Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

τέσσερα λεπτά














τέσσερα τα σημεία - λεπτά σε σπασμένους ορίζοντες. γυναίκα η ανάσταση, κι ο σταυρός γυναίκα. δόντια - καρφιά. σκισμένη η σάρκα. δηλητήριο αίμα στα πλήκτρα των χειλιών. τρέμουν τα δάχτυλα στην ταφή της σιωπής.
με μισείς; προπατορικές λατρείες τα νύχια στα μάτια, και κόλαση του παράδεισου η άνοιξη - κλειστή καρδιά κάτω απ' το τραπέζι. πάνω αμηχανία βλεμμάτων, στο σταυρό κατευθείαν. στα ίσια των ηδονών. το δέρμα της αρχής. τετέλεσθαι στο πέλμα των εποχών, με παραμονές σε χρόνους κεραυνών. δίχως αλεξίσφαιρα. προφυλακτήρες διαλυμένοι τα τηλέφωνα. με μισείς στο τέσσερα. στο μηδέν με σκάβεις. τα τριαντάφυλλα, όμορφα που γεμίζουν το στήθος σου -!- αίμα η βροχή - αρχέγονη πάθος. το φιλί - δαγκωμένα χέρια τα φιλιά. οι λέξεις προδίνουν. οι λέξεις μόνο. σπάσε το ποίημα -!- γαμημένοι ποιητές, που λουφάξαμε στα ψέματα..!

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

ένα αλάνι














Όταν μιλάς κατηγορώ για πολυτεχνεία,
να ξεπλένεις τη γλώσσα σου

η τύφλα της υποταγής σου, σε σαπίζει ανώνυμο κρέας
Εκείνα τα πολυτεχνεία, με τις ματωμένες βαφές

κι ετούτα, με τα μαυρισμένα σινιάλα,
σε προειδοποιούν προς κατεδάφιση, λένε οι γραφές.
αλλά..πού...εσύ...-;-
Με ρωτάς για το όνομά μου, το μπόι, τα μαλλιά μου, λες
να με προξενέψεις στο άδειο σου
"Τίποτα", σου απαντώ. "Τίποτα με λένε".
"Τίποτα" δηλώνω και στους δελτάδες
στα κυνηγητά τους στην πόλη μου
κι έξω απ’ τις αμυγδαλέζες που μ’ έπνιξαν στα χημικά
«Τίποτα» τους έδειξα ταυτότητα
Στις τρίτου τύπου φυλακές, «Τίποτα»,
είπα για το φύλο μου

κι ας είναι Άνοιξη, μου λένε,
φύλλα δεν έπιασαν τα δέντρα

και τα σκυλιά τα βράδια κλαίνε στις βροχές.

Στη διαπραγμάτευσή τους με το θάνατό μου,
η ζωή μου ξελιγώνεται στην πείνα
και δεν μπορώ να ανταλλάσσω τραγουδάκια από τα inbox
όταν οι γκόμενες χαλβαδιάζονται προς έμπνευση άνθισης
ούτε μοστράρομαι φιγούρα με ηλίου, και
ποια χαρά γκαζιάς να μοιραστώ;
Κι άκου..: «αν σου χαλάω το χάλι, σπάσε! Έτσι απλά και χύμα: Σπάσε!»
και «Τίποτα», σου λέω. «Του ιι π οοο τα ααα!»
α!!!! κοίτα μη σου σπάσουν και τ’ αυγά,
αφού το καλσόν σου το ξέσκισες τελικά

*ένα Αλάνι απ’ το λιμάνι. Εγώ. Να θυμάσαι το λιμάνι -!-*

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

μεθυσμένα τα μυστικά



















 
άδηλα πρόσωπα
/ στην υποψία του αιώνα, χαμός στα πεζοδρόμια /
στο φεγγάρι του νόστου
/ υπεραστικές διαδρομές σαρκοβόρες χειλιών /
ματωμένα φτερά
/ γενναιότητα διαχρονική να θηλάζω απών /
στεγνώνουν τα μάτια
όταν αγριεύει η καρδιά
/ ερωτεύσιμες οι βροχές όταν αδειάζουν τις εποχές μας στις μνήμες /
τι κι αν κύλησε το μπλε στα βαθιά -;-
πάντα το ξίφος καρφώνει αστέρια
μέσα σε περιστατικά που ξέφυγαν τον ξαφνικό -
θάνατος ή έρωτας..; ένας ο λυγμός
πορεία στη στάση του τρένου που ενδέχεται -
καθορισμένη ώρα
πυξίδα ώρα -
κοτσίδα κοριτσιού που ξέχασε να μεγαλώσει
αφού έσταξαν τα ύδατα κόκκινο στο στήθος του
σκίζε χρώματα Εσύ! σκιρτούν οι αισθήσεις,...,... ______________ 25/03/2015, κι 
η ώρα δείχνει φεγγάρια στα βάθη

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015

του Γιάννη...

















