Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

365 μέρες πριν.... και μετά

Καλώ σε απόδραση....


Ακόμη δεν ξημέρωσε

Αιμάτινα ποτάμια
κατρακυλούν στις νύχτες μας

Προσποιούμαστε γιορτινοί

βαγόνι θ' αλλάξουμε
τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες μετά

Τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες πριν
βαγόνι αλλάζαμε

Σε τρένο με πολεμοφόδια
για την ανατίναξη των ουρανών
και κάποια μόρια βλεμμάτων
τροφή στα κρεματόρια...

Αν δραπετεύσουμε
θα ΄χουμε καταφέρει την Απόδραση
και την αυτοχειρία των θυτών

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

παράνομοι ονειρευτές

Μελέτη βαθιά
στα υπομνήματα

Εκεί,
που μαχαιρώνεται η νύχτα
και τα λεπτά
φυλλορροούν

Εκεί, κρυφά,
που χλιμιντρίζει η αλήθεια
και φανερώνεται
απαστράπτουσα η στιγμή

Γι’ αυτούς,
που αρματώθηκαν το όναρ
και παραστράτησαν
τα πρωινά

Γι’ αυτούς,
που γρύλισαν στη νύχτα
καταπίνοντας
όλη τη βροχή


Με γυμνά κορμιά
σαγήνεψαν σπαθιά
και κομματιάστηκαν
δίχως να βγάλουν μιλιά

Γι’ αυτούς•
τους αλήτες των πρωινών
που παρανόμησαν,
σκορπίζοντας
ολόκληρη αγέλη δειλινών


Σε παρθένα στήθη
τρομαγμένων κοριτσιών,
π’ ανέτειλαν τον έρωτα

Εκεί,
στα υπομνήματα
των ακατέργαστων τόμων της ζωής
Ανάψτε κερί
να μελετήσετε
βίους παρανόμων ονειρευτών…

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2008

ο ραγισμένος καθρέφτης

Όταν
ο καθρέφτης μου
ράγισε
άρχισα να μετρώ
το μήκος
των ονείρων μου
τις γραμμές
της ζωής μου
το πλήθος
των ονομάτων μου...


Κι άξαφνα
νύχτωσε
Κι είδα
χειμώνα γύρω μου

Ξεκρέμασα το παλτό
ξέθαψα το τζάκι μου
και...κοιτάχτηκα
στο ραγισμένο μου
καθρέφτη

"Σε ξέρω", μου είπα


Κι ήταν η πρώτη φορά
που δε χρειάστηκε
να ρωτήσω πώς με λένε
Ήμουν εγώ!

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008

ο ποιητής

Ο ποιητής
έχει το χρώμα
της νυχτιάς
μια πινελιά πόνου
ριγμένη
στην καρδιά του

Και τα εφτά,
τ' ουράνιου τόξου,
περίβλημα
της φαντασίας του
Κι όλο
χαράζει όνειρα
να βγουν αληθινά

Ικετεύει και παραπαίει
σε λυγμούς ανθρώπινους
σε πάθη της σκοπιάς
Εκεί που τάχθηκε
να κρατά τσίλιες
για σαλταδόρους

Να τραγουδά
και να δακρύζει
να χάνεται
και πάλι εδώ
Να τρέμει
με πόδια αλκοολικά
στων στεναγμών
το μετερίζι

Κι ύστερα,
να φτιάχνει ονείρατα ξανά
μες στη βαθιά του ζάλη
Και να χαρίζει
στα παιδιά
μια θάλασσα μεγάλη

Ο ποιητής θυμώνει
ερωτεύεται
αγωνιά
πυροβολεί κι εκρήγνυται
Σαν άνθρωπος μου μοιάζει
Καπνίζει και στενάζει
δεν είναι ξωτικό
Είναι
ο μικρός μας
άσωτος αδερφός

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2008

οι ρωγμές

αφιερωμένο στον
παιδικό μου φίλο Βασίλη



Όσοι εισέρχοντο
στο εσωτερικό της ελπίδας
διάβαιναν έναν παγωμένο διάδρομο
που...
στέναζαν ρωγμές

Και πάντα
κάποιος από πίσω
έκλεινε την πόρτα
κλειδώνοντας την ανάσα
στο προαύλιο

Οι ρωγμές δεν έμπαζαν νερά
ούτε καν δάκρυα
έτριζαν μόνο συχνά
-διαστολή και συστολή-
και στέναζαν

Κοιτούσαν εξαντλημένες
λεκιασμένο μ' ιδρώτα διάδρομο
Αυτόν που οδηγούσε
στο υπερπέραν
της ζωής

Μύριζε μούχλα
και ντροπή ο διάδρομος

κι οργής άνεμος
κυκλοφορούσε
πάνω κάτω συνεχώς

Κάποιες φορές
έκλαιγαν βουβά τα παραθύρια
Κι εγώ τα κοίταζα βουβά
Κι απέξω κάγκελα πολλά
ξενιτεμένο τ' όνειρο

Αίθουσα αναμονής δεν υπήρχε
Δεν ήταν χώρος εκμαίευσης εδώ
Εδώ σφυρίζουν τα λουριά
που μαστιγώνουν
απομεινάρια αγγέλων

Κάποιες φορές
προσκυνούσαν
αλλοπαρμένες κραυγές
και φωτιές λάτρευαν οι...ρωγμές

Ποτέ όμως δε μούσκεψαν κανέναν
γιατί απ' την ελπίδα
η καταιγίδα
είχε από πριν περάσει.

