Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

η χώρα άργησε μια μέρα
















η της παρένθεσης "αριστερή" κυβέρνηση - της λαϊκής εντολής το ξεκάρφωμα -, με την επανάσταση των συνθημάτων σε μια παιδεία που χάθηκε σε σκοτάδια - σαν ένα απ' τα σκουπίδια που βουλώνουν τους οχετούς του σε αύριο, στο τώρα ανακοπή με την ευλογία των ράσων με τα χρυσά πλουμίδια, κι οι σκυμμένες χειραψίες - κάτω απ' τραπέζια τ' άγρια, που ξεθηκώνουν τα μαχαίρια στους λαιμούς των παιδιών, στου λαού τις φλέβες, θεατρικές παραστάσεις του κώλου τα εννιάμερα στις αγ(ρ)ιοσύνες των διαβολικών αντιπροσώπων με τις σάπιες κοιλιές απ' τη σαρκοβόρα τροφή τους - τραγικές παραστάσεις συνέχεια της επανάστασης στους θεσμούς, με το πέος καρφωμένο, των κορακιών, στα οπίσθια των νηστικών ψηφοφόρων με τα κατσαρόλια στα χέρια στην ουρά των συσσιτίων, και να μη θέλει ο λαός να πει, δίχως να θέλει να δει να φωνάξει, γκαβός λαός στα δεσμά σιωπής μπροστά στους ζωγραφισμένους έρπεις των προεστών και στα χαμόγελα, για τον πούτσο καβάλα επαναστατικές υποθέσεις και βάλε των νοσοκομείων που στιβάζουν πτώματα, σκλάβοι σε πατώματα στα λουκέτα της άπνοιας.
Οι πόλεις πεθαίνουν κι η χώρα άργησε μια μέρα στα μπούτια των 300 που οι βιτρίνες έχουν μόνιμα χριστούγεννα, κι απέξω νεκρική σιγή._

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

της Μνήμης..

























δεν έγραψα ποτέ, ως τα τώρα, γι' Αυτόν. είχα τα μάτια κλειστά να τον νιώθω. να τον βλέπω βαθιά στις σκισμένες σάρκινες πτυχές της ψυχής μου. στα φαράγγια τ' απόκρυμνα της ενδοχώρας μου που γρυλίζει μόνιμα δαρμένα βράδια. στα γήινά μου δάκρυα, στις χούφτες της καρδιάς μου, να μη μου φύγει ποτέ. να τον έχω δικό μου - δικιά του κι εγώ - ταγμένες θωριές κι αθώρητες να εξυψώνουν το Πάντα στο αιώνιο Παν, που ακούει στις αμόλυντες μουσικές των θεών. σ' αυτό το Πάντα Παντός, που τρομάζουν οι άνθρωποι και πετάνε "σοφίες" ανυπαρξίας του - σαν την Αλήθεια, που στερεώνουν τα φρικιά μούτσουνά τους - το ψέμα ότι ζουν, ακόμη και με κάποιον που Του μοιάζει.
το χαμόγελό του να μη μολύνω, να μην τον επιδείξω στα δήθεν φιλεύσπλαχνα αισθήματα όσων πολλών, δεν έγραψα ως τα τώρα. κι ίσως δεν έπρεπε ποτέ. για το κοίταγμά μας. το βάθος μας απ' τις επτά ρεματιές και τα σαράντα ουρλιαχτά των κυμάτων. τα χάδια μας..οι σκέψεις μας που κατέρριψε τις αποστάσεις..το ΕΝΑ μας, που ανασαίναμε ΕΝΑ. που ψηλώναμε ΕΝΑ. που μικραίναμε ΕΝΑ. που κλαίγαμε ΕΝΑ. κι εκείνο το παιδικό μας βλέμμα με την απ' τα βάθη θλίψη μας - των μυστικών μας ζωών τα αιμορραγούντα σπλάχνα -.βλέμμα μας.
Πώς η Αγάπη δεν χωρά σε εικόνες και σχήματα -;- !.. Δε χωρά.
Δε χωρά η Αγάπη σε πόντους, χιλιοστά, μέτρα, εκατοστά και μυριάδες χιλιόμετρα. γιατί απλά δε χωρά! ασύλληπτα μήκη η Αγάπη! η Μάνα έξω από στιχάκια βλαμμένα για ύμνους τη μέρα που θέσπισαν για γιορτή της οι ελάχιστοι δίποδοι θνητοί για της ανάγκης το "αίσθημα".
μόνο η Αγάπη γεννά. μόνο η Αγάπη μάνα, που δεν καθαρίζει απλά φασολάκια, που δε σηκώνει απλά στάμνες να φέρει νερό στα μικρά της. η Μάνα Αγάπη, που συγχρονίζει το σύμπαν με τα σύμπαντα, αντάρτισσα του φτηνού, του χαμερπή εαυτού, της πυθώνιας κατοικίας αντάρτισσα, που υψώνεται καρφωμένη σε σταυρό, συντρίβοντας το μάταιο..που πεθαίνει στο σταυρό και γεννάται ξανά, γεννώντας φλοίσβο θαλάττης - τις νύχτες που ανατέλουν οι κατοικίες των θεών εαυτών. αυτή η Αγάπη κι Έρωτας, που ως Εν, ανασύρει το πρώτο θρόισμα από ανεξερεύνητους ωκεανούς της Πρώτης Τελείας των αποσιωπητικών της Γνώσης.

