Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Γέλα, παλιάτσε!...



(Η ΦωτοΓραΦία μου...)








"Καλησπέρα θεατές μου,

υποκλίνομαι...

κι ας άργησα...

ήρθα κι απόψε

στο θεατράκι μας

με χέρια ματωμένα


Τελικά θα σας πω...

Στους δρόμους που βρέθηκα

κι είδα τον έρωτα

να οργιάζει με τη νύχτα μου,

δολοφόνησα την ψυχή μου


Γελάτε; Γελάστε!

Είμαι εδώ για να γελάσετε!..."


"Γέλα παλιάτσε
Γέλα
και κλάψε ύστερα
Μπορείς
και να πεθάνεις
αν το θέλεις
Πέθανε!
Εμείς
κουρδιστήκαμε
και γελάμε συνέχεια
Πέθανε παλιάτσε!...
Σε παρακαλώ...πέθανε!...
Να δακρύσουμε
απ' τα γέλια...

Θα σκουπίσω
τον πόνο σου
στον τοίχο μου
Σ' αυτόν
που με χωρίζει
απ' την πανσέληνο
Κι εκεί,
μετά από χρόνια...
θα κλάψω κι εγώ
για ΄σένα παλιάτσε..."


"Δε θα μπορέσεις

να δεις τον πόνο μου

φοράω τη μάσκα με το χαμόγελο -

ένα ευρώ, απ' το Μοναστηράκι

Δε βλέπεις που χορεύω...

...γελώ και χαίρομαι

Γιατί, εγώ

έχω από καιρό πεθάνει

μέρα καρναβαλιού

υποκύπτοντας στο φόβο μου..."


"Μη με τρομάζεις παλιάτσε!...

Πέθανε ξανά!..."


"Με τυφλώνει ο προβολέας

Χαμηλώστε το φως

ή,

καλύτερα, ανάψτε όλα τα φώτα!...

Να ξεριζώσω τη σκιά μου...

Να πεθάνω για σας...

Υποκλίνομαι...

Καλό βράδυ θεατές μου

Μέρα καρναβαλιού που είναι...

Χορέψτε,

πεθαίνω εγώ!..."




Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Δημιουργίες φίλων


Κείμενο από το blog της φίλης: ANGEL

http://thesocalledfactofrevelation.blogspot.com





"...διάφανος είπες έγινες κι εγώ ακόμα τοίχος..."



Αλλόφρονας Ιούλιος
"Ο Γενέθλιος μήνας μου στα θολερά λιοπύρια του Καρκίνου μ' έναν απρόσμενον ίσκιο που αναβλύζει δονούμενος από φευγαλέα φρονήματα κληματαριάς -τί άρια ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση... Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα λουσμένο μουσείο που΄χει να δείξει σωζόμενες αστραπές τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία." N.Καρούζος