Το Είδωλο

Ερωτεύτηκα το είδωλό σου
Tα αισθητήρια όργανά μου
το διοχέτευσαν
στις φλέβες μου
να ζω
Οι νευρώνες του εγκεφάλου μου
το προσομοίωσαν με τον πόθο
Πόθος πέρασε στα νευρικά μου κύτταρα
και τρελάθηκα.
Ψάχτηκα παντού.
Τις τσέπες κοίταξα
μέσα στα παπούτσια
στις πτυχές της προσμονής
στα πρώτα μαθητικά τετράδια
και στα κατοπινά
Κάτω απ' το σεντόνι

η μυρωδιά μου μόνο
Πουθενά εσύ.
Η απουσία σου εδώ
Κι η παρουσία σου εδώ
Εγώ πάντως χθες το βράδυ
έκανα έρωτα μαζί σου
Τα αισθητήρια όργανά μου,
οι νευρώνες μου,
τα νευρικά μου κύτταρα
Κι φωτογραφία σου,
στον τοίχο μου...

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Απορία


Κι έτσι λαθεμένη η σιωπή
πώς ν’ αστράψει
μια ωραία συστολή
λευκών κοριτσιών
Σ’ ένα πρωινό
π’ αδικήθηκε
όταν βάλτωσαν
οι νυχτερινοί οραματιστές
των πλέριων οδεύσεων;

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

Χόρεψε!

Χόρεψε
μες τη φωτιά

Γίνε έντασή της

Δώσε λάμψη
στα όνειρα

Ξέφυγε απ' την υπεροψία
του νόμιμου...

Το εφήμερο δεν αρκεί
μάτια μου

Αν δεν καείς,
δε λυτρώνεσαι...

Ειρωνία...

Πρόβλεψα τις κινήσεις των πλανητών
Τα βλεφαρίσματά σου
στο πλατύ χαμόγελο του γαλαξία
Το παράδοξο σάλπισμά μου
στο ερειπωμένο κάστρο
Των σπουδαστών τη νυχτερινή απόβαση
στο κενοτάφιο των οριζόντων.
Λησμονημένη ερωμένη της σιωπής
κι εραστής του διαβόλου.
Τα κεριά ανάβουν
Πραματευτής στων ξεσπιτωμένων
τις έγνοιες.
Όλα τα πρόβλεψα
μόνο τη γιορτή δεν είδα
που ΄ρθε φωτισμένη

και ξέχασε τη χτένα της
στο καλντερίμι των μάταιων υποθέσεων.

Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

το σύνδρομο του πανικού

Κατελήφθησαν
από πανικό
οι της ανωτάτης ιεραρχίας
φαρισαίοι
Διότι,
βαρβαρικό ιπτάμενο αντικείμενο
ενόμισαν ότι είδαν
εις τον περίβολον του ναού
Έλαβαν, λοιπόν, την απόφαση
να φορέσουν τα βαριά τους
ιμάτια,
να κλειδώσουν τις παρθένες
στα υπόγεια,
να λιθοβολήσουν τον Βοριά
και

να πυροβολήσουν τ' αστέρια.
Και, αφού διεκπεραίωσαν
όλες τις επείγουσες υποθέσεις των,
εξέπνευσαν.

Οι τυφλοί
δεν είδαν ότι ένα σπουργίτι
έψαχνε τροφή...

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

προσεχως...

ευχαριστώ και δημόσια τον αδελφό μου, φωτογράφο,
ΠΑΤΕΡΑΚΗ ΝΙΚΟΛΑ
για τη φωτογραφία που μου χάρισε
και έγινε φωτογραφία του εξωφύλλου μου


ευχαριστώ πολύ τη φίλη μου Γαλήνη
για τις "Στιγμές" που γέμισαν τη ζωή μου

ευχαριστώ το συγγραφέα φίλο Βαρβαρήγο Δημήτρη
για την προτροπή του στην έκδοση αυτού του βιβλίου





το κείμενο του οπισθόφυλλου...

“Που γέμισαν τόση σκόνη τα μαλλιά σου Ορφέα;” Με είχες ρωτήσει ένα απόγευμα Άννα.
“Έψαχνα σ’ αποθήκες παλιές του χρόνου, αγάπη μου και σκονίστηκα”.
Γέλασες και είπες:
“Αύριο παίρνω συνέντευξη απ’ τον Υπουργό Πολιτισμού”.
“Αύριο, θα ξεκινήσω αργά από ένα μικρό επαρχιακό καφενείο”
“Τι λες;”
“Και θα ΄χω συντροφιά μου τ’ αδύνατα μέλη σου”
“Μα τι λες;”
“Και θα τεμαχίζω τον καιρό μ’ ένα δικό μου φωταγωγημένο καράβι”
“Τρελέεεε!”
“Κι οι πειρατές θα πλαγιάσουν με το δειλινό της υπεροχής τους. Και θα πρέπει να προλάβω να πολλαπλασιάσω την Άνοιξη των ματιών σου”.
“Τρελέ!”
“Για να μπορούμε να ζούμε εκεί που μας κομματιάζουνε!”

