Κυριακή 15 Μαΐου 2016

σεσημασμένη η πόλη

Εγώ, πάντως, σίγουρα δεν είμαι εκείνη
Η παρουσία μου στάθηκε αδιανόητη,
ανεξερεύνητη, σεσημασμένη εν τέλει -
γι' αυτό το κύμα μου
το έβλεπες τρόμο σου
σπίτι του τρόμου στο αναμφισβήτητο
των κύκλων σου
Ένα σκαμνί αίνιγμα
Μια στριγκιά
Μια κόντρα της φωνής μου
με το σύμπαν -
έκσταση του σύμπαντος
απ' τα αναπνευστικά
να σπάσουν τα δόντια μου
να εκραγεί ο ήχος
στη διάπυρη τρικυμία
των βράχινων ματιών μου
με τα σκαμμένα πισώπλατα
κατηγορητηρίων μου
Άβουλες οι σκέψεις των ανθρώπων
Η χωμάτινη υποταγή τους
το φιλί σου δίχως χείλη
δίχως στόμα και οσμή
άσαρκο λαβώνει πάντα θανατικά
Όμως, είναι βέβαιο,
ο θαλασσινός καβαλάρης
επικυρήχτηκε αλύτρωτα.
Ένα σκαμνί γονατίζει πάντα
την απόχρωση της γης
και η φωλιά,
αχ, εκείνη η φωλιά.. -!- απέναντι
απ' τα τουριστικά μαγαζιά
πήρε να βρέχει
όπως έγερνε η πόλη
σ' ένα όνειρο
σ' ένα στόχο
σε λόγια μεθυσμένου
που ξεχάστηκαν πριν νυχτώσει
Και τη νύχτα έμπασες νερά
...Γι' αυτό εγώ γνωρίζω
του μικρού φονιά._

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

δαγκωμένοι ρόλοι


























κάποτε, σε μια μεγάλη δίκη του κόσμου, όταν την ρώτησαν για τ' όνομά της, δήλωσε τρανταχτά: Μάνα. ..κι ο υπόκοσμος άνοιξε μάτι νυσταλέο στον υπέρκοσμο των ονομάτων, και τα παιδιά γύρεψαν ζέστη στον τάφο τους, κι αποκοιμήθηκαν αλαφρωμένα θυμούς.
είχε πιάσει χειμώνες βαριούς, κι οι σκιές κάπνιζαν σε βροχές σάρκινες - γκαστρωμένες φίδια. ναι, φίδια -!- απ' εκείνα που τα λένε ανίερα και ξερνούν τροφή παιδική - ληγμένη, σαν αποφορά του παρελθόντος, για ένα βυζί - βιτρίνα, και για να καταλάβεις, σαν το σήμερα από το ένα μέχρι το τώρα ετούτης της στιγμής του 21 - δυο χιλιάδες χρόνια καβάλα στ' άλογο, και μπορεί και μάλλον πάντα -, που ΄χουν χηρέψει τα θέατρα από αρτίστες και μόνο φώτα ζαλίζουν τις σκηνές, και μόνο χέρια. μόνο χέρια με δαγκωμένες φυγές. μόνο χέρια ως τους αγκώνες γυρεύουν το ταίρι τους, για να χειροκροτήσουν τις αυλαίες που πέφτουν, σε μια άνοια, κι ένα φυλαχτό παιδικό όνειρο, που κάπου γκρεμίζεται, ας είναι και στα βράχια της πειραϊκής. _

με δίχως αφιέρωση στις μέρες των ρόλων, που σέρνονται πιο κάτω από τα φίδια, κι αν δεν ήταν κούφια η Γη, το χώμα θα μιλούσε μπλε._ και έλα..-!- κόψε κάτι απ' τη συγκίνηση.. -!- δεν το ξέρεις, πως όταν πονάς την αγάπη, η χαριστική σε χτυπάει σ' ανύποπτο, κι ο ρόλος σου ξεπέφτει -;-