"... Κι όταν θα ‘ρθεις στις ώρες τις ενδιάμεσες των χαμηλωμένων ήχων θα είμαι εδώ στο χώρο των ιστών τον αβέβαιο, στον τόπο τον ρευστό τον μεταβαλλόμενο, τον απροσπέλαστο να ορίζω σκέψεις με τις λέξεις των δανείων και της κληρονομιάς απ τις συνάξεις των αμφιθεάτρων και των πεζοδρομίων. Αλλά το εδώ και το μετά, το πριν και το τώρα στο χρόνο μου τον στείρο τον πεπερασμένο τον ανταγωνιστή δεν είναι η μνήμη, ούτε κι η λήθη καν στα μονοπάτια αυτά.. Εδώ, στον πυρετό της μόνωσης και της απομόνωσης, της γοητείας και των γοητευμένων, σαν την Πυθία αναμασάω το κουκούτσι της κάθε στιγμής. Το στριμώχνω στα δόντια τη γλώσσα πληγώνοντας, να ρουφήξω της ζωής το μεδούλι το αλμυρό, τις στάλες της κρυμμένης ζωής της ανύποπτης. Γεύση της θάλασσας και της σκουριάς και πίσσα των ακτών στα βήματα. Και μνήμη των καλοκαιριών και των ανέμων των βράχων και της άμμου στα μάτια και στα δόντια ανάμεσα που τρίζουν. Και γύρω, σε δερβίσικο χορό, σε περιδίνηση και παραζάλη οι θεατές που φθόγγους αλαλάζουν γλώσσας περίεργης υποτελούς και μυστικής. Φθόγγοι βαριοί στ αυτιά και ξένοι ήχοι και δύσκολοι να τους αναπαράγεις στο μυαλό, να τους χωρέσεις στον ουρανίσκο, να τους στρογγυλέψεις με τη γλώσσα. Κι εγώ εδώ. Αμήχανα εδώ. Με χρώματα παραλλαγής και χαμένους φθόγγους -τους πολύτιμους φθόγγους μου, ορίζω σημεία καμπής και διαμάχης του πνεύματος και των αρμών και του αρώματος από νυχτέρια μυστικά κι ανάδελφα και υγρασίες και προδοσίες και πληγές και όλα όσα στο δέρμα το εντός φορώ και με φέρουν και με άγουν στα δικά μου νυχτέρια.. Στα δικά μου χαλάσματα, στα ταμεία της νύχτας με στάχτη και σποδό, στους θρήνους τους αθέατους, στα δόντια τα σφιγμένα. Σπονδή σε 'αξιοπρέπεια' γραφείων και υπηρεσιών και διαπάλης του δήθεν και του δέοντος ...
...Τα λόγια, και οι φθόγγοι σου από το πέρασμα και τη μορφή του ανέμου σου, του υπέργειου και του υπόγειου βουητού σου κι από την αντανάκλαση των λόγων της απορίας σου, της πληγωμένης και της παράφορης απορίας σου, της προδοσίας των μελών που κάθε σπιθαμή χαρτογράφησες και έραψες ρούχο να φοράς σε σχόλες και νυχτέρια. Και περιστρέφεσαι ο απαρηγόρητος εσύ, του άδειου χώρου του εντός της μοναξιάς και της μοναχικότητας της εν τω βάθει και της επί πολλοίς. Και δάνεια, δάνεια, δάνεια αναφοράς, μα, εδώ σπαράζει το φρέσκο αίμα και τρέχοντες παλμοί. Και ποια λοιπόν είναι η θέση και ποια η παράθεση; Και που η στίξη και που η αντίστιξη; Κι ο λόγος κι η γραφή πυροτεχνήματα εσωτερικής καύσης κι εσωτερικής θέασης παρά ακρόασης είς επήκοον όλων. Και η κατάθεση του μόχθου και του κόπου και οι υποθήκες από δάνειο ζωής και η παράθεση του λόγου, διαλόγου αφορμή κι αιτία. Κι απ το παράθυρο τ ανοιχτό στην ελευθερία της έκφρασης και της φράσης, της αντίστιξης και της απόστασης και της προσέγγισης και της αναμονής. Κι ο Λόγος – πάντα ο λόγος! Προσωπικός κι ιδιαίτερος με όψεις πολλές και πλευρές και κόψεις και με πρόσωπα πολλά, να σταθεί αντιστέκεται χωρίς προσωπεία. Κι η Αλήθεια, προσωπικά απόλυτη, καθολικά σχετική, ακρόαση κι αποδοχή γυρεύει και σεβασμό κι ενόραση και έμπνευση, ν αγγίξεις το κουκούτσι και το κέλυφος της γύμνιας της και της τιμής της. Της απόλυτης. Σ΄ όποια μορφή, σ΄ όποια εκφορά, σε μέτρο ή σε πάθος, όταν