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2008

Ευθύβολες Εκστρατείες

αφιερώνεται
σ' όλους τους φίλους και φίλες
blogger που με "έζησαν"



Όταν ο αέρας ανέβαλε τη βροχή
έσταξε αίμα
από πηγή αστείρευτη
Γέμιζα χούφτες κόκκινο ζεστό
κι έπινα στην υγειά
των υπολοίπων
της ατελούς διαίρεσης
Και μέθυσα, γιατί
ήπια πίκρα μεγάλη
Τότε ήταν
που καταστάλαξα
και βγήκα απ' το καβούκι μου
και βρέθηκα να οργανώνω
ευθύβολες εκστρατείες
με επάνδρωση

από συνειδήσεις ανίατης αγρύπνιας
Έρπουν,
για παραπλάνιση,
εριστικές γιορτές
Πόρνες αποκαλυπτικές
διαφημίζονται
σε βιτρίνες δήθεν λησμονημένες
απ' τους πειρατές
Εμείς όμως,
το πλήρωμα κι εγώ
με το χρυσόμαλλο δέρας
κατά νου

πλέουμε στα κύματα
απαλλαγμένοι
πρόστυχων ερπυσμών.

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

Μυστικά Δεσμών

Καθώς κοιτούσα το χαρτί
λησμόνησα το θάνατο
Είναι
που άδραξεν ο νους
Το περίβλημα της φαντασίας
Κι άρχισε τη ζωή να θρηνεί

Ξέθαψα
μυστικά δεσμών λησμονημένων
Περπάτησα σε ράχες αγριμιών
Ίδρωσα στήθη
Κι επιδέξια άφησα
να παραπέσει το κοίταγμα της λατρείας
μπροστά στα πόδια σου


Όταν έστρεψα το βλέμμα στα ύψη
οργίασαν τα νέφη
Κι ένα σύμπαν παράλληλο,
δίχως ερημιά,
αγέρωχα τραγούδησε λυγμούς
επικήδειους

Πού να σε βρω γιορτή μου;
Φυλάκισα την όαση
στην απομόνωση του ισοβίτη
και στρίμωξα την καρδιά μου
σε χαρακιές π’ άφησε δαίμονας
στο πάτωμα διχασμένης ύπαρξης


Κι όταν ολοκληρώθηκεν η γραφή,
χολή έσταξε
σε πολυπρισματικό όνειρο
Τότε ήταν που είχε νυχτώσει
κι ακούστηκε ο πυροβολισμός

Άλλο ένα παιδί
είχανε τάξει στο θάνατο

Τελικά, νανούρισα το παιδί

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Διαγράφω εντολές

Είλωτες σακατεμένοι
Χαραγματιές βασάνων
στα κορμιά μας
Σφραγίδες κολασμένων
Μόνο τα μάτια μας ανέγγιχτα
να ξεθωριάζουν
της μέρας τα χαμόγελα
Αυτής της ερωμένης
που ακόμη δεν έγινε δικιά μας...

Μέσα απ' τους τέσσερεις τοίχους μου
γράφω ιστορία,
διαγράφοντας εντολές,
που σκιαγράφησαν τον εγκέφαλό μου.

Σκύβω ξανά
στους διαδρόμους της νύχτας
Εκεί που οργίζεται η ζωή
κι αποζητά τη λύτρωση
Πάλλομαι με ήχους ξεχασμένους
αλλά, γνώριμους
και το αίμα
ζεσταίνεται πάλι στις φλέβες μου

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Κατά την ουσίαν ... Ο Μονόλογος του κακομοίρη

Έχουμε πόλεμο ρεεε!
Τσακίσου χαμένε απ' τα μάτια μου
και μη σε ξαναδώ μπροστά μου
Τις σειρήνες, αθεόφοβε,
δεν τις ακούς;
Βομβαρδιστικά, μιράζ,τιράζ
τζίροι πέφτουν,
βόμβες πάνω στα κεφάλια μας
Πέφτουν κεραυνοί!...
Μπουκάλια πέφτουν, πέτρες
και σφαίρες ρε και σφαίρες
Χαμός σου λέω

Άκου... Τ' αηδόνι σπαράζει
στον απάνω κόσμο

Μη μιλάς.
Τί να πεις;

Στερεοφωνικά
ακούω τα βλήματα που ουρλιάζουν
Λιανοπαίδια πελώρια,
μάτια ορθάνοιχτα
μπροστά στη ντροπή
Λιώνουν τα μόριά της στην άσφαλτο
Σα να λιώνουν κατσαρίδες
που όχλος ανέβηκαν απ' την αποχέτευση
Μη μιλάς

