Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

ψέματα -!-








 

























πες μου, τώρα, αλήθεια, πόσα ψέματα έχει γδυθεί μια αλήθεια, για να σταθεί ατρόμητα Αλήθεια;

αλήθεια ξέρεις;

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

βρεγμένος σαρκασμός







Ακόντια στη σφαίρα της τρέλας
στον καιόμενο ήχο
που άδειασε τις λέξεις
Ακόντια στο κρανίο του θεού
να πιάσει τόπο η θέωση
να κρυφτεί το μνήμα
ακρωτηριασμένο σφαγή
Κι εγώ να πιέζω το όμικρον
να του κόβω ακτίνες
Στον πήλινο λαιμό μου
να πιέζω τον κύκλο
να χωρέσω τις μοίρες του -
σκάνδαλο στη φωνή μου οι δικές μου Μοίρες
Κι ας πνίγομαι από κύμα -
στα σκοτεινά πάγωσα
παραβαίνων το αιώνιο
με μαλλιά αχανούς
στη λατρεία που δε σβήνει
Εσύ σιωπάς με νύχια γύπα
Άκομψα πίνεις
παραπατώντας στο ίσιωμα
Άκομψα κρύβεσαι
Στα κόκκινά μου βλέφαρα
ασελγείς
Συνήθιζες κάποτε συχνά
να λογχίζεις την ακοή μου
και να ματώνουν τα μάτια μου -
γευόσουν ένα ακόμη
λεπτό στο άχρονο,
μασκαρεμένος καουμπόης
στη θηλυκότητα των νερών π' απείχαν
Κι έτσι η σκοτεινή προβολή
της θεάς μου
που δίνει το στίγμα του ίχνους μου,
τ' αχνάρια μου, οι πέτρες μου
ακόμη κι η μουσική της βροχής μου
απ' τα υπόγεια πεδία της όρασης,
η Λίληθ που έριξε την αυλαία του τίποτα
εσύ,
οι πέτρες μου και οι χορδές μου -
αλυσίδες η σάρκα μου,
κι η χώρα μου
που κουτσάθηκε από αμαρτίες -
να σ' ακούει που σιωπάς
και να πετάει ακόντια
στο μάτι του κυκλώνα._

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

ο τρελός του μυαλού μου




Ξεκουράσου μωρό μου -!-
έχω μια σταύρωση να με φτάσω
και θα ΄μαι κενός
σαν πλοίο
που έπιασε ομίχλη στα μάτια μου
στα τυφλά μου χέρια
με δάχτυλα τσιγάρα
τερματικός
Επιβαίνω άκαμπτος
με οστά ιστία
από νυχτωδία φυγής
Τα πόδια σου
στον οίστρο της βροχής
τα ρούχα μου
χτυπάνε παραθυρόφυλλα
στα μάτια σου
τα μάτια μου ... δεν έχω
Κράτησα γεύση
για να ταξιδεύω
στ' απώτερο
και μίλησα τη γλώσσα σου
για να διψάω το βυθό
Το κατάστρωμά μου
διαμελισμένο το σώμα μου
ο τρελός στο μυαλό μου
στην πρύμνη των ονείρων μου
η φώκια στην άλλη άκρη
Μην κλαίς -!-
έχω να μετρήσω τις κλειδώσεις μου,
στα μπουντρούμια των ιδεών μου
και θα ΄μαι προσεχώς
Την ώρα που κατέβαινα σταθμός
το λιμάνι υποχώρησε.
Ήσουν-;-
Έμαθες ένα πλοίο να κλαίει
Έχεις ακούσει πλοίο να κλαίει;
Είναι να κάμπτεται ο καιρός
και πάλι ατέρμονος
να επιστρέφει μυστικός.
Είναι ο ίσκιος
της Σελήνης στα σπλάχνα μου
κι εσύ που έβλεπες
ακούς;
Στα πόδια σου το φουγάρο μου
σαν πάντα πειρατικός.
Μην ξυπνάς μωρό μου,
ακόμη βρέχει
και στ' αστέρια δεν έχει σταθμό. _

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

βιασμένη παραγγελιά


























Καθεστωτικά χρώματα απελπίζουν την ελπίδα
και σημαίνει συναργερμός στην ίριδα της καρδιάς μου.
Αποστεωμένα πρόσωπα μ' ένα στόμα π' αδειάζει
στους στημένους ηγετίσκους.
Ποια στοά γέννησε το νέο εφιάλτη; Αδιάφορο χρωματικό υποσύνολο
της έχιδνας που κυριαρχεί. Γιατί δεν τολμούν ακόμη τα οστά να σφυρίξουν στις θάλασσες;
Γιατί πεινάμε και τρώμε κάλπεις;
Καθεστωτικά χωνιά - θυγατρικές κόλασης, μ' εξουσίες δοτές.
Ανεξουσίαστος έχω να ξεχωρίσω τα νερά - ποια η θάλασσα, ποιο το ποτάμι, κι ο χείμαρρος -;-
Κι όλα τα τέρατα περπατούν πάνω μας, και πάνω μου πονώ.
Ακόμη μια παραγγελιά βιασμένη. Κι ακόμη μια συνέντευξη - πώς θα μας ρίξουν τη χαριστική..! Δεξιά κι αριστερά οι κρόταφοι σφίγγουν. Διάτρητο το κρανίο, να μαρσάρει ο άνεμος.
Και, "είχανε δίκιο οι Κοεμτζήδες", Κατερίνα. Με φαλτσέτα θα ξεχωρίσω τα νερά._