αγγίζει τον τύπο ήλων που ξέρεις τα σημάδια και τους κώδικες τους προφανείς και τους αφανείς και τους συγκαλυμμένους, το νόημα ν αξιωθεί σε χέρια απαλά με στοχασμό ν ακουμπήσει. Κι εγώ Εδώ, αλλά Αλλού. Εκεί που υποθέτεις, ακουμπισμένη και σαστισμένη σε κάποια κύματα απορίας βυθών και χρόνων παρελθόντων και μελλούμενων και ματωμένων.. Και το σκληρό και το τραχύ και το γωνιώδες σαν σχήματα, σαν όγκοι και σαν αναμονές, μακριά τα νύχτωσα και τρέχω. Και τρέχω ασθμαίνοντας υποκατάστατα να βρω, γιατί το ξέρω .. οι σπίθες άναψαν και κατευθύνονται στο μέλλον το εγγύς, δαυλοί και φλόγες και πυρσοί στα χέρια των στρατιών των επαιτών των παραφρονημένων αγνοούντων και των δικών μου των ονείρων και των δικών σου αναφορών .. Είμαστε Εδώ .. θεατές και εισπράκτορες της ίδιας Αλήθειας, έστω κι αν την καλούμε μ άλλο όνομα, αυτή καταλαβαίνει κι απαντά κοιτάζοντας τα μάτια μας και τα σκοτάδια μας πως λάμπουν στο δικό της νεύμα … Και να σ ακούσω θέλω πια κι εγώ σαν άνεμος σιωπής και αντανάκλασή σου. Ν’ ακούσω τους φθόγγους ν’ αρθρώνεις τους δικούς σου με Κεφαλαίο γράμμα στην αρχή και μια τελεία στο τέλος, δίχως παύλα. Και προπαντός χωρίς παρενθέσεις και εισαγωγικά. Και συ να θες να τις λέξεις μου ν ακούσεις, ν ακούσεις προσευχές και ικεσίες και μύχια αποκόμματα ν αναρτήσω πίσω απ το πέπλο και πίσω απ τον καπνό τον επιδέξιο που θολώνει το τζάμι, θολώνει το κάτοπτρο του κρυμμένου πυρήνα και των λογισμών. Κι εγώ σαν θα έρθω στην κουρτίνα πίσω και στο ντιβάνι της αποκάλυψης και της παράθεσης των ονείρων, που μπαίνουν βαθιά στο μεδούλι της μέρας μου, θ ακούσω τη φωνή , την άγνωστη, τη στριγκιά, την τρυφερή και την πονεμένη:
"..Aγαπημένη, αγαπημένη μου, φέρε πίσω τους προσδιορισμούς και τις ώρες μου. Τις μέρες, τις πανσέληνες απάτες σου, τις αυταπάτες σου και τα κρατήματα στις κόχες των ορίων μου, και τις ανατροπές και τις υπερβάσεις και τις καινούργιες διαδρομές τις γέφυρες και τα υποστυλώματα και τα καινούργια μονοπάτια της γεωγραφίας ..". Κι εδώ η φωνή θα κόβεται, θα σπάει σε κομμάτια ψιθύρων και συ θα ξέρεις, θα το ξέρεις καλά πια κι εγώ θα κοιτάω αλλού αδιάφορα με πόνο και πείσμα και πόνο και πόνο. Και συ θεατής στην πλατεία θα γνωρίζεις -νομίζεις- την τραγική ειρωνεία αγνοώντας του δράματος το νόημα. Και πάλι θα ακουστεί η φωνή :"..πατέρα εσύ ..πάρε. Στα χέρια πάρε.. στα χέρια δώσε τα δικά μου το ρόλο πίσω, που ερήμην άλλαξες και θέση τη θέση σου πήρα εγώ παιδί μικρό και σ έχω παιδί και πόνο κι αγκάθι και ανταγωνιστή στην αγκαλιά της μάνας της κοινής και της αιχμής του δόρατος. Του χωραφιού και της πεδιάδας της ηλιόλουστης και της βροχής και της σποράς και της ταφής, πεδίο της μάχης και του ανταγωνισμού, πεδίο και χώρος επιβολής και πόνος δικός μου και πόνος και πόνος και κάρβουνο της μηχανής μου και καύσιμο και άλλοθι και ανάγκη στην αγκαλιά της δικής μου αγαπημένης, που χάνεται και ξεμακραίνει και χάνομαι μονολογώντας: ποτέ πια, ποτέ πια, ποτέ πια!..". Και συ κουρτίνα, πέσε και άπλωσε σάβανο διάφανο στο κρεβάτι του Προκρούστη μου, που δεν έφτανα, που περίσσεψα, που δε χώρεσα και πήρα ακρωτηριασμένα τα μέλη μου πίσω, βωμό στη θυσία, σαν χέρι πιστό του Αβραάμ και σαν Ισαάκ πειθήνιος κι αγαπημένος ταυτόχρονα’ ... "