Δεν μπορώ να ακούω τη φωνή σου
Ε, και; Έκλεισα και άνοιξα!
Εγώ είμαι τ' αφεντικό εδώ χάμου
΄Αϊ σιχτίρ, επιτέλους
Ώρα που βρήκες να καβατζώσεις τη σκηνή
Κλείδωσε τη βουλή και φύγε!
Κινδυνεύεις σου λέω!
Άκου!...ΣΣΣΣΣ!
Το αηδόνι σπαράζει στον απάνω κόσμο
Αυξήσεις μηδέν. Πώς λέμε κενό;
Ναι ρε! Σκολιό δεν πήγες;
Κ Ε Ν Ο! Κενό! Τίποτα δεν έμαθες εκεί;

Μόνο ματάκια
στις κοριτσίστικες τουαλέτες έμαθες να κάνεις;

Τί; Και να κοιτάς τον μπούστο της φιλολόγου;
Ντροπή σου βρε! Τέτοια μάθαινες;
Ναι, ναι κατάλαβα...
Και γαλλικά και αγγλικά και γερμανικά
και πληροφορική και...παπαγαλίστικα μάθαινες
Ξέρω, ξέρω...οι πανελλήνιες...
Αλλά μάθαινες και ανακύκλωση.
Μη ξεχνάς να ανακυκλώνεσαι!
Προπάντων αυτό: Μη Ξεχνάς να Ανακυκλώνεσαι!

Κι άγχος, ρε! Κι άγχος έμαθες.
Πού το πήγες αυτό; Στην ανακύκλωση;
Και μαύρο έμαθες! Αύριο ...μαύρο...

Έλα λοιπόν αγόρι μου. Εγώ θα στα θυμίζω;

Άκου,
τ' αηδόνι σπαράζει στον απάνω κόσμο
Εδώ, εκεί, παντού!
Μη κλαις αγόρι
Μη κλαις αηδόνι μου,
εσύ τί φταις;
Τί φταίω κι εγώ;
Πιάσαμε πάτο.


Με κίνητρο ένα σχόλιο της φίλης μαρίνας γ

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Ο Παλαιοπώλης

Κλειστόν λόγω Παρεκτροπής
δημοσίων κειμένων
και δημοσίων αισθημάτων
Κλειστόν λόγω συμμαχιών
τεθλασμένων ευθειών
ή ό,τι άλλου γεωμετρικού
φονικού γεγονότος
Λόγω κακοκαιρίας,
βαρομετρικού χαμηλού -
επικινδύνων καιρικών φαινομένων
και της υψηλής στάθμης
μολυσμένων υδάτων.
Καθώς και ενόψει επικείμενων
και επικίνδυνων σεισμικών δονήσεων
κλειστόν.
Με ρολά κατεβασμένα
για τους ληστές παλαιοπωλείων
Κλειστόν
Με ακουστικό τηλεφώνου κατεβασμένο
για τους υποκλοπείς συνειδήσεων
και τους ατίθασους κοριούς
που συνεχώς ατιθασεύουν
Και... για τις κρύες νύχτες μας
Κλειστόν
Για τους καινούργιους τους πελάτες,
αυτούς που δε γνωρίζουν
τα περιεχόμενα του κόσμου μας
επίσης, Κλειστόν
Ανοικτόν μόνο σ' όσους φορούν
αντιασφυξιογόνες μάσκες
Ξέρετε, στα παλαιοπωλεία
η σκόνη καλπάζει...
Ωχ, κλειστόν και για ΄μένα...
δεν έχω βρε χρήματα για εξοπλισμό...
...Τελικά, Κλειστόν και για ΄μένα
κι ας είμαι ο παλαιοπώλης.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Ο κομπάρσος

Μεγάλωνα αιώνες
την απουσία μου
Έπηζα,
βυζαίνοντας τον αντίχειρα
Πιπίλαγα καραμέλες,
έτσι απλά,
και τα βράδια βίαζα την ψυχή μου,
ώστε, όταν χαράξει
να φορέσω πάλι
τη μάσκα με το χαμόγελο
Εγώ, ο κομπάρσος των αιώνων,
δουλοπρεπής και ξεχασμένος
Ντροπή μου!...

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Στάση στο θάνατο

Πίσω απ’ τη λατρεία των ηφαιστείων
γερνά ο βράχος της παγωμένης
κραυγής μου
Κι ένα θανατηφόρο βέλος
λιγοστεύει το πέταγμα των πουλιών
στην πόλη του φωτός.


Τ' αλήτικα, όμως, πουλιά
έκαναν στάση στο θάνατο
Ήπιαν φτηνό κονιάκ,
και κάπνισαν στα πεζοδρόμια

Λιθοβόλησαν ετικέτες τυποποίησης,
άνομες εξουσίες
διέσυραν,
χόρεψαν πάνω στις φωτιές,
μισό βήμα πριν
τα κρατικά μπουρδέλα

Όταν βράδιασε,
κοιμήθηκαν παραταγμένα
απέναντι απ' τον εχθρό
που άυπνος σημάδευε
τα όνειρά τους

Κι όταν χάραξε
πυρωμένα
απ' τον έρωτα της νυχτιάς
αλήτες, τα είπαν,
πάλι, τα πουλιά...