..και γράφω τώρα. με ρέοντα αίματα γράφω για Κείνον (ματωμένο τον βρήκα να σέρνεται παρατημένος και πεινασμένος στα "φιλάνθρωπα" σοκάκια σας). δεν έχει είδος, και ράτσα και ποσότητα. έχει Λατρεία, τη Λατρεία μου και τη δικιά του Λατρεία. Αυτός κι εγώ - πομποί και δέκτες, αρχέτυπα μυστικά και κλειδιά Αχανούς Ιερού -. Τρελοί κι οι δυο και μαλάκες μάλλον, για το είδος που ξέπεσε, με την ουρά στα σκέλια να σέρνεται πιο κάτω απ' τα ερπετά..και βγάζει γλώσσα, να λέγεται το είδος των ανθρώπων.
έλεγαν, ότι ήταν ο σκύλος μου.
είναι ο Ερμής μου. τον φέρω και με φέρει.
πλέον, τον ορώ στα νέφη και πέρα. στο λίγο μου δίποδο..θρηνεί η αγκαλιά μου στην απουσία Του και ..κοντεύει χρόνος._

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

διαπλοκή..σχέσεων. διαπλοκή παντού -!-



























άκρατος φασισμός και διαπλοκή, με θρησκειοκρατία παρασκηνιακά, για την αγιασμένη υποταγή μας.
τι έχουμε να μοιράσουμε; τη σκλαβιά μας.
τι διαιωνίζουμε; τη σιωπή μας.
..πρόβατα επί σφαγή στο απόλυτο των μαύρων καιρών μας..!
και να μασάμε χόρτο. και να μη θέλουμε να δούμε. και να αναρτούμε "καλλιτεχνίες" και καλλιτεχνίες διαδικτυακά, για τη διαφήμηση της τύφλας μας. και να μετριούνται λάικ..και "φίλοι", που έμαθαν μόνο - οι "φίλοι" - να ψάχνουν ζωές στα κουτοπόνηρα, σα φρικιά, στα μουλωχτά της εξυπνακίστικης και "φιλικότατης" δουλικής έγνοιας τους. και να μη θέλουμε να δούμε ούτε τα σάλια μας, που πνιγόμαστε στα σάλια μας τα "σοφά" με τα πολλά πτυχία και την παιχνιδιάρικη στιχοπλοκή, που ποίηση ονομάσαμε στην παρακμιακά ανεξέλεγκτη εποχή μας.
μαύρο στο μαύρο μας._