κι αφού ξέμπλεξε με όλους τους φόνους ο Γιάννης μέτρησε τους νεκρούς του:
ένας ο Γιάννης,...,Γιάννης κάργα.
ύστερα, μπήκε στον τάφο του. τράβηξε και το σύρτη από μέσα, να μην έχει εποχές.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

πολιτικές κουβέντες























Πουλιώμαστε, καθημερινά, όπως σκύβουμε, να μαζέψουμε ραδίκια.
μας ξεπουλάνε μαζί με τα ραδίκια.
κουβέντες λαϊκής τα παράθυρα στις τηλεοράσεις,
και της νύχτας κουβέντες, στα αλισβερίσια των νονών.
τέρμα τα τετράμηνα, τα σαράντα, τα εξάμηνα, οι παρατάσεις.
απ' τα μνημόσυνα απέχω - παραβιάζονται τα ήθη,
και τα έθιμα, μόνο εκδουλεύσεις είναι παρακατιανές
οικογενειακές μαστροπείες. οικογενειακή δυστυχία όπου υπήρξα
αναδυόμενος αστέρας του πεζοδρομίου  και
των νεκροταφείων μετά τα μεσάνυχτα,
που δεν έχω ανάγκη τη δεή,
γιατί τα πρωινά, οι άνοιες γεννούν παραφιλολογία
και τρύπες πολλές στους παλμούς της καρδιάς.
Την ώρα που θα με ουρλιάζεις ψεύτη
θυμήσου ότι κατέρρευσες, γυρεύοντας τράγο
για αποπομπή, και τα νύχια μου δεν έχουν γλώσσα να σου βγάλουν,
μόνο ξύνομαι και ξύνομαι, μέχρι που γδέρνω το μυαλό
και στάζουν οι στάχτες μου στην αυλή σου -
έτσι δε χιόνισε ποτέ στην οικουμένη
και το σύμπαν φυλλορροεί ανάμεσα λαϊκής, κι
"όταν θα πας κυρά μου στο παζάρι",
που είναι μέρα ανήμερη, στα μπαράκια με
την τσόντα στο μάτι μέρα ισχνή
στο σου λείπω με τα τεκνά αγκαζέ που παραμυθιάζεσαι.
πολιτικές κουβέντες αισθησιασμού
με όμικρον και όλα τα γράμματα της ιστορίας, ακόμη και με
αποποιήματα που μασκαρεύτηκες δόξα γιορτής.
Ένα κουβάρι οι θελήσεις σου, και
τα χόρτα κλωστές μπλεγμένες στο λαιμό σου
καθώς πνίγεσαι στη λαιμαργία της βολής σου. _

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Αποκάλυψη 1.













Τη μέρα της εξόντωσης
όλοι οι αέρηδες έχουν λουφάξει
Το κόχλασμα επικρατεί στους σουγιάδες
δε σηκώνει βοή,
μόνο σκόνη πνιγερή ερήμων και
μια ακόμη περιφρούρηση μάλλον,
στους δωρισμένους εκκλησιασμούς
ή με σπασμένα ποδάρια· στασίδια του μυαλού μας
Καθ’ υπέρβασιν, ο ήλιος μαζεύτηκε νωρίς
/μια έκλειψη είναι ότι πρέπει στις τελετουργίες της Απόκρεω /
Ντυμένοι βασιλιάδες επικαλούνται βροχή·
κονδυλοφόροι υπογείων στοών
βαθμοφόροι χαμών
/ και μόνο εκεί δεν αγιάζεσαι με νέκταρ.
Αυτά τα υπόγεια κρατούν ζόφο
σε κελάρια με χνώτο πνιγμένων αγγέλων
που έψαλλαν την Ιστορία την απ’ αρχής /
Κατόπιν στήθηκαν οι κρεμάλες
μετά τη σφαγή,
για να γραφτούν οι δόξες
στις χούφτες των παιδιών
που τα παιδιά πήραν φύλο
πρόστυχων καφενείων το σούρουπο
ενώ η σειρήνα μασούσε τέλος στη βάρδια
Κι άλλος μπεγλέρι,
εγώ ρακή,
κι η Λόλα - μασούσε τσίχλα -
με γόβες, ξεκάλτσωτη στο κρύο -
κι ο κούκος τρεις δηλαδή,
να ΄χουμε πρίμα το τεφτέρι της φυγής.
Έτσι ανυπόφορα ξυρίστηκ’ ο καιρός
Κι η Ιστορία επαναλαμβάνεται
αφού εσύ με σόλες διαταγής
δε βρέθηκες ποτέ σε καφενείο._

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

εισαγωγή αποκάλυψης πάντα



















Κι όμως δε σώπασα.
Κι όταν με πυροβόλησαν ούρλιαξα
κι αρνήθηκα τη σφαίρα.
Κι όταν η σφαίρα, μου καρφώθηκε στην καρδιά
κραύγασε η καρδιά μου: «Πιάνουμε πολιτείες δικές μας,
να κάμουμε πράξη τ’ όνειρο! Μη λυγάς!»
Και δε λύγισα. Και γεννήθηκα, δίχως μάνα
/ συνήθως οι μάνες λουφάζουν την πυγμή, και μόνος γεννιέσαι…αν.. /

Κι όποιος δε με πίστεψε, κι εσύ που ακόμη μ’ αρνείσαι
εσύ που με πρόδωσες, στο λίγο σου εαυτό,
με ύβρη που απλώθηκες σ’ αυτό το λίγο,
στον τσίγκο που ακούμπησες, δεν άδραξες τη γέννηση ακόμα.