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Σύσκεψη αισθήσεων

Αυτές τις νύχτες
οι αισθήσεις συσκέπτονται
Ξεσκονίζουν ξύλινες
κορνίζες παλαιοπωλείων
Επαναφέρουν αλλοτινές ομιλίες
Μνημονεύουν πόθους
Πρωτομάστορες ζωντανεύουν
περασμένων στιγμών
Οι αισθήσεις,
αυτές τις νύχτες,
ξενυχτούν
κι αρτίστες γίνονται
σ' υπόγεια κουτούκια.
Μαγκιόρικα βλεφαρίζουν
στους θαμώνες
Κι αναστατώνονται
με τη σκέψη
να ξεντυθούν την ανία,
της τσιμεντένιας πανοπλίας
που τις νάρκωσε.

Η νεκρή πολιτεία

Όταν φιλούσα τη βροχή
κι ένιωθα
πως όλα τα νερά είναι δικά μου
μάζευα το χυμό της Αθανασίας
και δημιουργούσα.
Θα ΄θελα να ΄ναι πάντα φθινόπωρο
και να γέρνω στη νοτισμένη γη.
Ποιός όμως θα την ταράξει
να φέρει τα πάνω κάτω;

Σταμάτησαν το τρένο
λίγο πριν την ξύλινη γέφυρα.
Κάτω απ' τη γέφυρα
χάσκει τ' ορθάνοιχτο στόμα
της νεκρής πολιτείας

Κι ήρθε η ώρα
να δημιουργήσω τη φωτιά -
τολμηρή εκτίναξη
της σιωπηρής αμφισβήτησης

Στη μάνα

Ποίημα του πατέρα μου
Γιώργη Πατεράκη


Χαράματα εκίνησε
η καλομοίρα μάνα
και κάθισε στον αργαλειό.

Ύφαινε και ξανα ύφαινε
δυό στημονιές υφάδι,
του γιού του λεβεντόκορμου
να στρώσει το κλινάρι

Ως το ατελείωσε
ο χάροντας εφάνει -
κι αντί για κλινοσκέπασμα
του το ΄στρωσε σαβάνι

Αχ, κακομοίρα μάνα
στολίδια σου ΄πρεπε να φορείς
μα φόρεσες τα μαύρα...

Κουράγιο τώρα άμοιρη
την κόρη ν' αναθρέψεις
λεβεντονιό να παντρευτεί
κι ύστερα να...μισέψεις.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Το Μήνυμα

Άκου μπάτσε,
σε σιχαίνομαι!
Σε σιχαίνομαι από μικρό παιδάκι.
Και ξέρεις, μπάτσε, γιατί;
Γιατί τότε
βασάνισες
τον πατέρα του κολλητού μου
Μην κάνεις ότι ξεχνάς ρεμάλι.
Του κολλητού μου του Βασίλη.
Κι ήταν παιδί, ηλίθιε μπάτσε,
ο κολλητός μου
Κι εσύ ερχόσουν τα βράδια
στο φτωχόσπιτό του
και χτυπούσες μανιασμένα με το όπλο σου
(υποκατάστατο του ανδρισμού σου ηλίθιε) την πορτούλα τους
και ξυπνούσες τον κολλητό μου και τη δόλια μάνα του
και τους κολλούσες ηλίθιε μπάτσε
το όπλο σου στα κορμιά τους
Θυμάσαι εκείνο το μαραμένο κορμί
της ράφτρας μάνας
και το άλλο,
το τρομαγμένο το παιδικό; Κι έψαχνες για τον πατέρα μπάτσε. Το δεύτερο πατέρα μου.
Κι εγώ σ' έβλεπα
κρυμμένη πίσω απ' την κοινή μας μάντρα κι έκλαιγα

Θυμάσαι που με παρακολουθούσες έφηβη,
όταν έτρεχα στους δρόμους με όνειρα ν' αλλάξω τον κόσμο;
Θυμάσαι όταν με χτύπησες, μαθήτρια, με το γκλοπ σου (υποκατάστατο του γεννητικού σου οργάνου, γιατί δεν έχεις όργανο διεστραμμένη ψυχή)
Θυμάσαι μπάτσε, που τάπαιρνες απ' τους εμπόρους του θανάτου και γλένταγες τα βράδια στα σκυλάδικα;
Τότε που βίαζες αλλοδοπές στο βρωμομάγαζό σου;

Άκου μπάτσε! Εσένα μιλάω, που σημάδεψες το χελιδόνι, τον Αλέξανδρο ρε!
Κοιμάται ο Αλέξανδρος κάτω απ' το χώμα. Έγινε ήρωας όμως, κι Οδηγητής!
Δε σε φοβούνται μπάτσε τα παιδιά και σε πετροβολούν! Σε γράφουν και στα γεννητικά τους όργανα, γιατί αυτά, έχουν, κι ας άλλαξες τώρα φάτσα κι έγινες ματατζής. Ίδιος είσαι! Ίδια γελοία φάτσα έχεις διαχρονική.
Σε γράφουν, που λες τα μαθητούδια στα γεννητικά τους!
Και να το ξέρεις σε γράφω κι εγώ. Πιο πολύ για το φίλο μου ρε, το Βασίλη, τον κολλητό μου που τον τρέλανες. Ύπάρχουν κι ευαίσθητες ψυχές, δεν το πήρες χαμπάρι ακόμη;
Κι όσο για το κουτσαβάκι που θα σου γράψει ύμνους τώρα...γραμμένους σας έχω και τους δυό!