Σάββατο 16 Απριλίου 2016

αμαρτίες νεκρών


































Όταν πέθανε
άρχισε να γαβγίζει το αίμα μου -
συλλαλητήριο στη σιωπή -
Δάγκωσα και το κόκαλο,
για ΄κείνο το θείο κλάμα
που ειρωνεύτηκαν οι αμαρτίες των νεκρών
Μεγάλης Παρασκευής ανάστημα
Κι όταν το "σ' αγαπώ" ανιχνεύτηκε στις φλέβες μου
πριόνισα το αίμα μου
να σε κρύψω για πάντα
μυστική συμφωνία στο μέγαρο της κόλασης
και τα σκυλιά σιωπούσαν.
Απ' τους αγέρωχους ουρανούς
έτρεχε βροχή στα χέρια μου -
παράθυρο στο κενό
που αποδείχτηκε μάταιο
στο λεκτικό σου υπερφίαλο
να μην υπάρχεις, και
γαβγίζω κι εγώ -
το μόνο που μπορώ
να φυλώ τη μνήμη
για να βρίσκεσαι τη νύχτα
στο δάσος
μέρα βροχής σε κέντρο ασπρόμαυρο
και να καπνίζω αποχωρισμό._

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

..λέω._
















το μοναδικό ψέμα είναι η "γνώση", που αιώνες μας παρέχει το άθλιο σύστημα, για να μειώσει το μπόι μας και ν' αυξήσει τη σκλαβιά μας.
..όλα τα άλλα, είναι απόρροιες της μούφας που μας πότισαν.

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

" γελάω, μωρό μου..." (στης καρδιάς μου, τη Μαρίνα τη Γκάτσου)


























Αφιερωμένο σε ΄Σένα Μαρίνα, που έφυγες..κι εγώ δεν έμαθα..κι εκεί δεν ήμουν στο σταθμό να σ' αποχαιρετήσω...

...ήρθα αργά...;

"Να γελάς θέλω, ρε μαλάκα!..."
Γελάω, Μαρίνα
Κοίτα πώς κλαίει η ψυχή μου...
Άκου πως γελάει κλαίγοντας
Να γελάς θέλω, ρε!!!
Μαλάκα, γέλα!
Γελάω Μαρίνα
κλαίω στην ακροθαλασσιά
Εκεί, μωρό μου,
που σκάει ένα κύμα
και δυό
κι αμέτρητα κύματα
που σκάνε σα χαμόγελο
κάτω απ' τα σκέλια
μιας πουτάνας Αφροδίτης
που πλημμύρισαν με αίμα
και στράγγιξε
πάνω στα μυαλά μας
Γελάω, Μαρίνα
Κοίτα πως γελούν
τα ματωμένα μυαλά μας
και πονάω ρε, μαλάκα!
..εγώ - Η Φωτιά Σου, κι ο Αγέρας Σου  - θυμάσαι που μ' έλεγες.. - ; -

Προμηθεύς Πυρφόρος κι Ευαγγελία Πατεράκη - που οι στιγμές με προσπέρασαν..