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

η έλλειψή μου στάζει νερά

 

υπότιτλος: *τα φθινόπωρα των Σκορπιών σε νότες βρεγμένες*

Τίγρης η φωτιά
που καίει τα σπλάχνα μου -
καταραμένη η Στιγμή
Οι Μοίρες, μου φώλιασαν
το εξώτερο Πυρ,
για την αναγκαιότητα της αποστολής,
με τη γλώσσα σκισμένη στα πολλά
Ξυπόλητη γλώσσα
να γράφει ιδρωμένη στάξεις αιμάτινες
όπου σφραγίζει δυο Π -
πόρτες φέρουσες φλόγες σε στύση
και σάρκινες εξακολουθίες
κρεμασμένες από φασιστικά καταδιωκτικά
στα ανακόλουθα στιγμιότυπα
των παιδεύσεών τους.
Η έλλειψή μου μπάζει νερά
από καταβολής εαυτού
Στα κατασκότεινα φυλαχτά μου -
οι μύριες ζωές μου
με τους αχανείς θανάτους μου -
μιλούν βοές και αναδρομές
των σκιών μου
Στ' άπειρα σπίτια μου
δώδεκα στη νιοστή των ωρών,
οι τοίχοι τους - αίμα περιρρέον 
στο συμπαγή κύκλο μου
με τις σκισμένες φορεσιές
στα ύψη του εαυτού μου / και να μην μπορώ να με φτάσω..! /
Τις μέρες που σπάνε τα νερά μου,
τα σπασμένα μου μούτρα
ανιχνεύουν τις ματωμένες αυλές μου
με γαλότσες επιχείρησης έκτακτης ανάγκης.
Μιλώ με τα πεσμένα φύλλα των αιώνων -
πώς αποκαταβολής πέφτουν πάντα τα φύλλα
σε φύλα μαγεύοντα αριθμούς -;-..-
Το ΄ξερα: Κραυγή π' ακούει την κραυγή της
ποτέ δεν ομοιάζει
και σπαράσσεται κάτω από χώματα βρεγμένα.
Κάτω από χώματα βρεγμένα επιχειρείται η ζωή
με πρόβες ζωής, με πρόβες θανάτου -
πρωταγωνιστές φυλλοβόλων δίχως φύλο.
Σαν χτυπιούνται καράβια σε βράχια,
είναι οι συμπληγάδες μήτρα λωτοφάγων,
κι ακόμη αρνούμαι να γεννήσω.
Κρατώ φθινόπωρα. Κρατώ μόνο φθινόπωρα,
σαν κάποιος που από κάπου μακριά είδε καπνό
και οσμίστηκε Εστία - γύρω απ' το τζάκι, το μέλλον
με τους μύθους, και η γιαγιά που μιλάει ακατάπαυστα -
Ακούω..μακριά και κάτω απ' τον ήχο
τα καράβια γεωμετρούν την αλληγορία τους
κι οι γειτονιές νήματα, ελαστικοί επίδεσμοι,
και σινεμά.
Κι ακόμη με ψάχνω, σαν να ΄σαι  Ένα, κι έρχομαι._

Κυριακή 28 Αυγούστου 2016

της Σελήνης μου




























δεν είναι ο πόνος που χαράσσει το ποίημα και γεννά τον ποιητή.
είναι ο ποιητής που ξεσκίζει τον πόνο του και σπαράσσει το ποίημα στη ράχη του μυαλού του - φωτοστέφανο της αντρείας με σύρματα στα μαλλιά του.
μαστιγώνει το ποίημα το άλογο του νου σου, με το χτύπημα της Σελήνης, το βράδυ, στην πόρτα του υπόηχού σου
Άκου και σώπαινε! μη γράφεις! το ποίημα δε γράφεται. βρυχάται._