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009


Ο πίνακας ανήκει στην ζωγράφο:

"Οξάνα Τσάους"

Ονομάζεται: "ΑΡΗΣ"






Το κείμενο ανήκει στον ΑΕΝΑΟ
http://aenaianazitisis.blogspot.com/


Με τα μάτια διάπλατα έμεινα να κοιτώ τα κόκκινα μου χέρια! Κόκκινα ,όχι όχι το κόκκινο του πάθους ούτε το κόκκινο που το τεράστιο αυτό ουράνιο σώμα που ήλιο το ελέμε αμολά σημάδι για το στερνό φευγάτισμα του, όχι το κόκκινο από τα δικά σου πλήγματα.

Πληγή στο κουφάρι όχι από τα δικά σου χέρια αλλά από το χέρι της ατίμωσης που ο ίδιος επέτρεψα και ο ίδιος αρνήθηκα να αγωνιστώ με σκοπό να μην με στοιχειώσει! Με τη σειρά της η ατίμωση ανάλγητη, μοναδική επιτρεπτή διέξοδο μου δείχνει.
Ψάχνω τον Ήλιο, στρέφομαι σ’ αυτόν, γονατίζω και σέρνω το σπαθί, που μονοπάτι προς εμένα χαράζει στο ξερό χώμα και κονιορτό σηκώνει , που τις πέτρες χτυπά και ένα γνώριμο ήχημα βγάζει!
Μπορεί να μην αποτελώ αριστοκράτη πολέμου, να είμαι η ελίτ, ηθικό κώδικα και ζωφόρα όνειρα όμως στην καρδιά μου κρατώ και ίσως αυτό να είναι το πραγματικά αιχμηρό και ακονισμένο σπαθί μου!
Και ξάφνου η γαστέρα μου άρχισε να καίει. Γάργαρο και κόκκινο άρχισε να ρέει! Όχι, όχι κόκκινο της λάβας, όχι κόκκινο της ύστατης αιμορραγίας αλλά το κόκκινο νεκρών ονείρων.
Έγειρα. Κοίταξα τον ήλιο ψάχνωντας το φωτερό του πρόσωπο. Σκοτοδίνη...Όμως αυτή η πληγή που με τα ίδια μου χέρια άνοιξα με καίει! Αυτή η πληγή που ξεβράζει νεκρό κόκκινο ονείρων, για να παράγει το ισχνό αυτό κορμί καινούργια όνειρα αυτή τη φορά όχι με χρώμα κόκκινο άλλα με το χρώμα της βαθιάς πορφύρας!
Με τα μάτια διάπλατα έμεινα να κοιτώ τα κόκκινα μου χέρια! Το σπαθί που πληγή μου άνοιξε! Όμως για στάσου! Ίχνος από κόκκινο δεν υπάρχει στο σπαθί επάνω, καθάριο να λαμποκοπά στο χώρο καθρεφτίζοντας τα ενωμένα από την απορία μου φρύδια, το απορριμμένο μου πρόσωπο! Και το αιχμηρό και ακονισμένο σπαθί που τέρμινα πριν άνοιξε στο κορμί μου δίοδο για να εκβραστούν τα νεκρά μου όνειρα;
Τώρα πια κατάλαβα το σπαθί ποιο είναι και ο πόνος σταμάτησε! Η αλγεινή πληγή μου έκλεισε και η σιδερένια λάμα καρφωμένη έμεινε στο χώμα να καθρεφτίζει τη σιλουέτα μου να ξεμακραίνει με ρότα στα ισχυρά φώτα…
Η πραγματική λάμα βρισκόταν εξ’ αρχής μέσα μου…

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

το σχόλιό μου

(Η ΦωτοΓραΦία μου)












για τη Μαρίνα Γκάτσου




Άκου!...