Σου λέει ο καθρέφτης μου: «Σήκω! Φαίνεσαι!»
Ο δικός σου ραγίζει. Φάνηκα. Σου έχω έναν ουρανό!

Πάνε χρόνια, ίσως τρία, μισός αιώνας, ίσως τίποτα
Πάνε δυο, καβάλα χρόνος, και τρέμεις
σα να ΄ναι ήλιος ξέμπαρκος σε σφήνα δακρύων
μέσα στα νέφη στο τελάρο μου
που αιμορραγεί η αγάπη
Πάνε, που δεν υπάρχουν χρόνια –
αιωνιότητες σταλάζουν τα φιλιά –
πλημμύρες βορείων με φλας και δίχως, σε λιμάνια,
που φτάνουν οι αχοί των τρένων
Σε υποσχέσεις, σε απαιτήσεις σου
στους νερόλακκους των σκόρπιων ειδυλλίων
Εσύ που σκόρπισες στον τρόμο το χάρτινο,
στης παιδικής χαράς το σπίτι που τρομάζει
/ έτσι τρομάζουν τα αγέννητα, να γυρεύουν μάνα,
να σπάει η φωνή /
φουγάρο εφφέ, ψυχών απτέρων –
κάποτε θα είσαι ξανά και ξανά,
να μάθεις θα δεις, πως σκίζονται και λιώνουν τα χαρτιά,
πως στέκονται οι εραστές τις νύχτες γυμνά αρματωμένοι,
και πως τρυπιώνται οι καρδιές,
οι φλέβες πως φουσκώνουν,
όταν λαξεύεις Όνειρο
κι έρχεσαι πάλι μουσκεμένος άνεμο
κι αρμέγεις πέτρα, ο ήχος της πέτρας –
δεν έχει σιωπή, ποτέ δεν είχε -
ύμνοι κι η άβυσσος
ύμνος το κύτταρο
Το σούρουπο, αμυδρά, σου ορίζει το χάος ατέρμονο φως
Δεν έχει γραμμές,
στα σύνορα δεν έχει
Κι οι φύλακες χάρτινοι όλοι -
ζωγραφιές γήινες τα μεθύσια των παρόντων -
και μόνο οι φαντάροι
στα στήθη των χωμάτων, αιμάτων αγγίγματα, ακούν

Πολεμιστές των δασών
με γνώση θαλάττης
επιβεβαιώνουν αλητείες, των αλητών των μεγάλων,
που έσκισαν τις αλάνες, γυρεύοντας αλήθειες,
να σε σκοτώνουν και να γεννάσαι
να σε προδίνουν και να πετάς!
Έτσι σου λέω, στέκομαι πυροβολημένος κι άδολος
στην υπέρμαχο βοή της ζωής μου,
που φεύγει και έρχεται και πάει πολύ μακριά
και πάλι γυρίζει από ψηλά, ανά τους αιώνες περιφερόμενη,
που κροταλίζουν τα παραθύρια της,
κάθε που σ’ ονειρεύεται
σε μια ανθρωπότητα να κουβαλώ
κι έναν καημό ερώτων,
ερωμένης φυλής αχόρταγης πυρετών,
να καίω πνοές με φλόγα απέθαντου,
σε ευθεία πάντα απύθμενα νήματα,
ένα γιασεμί ουδέτερο, π’ εκμηδενίζει
την ουδετερότητα των βουνών,
να δίνει υπόσταση στον ύπνο των απόντων.
Έτσι, μονάχα συγκεντρώνονται τα βλέμματα,
έτσι πορεύεται  το εκπορευόμενον
του κεφαλαίου μυστικού
του κεφαλαίου τέρματος
του κύκλου του αέναου
που σ’ αγαπώ, και σ’ αγαπώ,
γι’ αυτό και δε σιωπώ
και παίρνω πολιτείες.
Γυναίκα ανθρωπότης
σήκω!
Αρσενικές ρίζες τα σπλάχνα των θανάτων
Αρσενικά σφυρίγματα των τρένων τα ταξίδια
Νόστοι σε χούφτα παιδική
τα κλάματα των πτυχών μας.
Κι έτσι δε λύγισα. Αρνήθηκα τη σφαίρα.
Κι έτσι, καθρέφτες δεν έχει,
μονάχα γνώση κι αλάνες.
Το σύμπαν αλάνες. (υπό έκδοση 2015 - Προμηθεύς Πυρφόρος)

*σ' Εσένα - της αλάνας ψυχή μου*