....για μια Σελήνη που λάτρεψα στη μαύρη έκφανσή της:

Δευτέρα 15 Αυγούστου 2016

μπλε φωτιά

Δεν ξέρω πως έζησες
και θέλεις μια άμεμπτη
να επικαλείσαι στο χρόνο
για να μπορείς να κοιμάσαι
Δεν γνωρίζω και λέξεις
να περιγράψω πως ζούσα
Στην πρόσκρουσή μου, πάντως,
με τη φυγή,
φόνευσα τα χείλη μου
με δώδεκα καρφιά. Το πρώτο
έκανε τον κούκο της φωτιάς μου να σπαρταράει
Τα επόμενα με γάζωσαν στο πυρ των μονομάχων
Στο δώδεκα, έσκασε αίμα το χαμόγελό μου -
μηδέν περιγεγραμμένο μ' αγκάθια των οστών μου -
Κι ένας σάκος φονιάς
από τότε
κουβαλάει τα δόντια μου
γυρεύοντας την ανάμνηση
και το λυγμό
Να στάζει βροχή
και να μη γεύομαι
Δίχως χείλη
να στάζει βροχή
και να σέρνομαι στο φιλί
Σε τετραγωνισμένη μανία
να φυλάττομαι μαύρος,
σαν την καμμένη την κραυγή
των μύριων λωλών που αφηνιάζουν
στο τρίσβαθο του θόλου.
Κι εκεί, ένα χαντάκι, παράθυρο γκρεμός,
τυφλωμένος πυθαγόρας οίστρος,
πέφτω και πέφτω φονιάς,
μυρίζοντας θεριά σε μόνιμη μάχη
Κι εσύ να δηλώνεις άμεμπτη
στο ληγμένο αρχείο -
Άλφα Βήτα τμήμα αμόλυντο
στα αποστειρωμένα εργαλεία του ύπνου.
Στο τέλος
καταπίνω τα δόντια μου
και μηδενίζω την πρόσκρουση
με την πνοή μου
κι άραχνος σε μπλε φωτιά._


Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

της νύχτας ο μάγκας ο τρελός

το τρένο που αφήσαμε να πατήσει τους μάγκες
λέγεται Βουλή των πολιτών με όλα τα πρόσημα
της μούτζας ανοιγμένα /
δεν είχε ώρα συγκεκριμένη να περνά
κι έτσι στους σταθμούς περίμεναν μόνο οι αλαφροϊσκιωτοι
που συνήθως δεν προλάβαιναν να δουν, κι
έτρωγαν μόνο τον καπνό του
ή έγλειφαν τα λάδια του απ' τις ράγιες.
τώρα έχουν να σφουγγαρίσουν το αίμα,
απ' τους μάγκες, που πάτησε το τρένο,
μα δεν υπάρχει σάλιο, κι ούτε και δάκρυ,
κι έτσι, πιασμένοι χέρι χέρι όλοι -
τυφλοί απ' τους καπνούς κι αλαφροϊσκιωτοι πάντα
τραβάνε για παραλίες /
οι περισσότεροι ξεμένουν στο δρόμο
σα μια ανάμνηση του μάγκα και
του τρένου που αφήσαμε να πατήσει τους μάγκες /
κάποιοι φτάνουν και πέφτουν να πνιγούν -
ανάμνησή τους από ακόρεστη δίψα του τρελού /
ένας.. έναν το είδα που έσκαβε τη νύχτα
με στερεμένο αύριο, με δίχως ώρα έσκαβε τα λεπτά.
αυτόν δεν τον τραγούδησε η Ιστορία,
γιατί αυτός ήταν μεγάλη ιστορία -
ο μάγκας που δεν έγλειψε στις ράγες του σταθμού.
..στο βάθος τ' άστρα στηρίζουν τη νύχτα
κι ο μάγκας που έσκαψε του χρόνου τα λεπτά. _ * για το ξεπούλημά μας ______*