Τρίτη, 14 Ιουλίου 2020

η αθανασία των νερών

























ήμουν ό,τι δεν έβλεπες
και ό,τι λησμονούσα να μην είμαι
να βρίσκομαι εν τη απουσία μου τακτικά.
στη χαώδη επιφάνειά μου
το μόνο που γνώριζα ήταν το κενό των σελίδων
από αιώνες και ψιθύρους ανερμήνευτους.
τυφλή από χέρια της ανάγκης.
ένα δέντρο παράδοξο
που ρίζωσε στη Γη των νεφών
ανάποδα, σαν τον κρεμασμένο πυρετό -
γι' αυτό μπορούσε να ταξιδεύει και
να μην ελπίζει -
γι' αυτό, να μη φοβάται να χάνεται
χαμένη μονίμως.
περιστασιακά καθρέπτιζα άγονους τόπους
και γενικώς σε τρομάζει ακόμη
το κινούμενό μου πρόσωπο - τριάντα μοίρες φυγάς
και τριακόσιες εξήντα αναζητήσεις σε φλόγες που
αν έσβηναν
θα χανόταν η σκηνή μιας ολάκερης περιφοράς
του κόσμου μου.
το μόνο που μπορώ, με βεβαιότητα, να σου πω
είναι πως τα νερά δεν πεθαίνουν ποτές - ακόμη
και στους δεινότερους βάλτους
τα ύδατα παλεύουν τους δαιμόνους τους και ζουν -.
έτσι, περνούσα ατάραγα τις βροντές μου,
ζώντας όλο και πιο βαθιά την υποψία της κοσμικής μου άγνοιας.
με δίχως οπαδούς να μου γυαλίζουν τους δρόμους
μ' αρνιόσουν από φόβο που
ήμουν ό,τι δεν έβλεπες
δύσκολα κι απλά,
κρεμασμένα άστρα. να μην περιμένω
αναμένοντας την απόλυτη σιγή
από την σπλαχνική μου την πιο κρυφή μάχη -
όταν πάλλεται το τίποτά μου
στον ελάχιστο οίκο του Ήλιου μου.
με βήμα βαρύ
που διψά ανεπηρέαστα
την ακατάσχετη μάνα να κολυμπήσω
σ' όλους τους γύρους της Σελήνης
σε μια Στιγμή π' αρνείσαι με βροχή.
κι όμως, δεν σε ξεγέλασα ποτέ._ Ευαγγελία Πατεράκη, από την υπό έκδοση συλλογή: "Ανώνυμη Αποκάλυψη"