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Τα χρέη των ζωών μου






















Κάποτε
Θα γεννηθώ.
Δε θα το καταλάβεις
Γιατί θα στάξω
Σα χειμωνιά
Στους κροτάφους
Των λεπτών
Και πάσαι αι γενεαί
Σα μοίρες
Θα ΄ρθούν
Να μου ζητήσουν
Τα δανεικά τους –
Κάτι δεκανίκια
Ένα σπίρτο καμμένο –
Ανάμνηση ανάστασης –
Και δυο τάλιρα
Για την μέχρι τώρα αρωγή των –
Πριν τον … εκσυγχρονισμό
Που πέταξαν στους ανθρώπους
Θα θελήσω να τους επιστρέψω
Τις παγκόσμιες γιορτές –
Αλλιώς έξω
Και μέσα αλλιώς –
Τι να τις κάνει ένα νεογέννητο -;-
Δε θα τις παίρνουν
Το γνωρίζω –
Γκόμενες πολυτελείας
Με ξένες γλώσσες και
Επεμβάσεις πλαστικές -
Πρέπει να λάβω τα
Μέτρα μου γι’ αυτό..
Στο τέλος
Θα περισσέψουν τα
Πόδια μου
Θα βουλιάζουν πάντα
Και θα μειώνεται το ανάστημα –
Να μάθω να βαδίζω
Με τα χέρια -
Το βιολί μου θα
Συγχρονιστεί με
Το χώμα επιτέλους
Κάποτε, θα
Γεννηθώ ξανά
Θα είναι η
Μέρα που
Η βροχή θα τρέμει
Απ’ την υγρασία των
Αισθήσεών της
Κι εγώ θα πρέπει ν’
Ακροβατήσω
Στο Άλφα
Τοποθετώντας το
Μπροστά απ’ όλες
Τις εξουσίες
Και τις αρχές
Των λαβωμένων εαυτών μου
Πάσαι αι γενεαί
Θα φύγουν αδιάβαστες
Από το συναξάρι
Των ζωών μου
Τόσα που μου πρόσφεραν
Χίλια θα πάρουν
Χρόνια στην εντατική
του νοσοκομείου
έμαθα καλά τους
νόμους του εκσυγχρονισμού..
Τότε θα με δω
Στο πριν
συννεφιασμένο
Να προσπαθώ το μέσα
Έξω να φέρω –
Έξω να είμαι στα παραπήγματα
Και να ψάχνω με δίψα για
Οβολούς
Που δε μ’ άφησαν να ταξιδέψω
Πριν τους επιστρέψω
Τους δανεικούς που γύρεψα
Για μια αγάπη να ΄χω..
Και τότε
Θα πρέπει να καταδώσω
Τις παραισθήσεις μου
Μάλλον και
Να πυροβολήσω
Γιατί…
Έξω αλλιώς
Και μέσα…άλλα
Μετά απ’ αυτά
Θα φύγω
Και δε θα γεννηθώ ποτέ ξανά
Και πάσαι αι γενεαί
Δε θα προσμένουν τίποτα
Από μένα
άλλο..

(επειδή, απόψε, θυμήθηκα τη μοναχική μου πορεία αντίστασης στο κατεστημένο των γελοίων παγκόσμιων γιορτών - σαν άρτο και θεάματα που μας ..πέταξαν οι ..άρχοντες που μας δολοφονούν, και πόσο κορόιδα πιάνονται οι συνάνθρωποί μας και..γιορτάζουν με δίχως νου)


Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

τα δώρα












Την ώρα που ξεμύτισαν
τα δάχτυλα στις παλάμες μου
χαρακτηρίστηκα Αγύριστος,
με διάγνωση ολοταχώς
στην απόπειρα των δολοφόνων μου
Η περισπωμένη γλώσσα σου
στο διαμελισμό του κρανίου μου
μου δώρισε την αλησμοσύνη του νου
και το μυαλό μου έγινε ράγες και
παράθυρο
Στις άγριες ομίχλες
επιμένω νεκρός -
έτσι μπορώ να οδεύω  συνεχώς
Στα λεπτά της πλημμύρας
διασπώμαι σε νεύμα
και δάκρυ,
σαν άκρη που δε βρέθηκε
από κανέναν καιρό
Κι όταν ο Δάσκαλος
μου δώρισε τον κήπο
βουτηγμένο σε εύφλεκτο υλικό -
βενζίνη και οινόπνευμα -
κράτησα το κρασί και το γκάζι
χαρίζοντάς σου τ' αμπέλι
απ' τον κοιτώνα τον προσφυγικό
της Σμύρνης που καιγότανε
Την εποχή εκείνη,
τότε που σ' αγάπησα,
ο περίπτερος εαυτός μου
ήταν χρόνια σφαγιασμένος
από δόγματα και δοξασίες,
κι έτσι η κλίνη, τα σκεπάσματα
και το περίβλημα των βοηθειών
με απέβαλε εν θερμώ.
Κι έχει ένα κρύο γύρω στον κόσμο..!
Σφίξε το παράθυρο
μην παγώσεις.. -!-