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Οι ρίμες των αγγέλων

Ελλοχεύουν σάρκινους δείκτες ρολογιού
Σκιές ψυχών αποτελειώνουν
κι οράματα ουράνια
Εξανεμίζουν ρίμες
Τερματικά γονατίζουν

Ελαύνουν διαστημικά οχήματα
Εγώ φορώ σάρκινο ιμάτιο
Με δείκτες μαχαίρια
Χαράσσω γεωγραφία αιώνων
Θρύψαλα εκατομμυρίων κρανίων καταγράφω

Κι αφού εξυμνούν τα αντίθετα
Πηγή νερού βυζαίνω
με μόχθο ανθρώπινο που ραγίζει το δέρμα
Το τρίτο μου μάτι καίω με πυρωμένο σίδερο
Σκιά της ενδοχώρας μου αφήνω φυματική ελευθερία
Σε ρίμες αγγέλων
γραμμένες με αίμα
Ποτίζω ζωή!..

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2008

Το αίμα ρέει...

Οι παλμοί της γης ηχούν βογκητά
Η καρδιά της βουλιάζει σ' έρεβος
Τα χέρια της ικετεύουν για Ειρήνη
Το πρόσωπό της πνιγμένο
σ' αλμύρα δακρύων
Τα χείλη της δαγκωμένα
απ' τον πόνο κομματιασμένων κορμιών
Τα μάτια της δυό άβυσσοι
Τα πόδια της, κάτω απ' τις ερπύστριες τανκ
Το στήθος της άδειο, στεγνό,
μαραμένο απ' την πείνα των χρόνων
Η πλάτη της
οργωμένη απ' τα μαστίγια των βασανιστών
Τ' άλογα,
αγριεμένα απ' τις πολεμικές ιαχές
την κούρσεψαν
Οι φωτιές, της έλιωσαν τις σάρκες
-Ιερά εξέταση, σταυροφόροι...οι σημαίες,
η ατομική ενέργεια, η απληστία, η εξουσία
Ναι, η εξουσία! Αυτές
οι κάστες, οι ελίτ κι η πείνα,
μια ατέλειωτη πείνα

Βιετνάμ, Ιράν, Ιράκ, Ιερουσαλήμ, Σμύρνη,
Αφγανιστάν, Κύπρος...
...Πορνεία, δυστυχία, Γιουγκοσλαβία,
Αφρική...
Αφρική...
Ήχος αλυσίδων

Το γεφύρι των Στεναγμών
Υγρά υπόγεια τούνελ-οι φλέβες της γης
Ο Γιάννης Αγιάννης τρεκλίζει στην Ιστορία
Οι λέξεις, μικρές να περιγράψεις
Ένα ατέρμονο ουρλιαχτό,
μια ατέρμονη δυστυχία
Ένα ουρλιαχτό γιατί;

Τα παιδιά πονούν.
Μεσαίωνας πάντα
Σταυροφορίες πάντα
Η απληστία!

Κι ο Μικρός Πρίγκηπας του Εξπερί
ξεψύχησε πάνω σε σύνορα κρατών,
μ' ένα μετέωρο βήμα πελαργού
Για ένα στάχυ που ζητιάνεψε,
για μια πεταλούδα που ζήλεψε
Για μια αγάπη που έψαξε
Για μια εξουσία που τον καταδίκασε,
στο γιοφύρι των στεναγμών,
στη γκιλοτίνα.
Το αίμα ρέει
Πνίγει τη γη για μια εξουσία
Έγκλημα και Τιμωρία
Χαμίνια του δρόμου
Σιβηρία! Αμέρικα, Αμέρικα!...

Κι αν είσαι θεέ μου,
όπως κι αν είσαι,
ό,τι κι αν είσαι,
κάνε επιτέλους Ανάσταση!

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Καλό ταξίδι Αλέξανδρε!...

Το χώμα
υποχωρεί αργά ματωμένο
Μυρίζει βροχή
σε κάνει σπλάχνα του
Στην ιστορία υπόμνημα αφήνει
με έντονη πλάγια γραφή -
τη ντροπή να επισημάνει
ενός κόσμου άδικου
Στερεωμένου
σ' ένα κοτσάνι στεναγμών
κι ονείρων κατεδαφισμένων
Εκεί, που πνιγούν τις φωνές
δακρυγόνα χημείας εξελιγμένης
πώς θ' άντεχαν οι σκέψεις σου αγόρι μου
Πώς θ' άντεχαν τα μάτια σου;

Πύλες του Άδη έγιναν τα μάτια σου
Και το χώμα, απλά χώμα,
μνήμα γίνεται
να προφυλάξει τη λατρεμένη νιότη σου
Οι πλατείες
είναι κρύες για σένα
αγόρι μου...


