εκείνα των ωραίων
ταξιδιάρικων ποιημάτων μας.
Μίλα λοιπόν με το φεγγάρι

Μίλα μαζί μου.
Είμαι βροχή από χρώματα
που έβρεξε μια μέρα το ουράνιο τόξο,
στων απελμάτων δειλινών
την κρατημένη ανάσα.
Γοργά διπλώνουν οι σιωπές
κι εγώ βυθίζομαι.
Σαν ναυαγός απελπισμένος
αφήνομαι στην αγκαλιά σου.
Ήμουν εγώ,
που ήθελα την πλάση να κοιμίσω
Να ονειρευτώ μαζί της
την άσπιλη ρεματιά σου.
Μ’ ένα σαρκασμό στο πρόσωπο
τ’ αποσπερίτη,
που βύζαξε η πρωινή μου έπαρση,
για να τελειώσω εδώ,
χωρίς φίλους,
ένα ποίημα που άργησε
να τονιστεί,

όπως εγώ το ήθελα
απ’ εκείνα τα μακρινά,
παιδικά μου όνειρα.
Αντικριστά κι οι δυο,
με άπειρη κι αδέξια λαχτάρα,
φτερουγίζουμε στη μυστική κρύπτη
των βέβαιων πατημάτων.
Όμως για δες•
ο άνεμος αφέντης των καιρών,
που λάθεψε και πάτησε
τη ζωντανή καρδιά μου,
πάνω π’ αρχίζει να χτυπά μουσικά
στου φεγγαρόφωτου τα λημέρια,
την τσάκισε
και άστραψε
κι έγινε κατακλυσμός!
Αφέθηκα να πλέω στα λασπόνερα,
μαζί μου το τσιγάρο σου
π’ άξαφνα άρπαξε η μπόρα
και έκαψε αυτά τα νέρινα μόρια,

που μπόχα και δυσωδία
κι ανάθεμα μασούσαν.
Γι’ αυτό
μη μιλάς για μεγάλα νυχτέρια.
Αραχνοΰφαντες στιγμές
θα ξεμπροστιάσουν την προδοσία
εκείνων που έφυγαν,
αναμασώντας χιλιοείπωτες κουβέντες,
εκείνων π’ ατίμασαν
τη χλωμή πασχαλιά.
Κι οι άλλοι, που διαβήκαν σκυθρωποί,
τις ανεξίτηλες τις σκέψεις
των καθάριων νερών,
τώρα κρατούν φωτοβολίδες —
έτοιμοι είναι
να γιορτάσουν στον πανικό,
ένα μικρό, ολάνθιστο λιβάδι.
Ένας πληγωμένος ημίονος
σάλεψε γοργά τα μπροστινά του πόδια
κι αλάργεψαν θαρρείς

κακοτυχιές και άλλα τέτοια,
που οι μανάδες σιγοψιθύριζαν
μαγειρεύοντας πρόχειρα
μια μασημένη βραδινή κουβέντα
έξω απ’ το χαμηλό παράθυρο
της κρεβατοκάμαρας.
Τα πόδια μου βουτώ
στην υγρασία των θεϊκών απαιτήσεων
και γρηγορεύω ένα ατίθασο πρωινό
με μια εκδρομή
στους «μικρούς του Παράδεισους».
Θέλω να πω ότι εγώ θυμάμαι! Πάντα!
...Ήταν Παρασκευή,
μπορεί και Σάββατο
κι άρχιζε μια καινούργια κόλαση
για μας τους πεθαμένους
με τις ξέχωρες φορεσιές
των ζωντανών
κρυμμένες δήθεν μυστικά
στα φλογοβόλα μάτια μας!

Θα ’θελα πολύ
μια φωτογραφία σου
ν’ αναστήσει το χρόνο,
στα κλεμμένα πεζοδρόμια
με τους σπασμένους σηματοδότες
Θα ’θελα να μεγαλώσω
κι εκείνο το μικρό μου όνειρο,
που άπιαστο πριονίζει
την άδηλη χαρά μου.
Μια ψυχική ουτοπία
των τρύπιων γεγονότων.
Οι αναθυμιάσεις των υπονόμων
που σακατεύουν αόριστα.
Κι έρχεσαι εσύ δειλά
και με κλείνεις
σ’ ένα υπόγειο σκοτεινό δωμάτιο
και ανατρέπεις
όλους τους νόμους της φύσης.
Κι εγώ άρχισα να τραγουδώ
για να μπορέσω επιτέλους ν’ αποδείξω

ότι και στο κενό
οι μέλισσες βουίζουν.
Κι εκείνη η μικρή χορεύτρια
όταν πλάγιαζε στο κρεβάτι μου
κρύωνε,
κι η μουσική ήταν τόσο δυσεύρετη
και τα κλειδιά σκουριάζουν
κάπου στο μείον άπειρο.
Θα ’θελα όμως μαζί
ένα γεμάτο πιθάρι με φύλλα λεμονιάς
να ’ναι αλλιώτικων εκδόσεων.

