Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2020

ακούω φωνές





κι όπως περνούσε η ώρα μου απ' τις φωνές μου / ένα ένα ξηλώνονταν τα σπλάχνα μου  κι οι φλέβες, / και γέμισε αίμα το κρανίο μου. / κάτω, από κάτω απ' το χώμα, / το σύμπαν γεννούσε το κενό μου, κι οι φωνές - καταρράκτες / χτύπησαν την ύπαρξή μου. / στο κενό που μετεωρίζομαι πνιγμένα, / το δάκρυ του φωτός, / με περιέχει τραγικό κοιμητήριο. / στους λεπτούς, του εγκεφάλου μου, δείκτες, ο χρόνος μου θύμισε την ανυπαρξία του, / και τη μόνη γενναιότητα - του χάους στα βήματά μου. / η διάρκειά μου τρίζει το αχανές. /  ξηλώνονται και τα κουμπιά του. /στο γυμνό του στήθος κράζουν οι αγέννητες εποχές /. κι ενώ το κελί μου γεμίζει νερά με θανατώνουν οι σιωπές. / οι μόνες γενναιότητες το λαχάνιασμα να προλάβω και τ' άλλο κύμα και τις απενοχές, που πνίγηκε το κελί μου με φωτιές. _