Ο ήρωας γεμίζει τις τσέπες θειάφι και χολή
και δεν αγναντεύει Πανσέληνους
σε βράχους ιερούς λεηλατημένους
και κάστρα φωταγωγημένα
Μετεωρίζεται στα σύμπαντα
γεμάτος απορίες
κι ιδρώτες από μανάδες του μεροκάματου
κι αφήνεται δεμένος σε ηλεκτρική καρέκλα
για να πεθάνει με τα μάτια ορθάνοιχτα
σε πατρίδα που καταβροχθίζει τα καλύτερα παιδιά της!

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Απόψε, κάτω απ' το φεγγάρι ένας έφηβος δολοφονήθηκε εν ψυχρώ από τους φύλακες τους άστεως!

Τι νύχτα κι απόψε...
Μαστουρωμένη πόρνη,
στα φτηνά σοκάκια
Μ' ένα περίστροφο στον κρόταφο
να μη λακίσει ο νους της
κι ονειρευτεί τ' αστέρια

Πνιγμένη νύχτα
στο πένθος της φθοράς
Δίχως φανούς,
δίχως πυξίδες,
κι όνειρα!

Μ' ένα περίστροφο ριπές
που σκίζουν σάρκα ανέραστη

Μαστρωποί,
προαγωγοί κι αποβράσματα
γλεντούν διεστραμμένα
με το κορμί του αύριο

Δολοφόνοι της νύχτας
και της μέρας φονιάδες
σαπίζουν αντίδραση
στη δημιουργία του χάους

Φοιτώ στο αιώνιο πένθος
έξω από μπουρδέλα
που έστησαν μασκοφόροι


Παιδεύομαι ν' αρμέξω μάχη
επιζόντων εραστών της αυγής

Οπλίζομαι
Οπλίζω πυγμή
αλάνθαστου στόχου

Να γκρεμίσω τείχη
σε ένδειξη σεβασμού

Αλλιώς,
πώς να σε ξανατραγουδήσω
φεγγάρι μου;

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

Η πόλη της Εποχής

Η πόλη δειλιάζει
Αδειάζει
μοιάζει βροχερή
Οργιάζει
Σκοτεινιάζει
Σκυθρωπιάζει
Ρημάζει
Μοιάζει ουδέτερη
Όμως δειλιάζει
δε φωνάζει
μετά στ΄ αποκορύφωμα
τινάζει τα πέταλά της
Κάνει σιωπή
Σιωπή στα σπασμένα φανάρια,
στις βρεγμένες κουβέρτες,
κάτω απ΄ τη βροχή των αστεριών
Σιωπή στους ποιητές
Παντού σιωπή...
Δε συννεφιάζει
Στο ιδρωμένο της κορμί,
αίμα ταράζει την αθωότητα και,
στάζει
Στάζει χολή.
Αγοράζει
Βιάζει

Η πόλη στάζει χολή
σε σάρκα μωρού•
Υπόλοιπο λατρείας
σε κρύπτη ερπετών
η πόλη βιάζει.

ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ

Καθρεφτίζομαι
σε μια συναρπαστική ματαιότητα
για ένα προκλητικό βλέμμα
του μαγικού σου ειδώλου
Και τρυπώ την καρδιά μου
με μια κοτσίδα κοριτσιού
που κρύσταλλοι πάγου
κατοίκησαν παράνoμα
στα φωλιάσματα των μαλλιών του.

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Μοναξιά

Αρκετά μικρά
Στεγνά,
άδεια.
Σπίτια άδεια.
Κρύα, φυλακές
Στη μέση
η αγχόνη
μαύρη,
ίδια νύχτα θανατερή
Ακρωτηριάζεται η ζωή
Τόσο άδεια ... τα σπίτια μας.

ΤΑ ΝΗΜΑΤΑ

Ψάξαμε στα ερήπεια των αρχαίων ναών
για κάποιο κλάμα μωρού
ή έστω για ένα υγρό μαντήλι
Γέμισαν όμως οι βαλίτσες μας
με μικρούς θεούς
που όλοι μας κομματιάσαμε
για να μη χάσουμε
τα νήματα της ζωής μας.

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Αναμονή

Ντύθηκα τα μαύρα
αναμονή ανάτασης
στον πλανήτη των λεπρών

Κι έντυσα τον ήλιο
με την επιφάνεια του νου μου
στην ταπεινότητα μιας ανεμώνης

Ύστερα ζωγράφισα δυό σύννεφα
στις παλάμες του άπειρου
για να μπορώ να προσεύχομαι.

ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ

Αισθάνομαι τη χειμερία νάρκη της χελώνας
Περπατώ ελαφρά,
Τ' ακροδάχτυλα μουδιάζουν.
"Σιγά Σιγά! Δεν πρέπει
να ξυπνήσει απότομα η φύση των πραγμάτων".
Λιώνω και χύνομαι μπροστά σου
Ακινητοποιώ τις διαδικασίες της ύπαρξής σου
Μουσκεύω τα δερμάτινα μποτάκια σου
Δεν μπορείς να σκύψεις. Μαρμάρωσες.

