Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

...γυρίζει πάντα στον τόπο του εγκλήματος..

















Ήρθες ξανά
Και ξανά
σε βλέπω
Είναι η τρέλα να
γυρεύω τάφους
ξεκλείδωτους
Να κάνω γεωτρήσεις
σε μυστικά
και θησαυρούς
ανείπωτους
Όστρακα να
ξεθάβω
και ουρλιαχτά
Κι ήρθες –
το γνώριζα
πάντα
Όλα τα ξέρω
υστερείς
στην απόφαση
Υπερτερώ
στ’ ολοκλήρωμα
Με βλέπεις -;-
δε γλιστρώ -!-
Σε κοίταζα πάντα
Σε παίδευα εκ
των παρελθόντων
και άλλων
που δε σημειώθηκαν
ως απροσάρμοστοι
στους νόμους
Και σ’ έκλεβα –
στιγμή που
πόθησα πολύ
αρχής του κόσμου
και πριν
του κενού
Κι ας λες
Και λες πολύ
Κι ας ψεύδεσαι
Φοβάσαι -!-
Κι εγώ γελώ
Κι αν κλαίω γελώ
Υπνοβασία στο
κενό σου
ήμουν και
συννέφιαζα
Είμαι και
χαράζω
σάλπισμα άπειρο
να σου διδάσκω
το ποιείν
του Ανθρώπου
Κι ας σύλησα τάφους
Απαλλάσσομαι.
Βουλεύομαι
κι απαλλάσσομαι
Και έχω
τις δίνες
των αγριολούλουδων
Διψώ
και σε παίρνω
παντού και πάντα
Μια σπιθαμή που
άφησες
μ’ οδηγεί στη
σελήνη –
Όλα έχουν το
κενό τους -
Ακούς το τραγούδι -;-
Δεν είναι οδυρμός -!-
Μάθε και
μάθε
να διαβάζεις σωστά
Σου επιβάλλομαι
γιατί έχω
τα σκήπτρα της
Φύσης
και δεν παρέρχομαι
Επανέρχομαι
από το τίποτα
που λατρεύεις
για να ξεχνάς
το σφύριγμά σου
όταν χτυπάς
στους τοίχους
τα νερά σου
με τα αίματα
απ’ τα κορίτσια
που σε είδαν
ένα στρατό
σωστικό και
συνεργείο
επανένωσης
με το ιερό και
αμόλυντο
ένστικτο της ανάτασης
σε μέθης χορό -
Χορός του
Διονύσου
σε βραδινό
ουρανό
Καλύτερό σου
που έλεγες
να σε κοιτώ
όταν θα λάμπεις
Στα ανεξάντλητα χέρια μου
μια αγκαλιά ονείρων
με κραυγές
αγριμιών
Έχω πολλά
κι άλλα πολλά
και σκάβω παντού
ν’ ανασύρω ελπίδες
ζωή και θανάτους
που δε σίγησαν ποτέ
Κι αφού, το
έχεις
Στίγμα στο δέρμα
τι κι αν
ξεθώριασαν τα
χρώματα -;-
Αδιάφορο, που λέμε,
είν’ αρκετό
το σημάδι
της Ζωής
που γεμίζει τα κενά της
με ίσκιους ξεκούμπωτους
στην εξέλιξη
των γεγονότων

Κι έτσι σε βρίσκω
Παραβιασμένα και
άθλια..