Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2021

και γύρω βροχή




Ίδρωσε να ΄ρθει το πρωί. Και ήρθε με βροχή. Τα πόδια κλειδωμένα στα σκονισμένα παπούτσια μου, και τα χέρια λιπόθυμα στο κρεβάτι – δίπλα απ’ το σώμα μου που κείτεται άδειο με το κρανίο γεμάτο χαμό. Αποδοχή της πραγματικότητας; Ναι, θα απαντούσε, χθες, η ψυχαναλύτρια, αλλά δεν πρόλαβε. Πρόλαβα να φύγω, δίχως να μαζέψω τα κομμάτια μου. Το τελευταίο έπεσε με θόρυβο στις σκάλες, καθώς κατέβαινα δυο – δυο τα σκαλοπάτια. Το τελευταίο κομμάτι ήταν ο ομφάλιος λώρος.
Σήμερα δε θα χτυπήσει το τηλέφωνο. Κι αν χτυπήσει δε θ’ απαντήσω. Θα χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας. Δε θ’ ανοίξω. Θ’ ακούσω επιτακτικά: “Αστυνομία, ανοίξτε!”. Σίγουρα θα παραβιάσουν την πόρτα μου και θα με δουν - έναν παράλυτο μεσήλικα σε παιδικό κρεβάτι.
Ανοίγει η πόρτα μου απότομα. Με τρομάζει ο θόρυβος. “Αστυνομία!”. Κλαίω.
Χτυπάει το τηλέφωνο. Δεν απαντώ. Συλλαμβάνομαι επ’ αυτοφόρω. “Προχωρήστε!” Φωνάζει ένας από τους μπάτσους. Αρχίζω να μπουσουλάω προς στην πόρτα. Τα σκονισμένα μου παπούτσια φτιάχνουν συρμό προς τη μεγάλη έξοδο. Κατεβαίνουμε τις σκάλες. Μπουσουλώντας εγώ. Μου πέφτει η πιπίλα απ’ το στόμα.
Σταμάτησε να χτυπάει το τηλέφωνο. Ο τηλεφωνητής μου: “Μαμά εσύ; Άφησε μήνυμα!”.
Βγαίνουμε στο δρόμο, οι μπάτσοι κι εγώ. Βρέχει ακόμα. “Μαμά εσύ; Άφησε μήνυμα!” Κι εκείνη δε είπε τίποτα. Έτσι, απλά πάλι, δεν είπε τίποτα. Το τηλέφωνο της έπεσε απ’ τα χέρια και βγήκε στη βεράντα της. “Εγώ, τώρα, θα γεννήσω αγόρι. Μου το είπε η Παναγιά, που ήρθε στον ύπνο μου χθες βράδυ. Τέλος τα κορίτσια.”Αποκάλυψε, περιχαρής, στους επισκέπτες της, που χάρηκαν κι εκείνοι. Μετά, άρχισε να γαζώνει. Άρχισε με γαζώνει, εμένα το μικρότερο κορίτσι της.

Δύσκολο με τις χειροπέδες στα χέρια, όμως πιάστηκα απ’ την αγριοπασχαλιά έξω απ’ το σπίτι. Σηκώθηκα στα δύο και γύρω μου οι μπάτσοι. “Θυμάμαι”, ψέλλισα. “Πάντα το έλεγε: Πυρ, γυνή και θάλασσα”. “Θυμάμαι!” Φώναξα, και γύρω βροχή.

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021

άποψη αριθμού

 





















λοιπόν, για να μη λέμε πολλά λόγια, η ανθρωπότητα δεν σώθηκε ποτέ, ούτε θα σωθεί η ανθρωπότητα. μονάδες της, μόνο, σώζονται. άνθρωποι αυθεντικοί, που σπάνε τους καθρέφτες τους, κι αδιαφορούν για τα είδωλα. που γνωρίζουν την αγνωσία τους, και νιώθουν το φιλί της πέτρας, που λάβωσε την πιο δυνατή τους ανάγκη. και τότε, χαράζει ο σταυρός. και είναι παντού, κι εδώ κι εκεί, σ' ολάκερο το κενό το παλλόμενο, σε κάθε του ήχου πλατιά σιωπή.

με τσαλακωμένες τις εφημερίδες και τα περιοδικά, της μιας χρήσης τη γιορτή, με την υπογραφή του μαινόμενου "τώρα" - σπασμένες σύριγγες στις φλέβες ναυαγών - κατεβαίνει εκείνος που σώζεται, και κατεβαίνει απ' το χρόνο και το μήκος του και την ταχύτητά του. απ' το φτηνό του ύψος, κατεβαίνει μια ανθρωπότητα που δεν σώθηκε, σαν μια γροθιά, ποτέ της.

*μόνο αθυρόστομη η προαναγγελία των θαλασσών, που δίνονται με κύματα στα ρίγη των αθανάτων*