Στο φεγγάρι

Είσαι βροχή

είμαι φωτιά...

Τέλεια γράφεις καθώς κυλάς.

Στο πορτρέτο του χρόνου

δημιουργείς καταρράχτες

Κι εγώ με έκσταση

ανάβω πάθη

Μέσα σε πάθη υπάρχουμε

για να χτίζουμε

πύρινες αγκαλιές πάνω στο φεγγάρι...

Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

ΕΡΩΤΑΣ

Η φλόγινη γλώσσα του
έμπαινε αδιάκοπα
στους πόρους μου
κι έβαζε φωτιά στ’ αέρινα μονοπάτια
των ταξιδιάρικων πουλιών.


Δυο βουνά στη βροχή
κι ανάμεσα εγώ
ο μαύρος καβαλάρης
σκίζω το σπέρμα
με το βλέμμα,
πάνω στα δάχτυλα
σαν ιππότης εντυπωσιάζω
τους κρατήρες των ηφαιστείων.
Και μέσα στο παραμιλητό,
η παραφωνία των ανθρώπων,
που σκορπίζει τον πανικό.
Με μια ρετρό μελωδία
χορεύεις μ’ ακριβά ανοίγματα
πάνω στα δάχτυλά μου,
και χύνεσαι
σ’ ωκεανό μυστικών χρωμάτων.
Γονατίζω και δίνομαι
στη λύτρωση των κυμάτων.
Στης λάβας την υγρή φωτιά.
Άσπιλος καβαλάρης
ανάμεσα στη δίνη,
των πετρωμάτων την ισχύ,
σαρώνω
και παιδεύω την υποστήριξη
των πιο δικών μας δειλινών.

Αποκάλυψη τώρα

Κι όμως
η παράσταση τελείωσε
Τα φώτα άναψαν
κι ένα θλιβερό γεγονός αποκαλύφθηκε.
Έντρομοι οι θεατές
απέσυραν τον ορίζοντα
για να μη φανεί το αίμα μου
που ρέει
κι αηδιάσει η σάπια κοινωνία τους
Κατάφερα να σε κοιτάξω
για τελευταία φορά
Μπογιατισμένη μαριονέτα
χαμογελούσες ατέλειωτα
Κι όταν εξ επαφής
με πυροβόλησαν
χαμογελούσες πάλι
Πρόλαβα
μέσα απ' το τελευταίο δάκρυ
να σου στείλω την ψυχή μου

ΔΕΣΜΩΤΗΣ

Όταν φυλακίσανε
το κορμί μου
σ’ εκείνο το λαβύρινθο,
τα γεωμετρικά σχήματα
δεν είχαν καμιά θέση
στη ζωή μου.
Ούτε τα μάτια σου
θα συναντούσαν
την παιδική μου ορμή.
Τώρα θα ράψω στην κουβέρτα μου
τη σκισμένη σου θύμηση.
Ύστερα μια μελαγχολική έλξη
θα ράψω,
μετά το τηλέφωνο.

Δυο θολές εκστάσεις
καθρεφτίζονται
στην κατάφαση
της ματωμένης σελήνης.


Έχω πάντα στην καρδιά μου
ένα άδεντρο χωράφι,
με τη χροιά των κεραυνών
στη ράχη των αλόγων
Την τελευταία στριγκιά
του αδέσποτου σκυλιού
στο πλατύσκαλο τραγούδι των δεινών
Και το βέλος,
που τρύπησε το κασκέτο μου,
λίγο πριν ξημερώσει.

Για νάχεις πάντα μια θέση στο φεγγάρι να πνιγείς πρέπει μες στη βροχή...

Μεθούσε το φεγγάρι
στην αγκαλιά της θάλασσας
την επιστροφή των αινιγμάτων
μέσα στις άδειες αποσκευές μου.


Ανεξάντλητες κραυγές
καρτερούν την τελική απόφαση,
απόνα παλιό,
γνώριμο σημάδι
στον τοίχο της φυγής μου.
Κι ένα πέτρινο φεγγάρι
παραμιλά στον ύπνο του
με μαρμάρινους καιρούς
σ’ ολέθριες προεκτάσεις.


Κι έτσι λαθεμένη η σιωπή
πώς ν’ αστράψει
μια ωραία συστολή
λευκών κοριτσιών
Σ’ ένα πρωινό
π’ αδικήθηκε
όταν βάλτωσαν
οι νυχτερινοί οραματιστές
των πλέριων οδεύσεων;


Ανάποδες στροφές
απροσδιόριστου χρόνου
σκαλίζουν δυο ύαινες
στην καρέκλα του Βορρά.
Οργή κολασμένων
κι άπληστες ορέξεις
επωάζουν θανατηφόρες ιώσεις.
Ψυχοβόρα μικρόβια
Καρκινογόνα στίγματα,
ξεθωριάζουν τα μάτια μου
Χαμογελώ!