Κι όταν δραπετεύεις
ν α θ υ μ ά σ α ι.
Αόριστα σινιάλα
να μεταλλάζουν στο βλέμμα σου.
Θέλω να φαίνονται τα στήθη σου
μ’ εκείνους τους μικρούς ερωδιούς
που ζευγαρώνουν μιαν απόφαση.
Κι όταν αρχίζει η μέρα

ν’ αποφεύγεις
τις ύπουλες και καλοχτενισμένες στιγμές των δολωμάτων.
Για μας που προχωρήσαμε
έναν αιώνα τη ζωή
η ιστορία
ανοίγει καινούργιο κεφάλαιο.
Όταν δραπετεύεις, λοιπόν,
να ’ρχεσαι τα βράδια
Να πέφτει κατακόκκινο σεντόνι
στα μαλλιά σου
κι ο Πήγασος
να τρέχει στ’ ατίθασα βουνά σου.
Κι εγώ θα μαχαιρώνομαι.
Ξέφρενο το πλήθος θα ουρλιάζει:
« — Σταύρωσον, σταύρωσον!»
Σ’ ένα δειλινό,
που πανέμορφες εκστάσεις
θα στάζουν τους χυμούς τους,
τα δάχτυλά μου θα θέλουν

να σ’ αγγίξουν
όμως δε θα μπορούν.
Οι μουσικοί θα ζευγαρώνουν
στις αυλαίες των θεάτρων
Τα σπουργίτια θα χτυπούν
τα παράθυρα των ταπεινών
Κι εγώ θ’ αδειάζω τις φλέβες μου,
για ν’ αποδείξω ότι η υπόσχεση
είναι για μένα η αρχή.
Και στην απύθμενη τη συμφορά μου
είχα το κλάμα της φώκιας
και την αρρώστια
που σιγοτρώει τις ρίζες μου,
για να αφήσει τους άλλους
να ξεσκίσουν μια ζωγραφιά μου•
ένα λιοντάρι,
που σχεδίασα παιδί
σε μια υπόγεια σχολή
υποψηφίων σπουδαστών αρχιτεκτόνων.
Έτσι να με θυμάσαι.

Νομοτελείς επιφάνειες
πικραμένων μετουσιώσεων.
Αδειάζουν οι ποταμοί
και οι λιγοστοί κροκόδειλοι ψυχομαχούν.
Απελπισμένες χειρονομίες
θεριεύουν
κι αναριγώ.
Θα λευτερώσω
ένα πικραμένο ανάγλυφο μαχαίρι
που ’κρυψα βαθιά στη ζωή μου
Θα σπείρω
τη ροδαλή απόφαση του μέλλοντος•
έναν αυτόφωτο πλανήτη,
που πάνω του
θα χαίρονται τα παιδιά
Και μια κυψέλη
που ολημερίς
θα βομβίζουν οι μέλισσες.
Άφηνέ με
καθώς για να σβήσει
το φως της σκάλας
θα γυρίζεις το διακόπτη,
να τινάζω το χρόνο
απ’ το φθαρμένο παλτό
του τοίχου,
έτσι για να ξεμακρύνω λίγο
μια συμφορά,
απόνα δικό μου
προσκλητήριο ερώτων,
δοσμένη για πάντα
στην τρελή εξέγερση
του υποσυνείδητου.
Κι όταν αυτοί
που στο δρόμο πάντα περιμένουν,
για να φωτογραφίσουν
τις ανθρώπινες στιγμές,
μας δουν κρυφά να ονειρευόμαστε...
όλοι κάτι κρυφά ονειρεύονται
τα βράδια
κάτω απ’ το φεγγάρι.
Κι αν δεν υπήρχαν
τα πουλιά στον κόσμο,
δεν θα υπήρχαν κι οι τρελοί
που σηκώνουνε τα χέρια
και πετούν
και χάνονται.
Και τα εφτά χρώματα φτιάχνουν μια παιχνιδιάρα πεταλούδα
σ’ έναν ανοιξιάτικο ουρανό
ή ένα άσπρο νεκρικό πουκάμισο
της τελευταίας μέρας του χειμώνα...