Σάββατο, 25 Απριλίου 2020

στο όνειρο




Κοιμόμουν.
Στο περίγειο των αγαλμάτων σου
μόνο οι θεοί ξενυχτούν
και τα νυχτερινά πουλιά
στα βάθη των ανεμώνων.

Στις ελλειπτικές του προσώπου σου
οι υπερπανσέληνες κόρες σου
κι οι πνοές του αιθέρα
θαυματουργούν στα κλειστά παράθυρα
Τα παραθυρόφυλλα τρίζουν.

Κοιμόμουν
στον εσπερινό της φωτιάς,
πριν η φλόγα κοπάσει,
με τον λέοντα ν' ανιχνεύει το κοπάδι του
στη σπηλιά των σιωπών.

Στου δείκτη τον οδικό
οι φανοί γεωμετρούν
αχαρτογράφητες παραλίες
και σήμαντρα βράχων
που χτυπούν επικά
στις γεννήσεις μου
στον κάθε θάνατό μου και στον ύπνο
στην τυφλή πολιτεία με τα θανάσιμα επτά
και στο σκάφανδρο του χρόνου
που με άδειασε και με άδειαζε
μέσα στο φόβο μου
να μην οργώνω τα χαρτιά μου
και τα μολύβια μου να σκεβρώνουν
από την άπειρη ανυπότακτη
στην αιώνια της στιγμής υποταγή

Κι ακόμη η πόλη κοιμάται
Σαν πάντα κοιμάται
που σβήνει κι άκαρπα χάνεται._