Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

εγώ κι...εγώ...



..."Θέλω το νερό να μουσκεύει το κορμί μου. Θέλω η θαλασσινή αρμύρα να ηδονίζει τα ρουθούνια μου. Έτσι ανθίζουν οι σκέψεις μου. Έτσι αναπηδά η καρδιά μου και μπορώ να χορατεύω με τον άλλο μου εαυτό και να αντέχω τις ριπές του ανέμου που παρεμποδίζει το πονεμένο μου διάβα στον ανηφορικό δρόμο του γολγοθά μου.
Εκεί πάνω στο νεκρικό λοφάκι βλέπω ήδη το σταυρό μου μπηγμένο στη γη. Με περιμένει. Με περιμένει από πριν. Πριν από μένα για μένα. Ένας νεκρός, δυο οι νεκροί…Με περιμένει ο σταυρός μου. Κι αυτό το βαρύ φορτίο που κουβαλώ στη ράχη μου μια ζωή τι είναι; Δεν είναι ο σταυρός; Χα, χα, μας παραπλανούν μερικές φορές οι ποιητές. Είναι μωρέ, ο άλλος μου εαυτός. Ο σιαμαίος. Αυτόν κουβαλώ τόσα χρόνια στην πλάτη μου. Αυτός με βαραίνει και τσακίζει το διάβα μου. Αυτός ο κολλητός μου. Σε λυπάμαι αδερφέ σιαμαίε! Σε λυπάμαι γιατί χωρίς να φταις θα σταυρωθείς μαζί μου. Θα σταυρωθείς χωρίς να μπορείς να κοιτάξεις τους δήμιους στα μάτια αφού είμαστε κολλημένοι πλάτη με πλάτη. Εγώ θα τους κοιτώ χλευαστικά. Εγώ θα φωνάξω: Ηλί, Ηλί λαμά σαβαχθανί. Εγώ θα συνομιλήσω με τους δυο ληστές που θα βρίσκονται στα αριστερά και στα δεξιά μου. Εγώ θα σιγοψυθιρίσω το Τετέλεσθαι λίγο πριν γίνει ο κατακλυσμός. Εμένα θα περιμένει η καλόκαρδη μάνα με τη χύτρα να σιγοβράζει πάνω στη φωτιά. Εσύ, σε λυπάμαι κολλητέ μου, σιαμαίε αδερφέ... Εσύ, θα βλέπεις μόνο τον βαρύ ξύλινο σταυρό μας και με δυσκολία θα σηκώνεις το κεφάλι για να διαβάσεις τι γράφει η πινακίδα που κάρφωσαν πάνω του. Κι η πινακίδα αυτή σου ανήκει. Αφού πεθαίνοντας, εκεί θα είναι καρφωμένο το βλέμμα το δικό σου. Θα σε ακούω βέβαια να κλαις από ντροπή. Μπορεί και να σε ρωτήσω τι γράφει, αν και δεν χρειάζεται, γιατί εγώ είδα πριν από σένα για ΄σένα πως σε ονομάτισε η ιστορία. Η αρχόντισα κυρά με τα πλουμιστά στολίδια της. Όμως μπορεί να σε ρωτήσω, έτσι για μια τελευταία κουβέντα μαζί σου, γιατί σ’ αγάπησα βρε αδερφέ. Σ’ αγάπησα μέσα απ’ τη συνήθεια του σιαμαίου μας διδύμου. Φτωχέ, κολλητέ μου αδερφέ, που η μοίρα σου ΄ταξε να φυλάττεις πάντα τα νώτα της τερατώδους σάρκας μας κι εμένα μου ΄ταξε να μεταφράζω το θρόισμα τ’ ανέμου και των αστεριών το παιχνίδισμα πάνω στα λαχταριστά στήθεια του πλανήτη μας, διαλέγοντας λεωφόρους και μονοπάτια για να φτάσουμε εδώ λίγο πριν νυχτώσει. Κι επειδή, ναι, σ’ αγάπησα πολύ, θα ζητήσω απ’ τη μάνα να σκουπίσει τον ιδρώτα της τελευταίας επιθανάτιας αγωνίας σου και θα ζητήσω απ’ τον άνεμο να σου χαρίσει έν’ άρωμα φερμένο από περιβόλια λουλουδιασμένα."
...................................


απόσπασμα από το ποιητικό μου αφήγημα "Ο δραπέτης"