(Ιούλιος 2015)

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

κατοχική πολιορκία
























Πάντως έξω απ' τα σύνορα
θυμωμένα ύδατα, απόψε,
έσκισαν άγαρμπα τους πόρους μου
και το μυαλό μου εκτροχιάστηκε μαζί σου
στο τεθλασμένο είδωλο πεφτάστερης νύχτας
ενώ στο βάθος
την ώρα της ναυμαχίας
η αρμύρα καρφωνόταν στις φλέβες μου
Κι εσύ
άτσαλο βλέμμα
σχημάτισες την πόρτα μου παραδομένη στη φθορά -
μια παλίρροια
και μια ωδίνη
στην τροπή των έσω ορίων
που κρεμούν οι κύκλοι
την ονειροβασία των χειλιών
σε ιστία δίχως πανιά
μόνο με πουλιά που λαλούν εγκόσμια βέλη
και καρέκλες δίχως πλάτη
σε θιάσους κατοχικούς -
παρακατιανές υποθέσεις των θεών
να παγιδεύουν την αθανασία τους
σε παιχνίδι με τη μυστική τους πορεία
στη βάση του θανάτου.
Εκεί
στεκόσουν ανάλαφρη
σαν τρένο που αρνήθηκε τους ταξιδιώτες 
με σπλάχνα καμμένων καιρών.
Μυστική μου πομπή
μου τερματίζεις το τέρμα
κι ανοίγομαι βυθός σου
με χάλκινη μπόρα
στον οίστρο της πολιορκίας σου._

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

σεσημασμένη η πόλη

Εγώ, πάντως, σίγουρα δεν είμαι εκείνη
Η παρουσία μου στάθηκε αδιανόητη,
ανεξερεύνητη, σεσημασμένη εν τέλει -
γι' αυτό το κύμα μου
το έβλεπες τρόμο σου
σπίτι του τρόμου στο αναμφισβήτητο
των κύκλων σου
Ένα σκαμνί αίνιγμα
Μια στριγκιά
Μια κόντρα της φωνής μου
με το σύμπαν -
έκσταση του σύμπαντος
απ' τα αναπνευστικά
να σπάσουν τα δόντια μου
να εκραγεί ο ήχος
στη διάπυρη τρικυμία
των βράχινων ματιών μου
με τα σκαμμένα πισώπλατα
κατηγορητηρίων μου
Άβουλες οι σκέψεις των ανθρώπων
Η χωμάτινη υποταγή τους
το φιλί σου δίχως χείλη
δίχως στόμα και οσμή
άσαρκο λαβώνει πάντα θανατικά
Όμως, είναι βέβαιο,
ο θαλασσινός καβαλάρης
επικυρήχτηκε αλύτρωτα.
Ένα σκαμνί γονατίζει πάντα
την απόχρωση της γης
και η φωλιά,
αχ, εκείνη η φωλιά.. -!- απέναντι
απ' τα τουριστικά μαγαζιά
πήρε να βρέχει
όπως έγερνε η πόλη
σ' ένα όνειρο
σ' ένα στόχο
σε λόγια μεθυσμένου
που ξεχάστηκαν πριν νυχτώσει
Και τη νύχτα έμπασες νερά
...Γι' αυτό εγώ γνωρίζω
του μικρού φονιά._

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

δαγκωμένοι ρόλοι


























κάποτε, σε μια μεγάλη δίκη του κόσμου, όταν την ρώτησαν για τ' όνομά της, δήλωσε τρανταχτά: Μάνα. ..κι ο υπόκοσμος άνοιξε μάτι νυσταλέο στον υπέρκοσμο των ονομάτων, και τα παιδιά γύρεψαν ζέστη στον τάφο τους, κι αποκοιμήθηκαν αλαφρωμένα θυμούς.
είχε πιάσει χειμώνες βαριούς, κι οι σκιές κάπνιζαν σε βροχές σάρκινες - γκαστρωμένες φίδια. ναι, φίδια -!- απ' εκείνα που τα λένε ανίερα και ξερνούν τροφή παιδική - ληγμένη, σαν αποφορά του παρελθόντος, για ένα βυζί - βιτρίνα, και για να καταλάβεις, σαν το σήμερα από το ένα μέχρι το τώρα ετούτης της στιγμής του 21 - δυο χιλιάδες χρόνια καβάλα στ' άλογο, και μπορεί και μάλλον πάντα -, που ΄χουν χηρέψει τα θέατρα από αρτίστες και μόνο φώτα ζαλίζουν τις σκηνές, και μόνο χέρια. μόνο χέρια με δαγκωμένες φυγές. μόνο χέρια ως τους αγκώνες γυρεύουν το ταίρι τους, για να χειροκροτήσουν τις αυλαίες που πέφτουν, σε μια άνοια, κι ένα φυλαχτό παιδικό όνειρο, που κάπου γκρεμίζεται, ας είναι και στα βράχια της πειραϊκής. _

με δίχως αφιέρωση στις μέρες των ρόλων, που σέρνονται πιο κάτω από τα φίδια, κι αν δεν ήταν κούφια η Γη, το χώμα θα μιλούσε μπλε._ και έλα..-!- κόψε κάτι απ' τη συγκίνηση.. -!- δεν το ξέρεις, πως όταν πονάς την αγάπη, η χαριστική σε χτυπάει σ' ανύποπτο, κι ο ρόλος σου ξεπέφτει -;-