Στο κάθε ξημέρωμα,
που νοτίζει η σιωπή,
οι δροσοστάλες
είναι ο έρωτας
Η φωτιά
που καίει πάντα
Που σιγοβράζει το αίμα μας
Που μεταλλάζει τον πόνο μας
σε ποίησης μυσταγωγία
Η κραυγή της φωτιάς
παγώνει κάποιες φορές
Είναι οι ιδιότητες της φύσης μας,
οι ίδιες σε θερμοκρασία
πέραν του σώματος μας,
με του χιονιού
που στάθηκε στα μαλλιά μας
και πιο βαθιά στο κρανίο μας -
εκεί που γεννιούνται
οι παραισθήσεις μας

Άκου, άκου!...
Είμαι εδώ!...
Ουράνιο τόξο ζωών εφιάλτες
Κι εδώ που επιβάλουν
νύχτες δανεικές
είμαι εδώ
να σου χαϊδεύω τους στίχους
Να σου πω: Ποιείς ονειρικά!

Για ΄σένα

Γιατί το απλό είναι λίγο για ΄σένα...

Σε φιλώ πάνω στα ιερογλυφικά καμώματα του νου σου



**************

Kι επειδή είμαστε τρελοί

κι ας κυκλοφορούμε ελεύθεροι...


Της Μαρίνας σχόλιο στο σχόλιο


KΙ ΕΓΩ;;;
ΕΓΩ;;...
πες μου...
πες μου ....τι να κάνω;;;
ΤΙ;;;;
φτωχη νοιωθω στις λεξεις...
μιζερια να σου εκφρασω το "ολο"
δεν μου φτανουν...δεν μου αρκουν οι λεξεις...
ειναι λιγες....μικρες...μιζερες
κι εγω μαζι τους...γινομαι
πες μου...
Ποιητρια Αναρχη
ΠΡΟΜΗΘΕΑ ΔΕΣΜΩΤΗ....ΤΩΝ ΕΓΚΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ....
της δικης μου....
την δεσμευσες...για παντα
κι ισως απο παντα...
απο τοτε που παλευες με τα ορνια...
που σου τρωγαν τα σπλαχνα....
κι Εσυ εκει...
απ την αρχη παλι....
και πάλι....και πάλι...
Φωτιας Εσυ....Δημιουργε...
Εσυ...ΕΣΥ...
Εναντια σε Θεους-Δαιμονες...
δινεις την γνώση....
την μια...
την μοναδικη....
αυτη της ΦΩΤΙΑΣ....
ΤΗΣ ΑΝΑΡΧΗΣ...
ΕΣΥ...

αχ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ....
Ποσα δακρυα...πες μου ποσα...
ποσα....
για να γεμισουν αυτο το "θυσιαστηριο" ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ...

αχ....ποσο σε ΑΓΑΠΑΩ γαμωτο

ποσο πολυ ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ....



ΠΕΣ ΜΟΥ...

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

"Ο Δραπέτης" τώρα ... εκδόθηκε



Αφήγημα ζωής
η έκδοση του δραπέτη
στους παράνομους δρόμους των πόλεων

Εδώ,
που μεταφορτώνεται
το όνειρο της νύχτας
σε σελίδες ψυχής

Και γροθιές στο νου

της κατεστημένης παρανομίας
Αναζητώντας στα κρυφά
ίχνη ανθρώπινα
Κομμάτια αστεριών
για να ζεσταίνει τα βράδια του
Κατέληξε
να εμπορεύεται
σε πάγκους λαϊκής αγοράς
για ψίχουλα καρδιάς
για ψίθυρους φωτιάς
και ψίγματα δακρύων
παρακολουθούμενος
απ' τον έμπορο
των οραμάτων του...

......."Ένας δραπέτης του μαύρου σκότους αναζητά τη λύτρωση. Η άρνηση στο κατεστημένο, η άρνηση στην ισοπέδωση και στη φθορά των χρωμάτων, μια τραγική εμπειρία στα παιδικά του χρόνια, που στάθηκε αιτία για μια σειρά επακόλουθες τραγικές επίσης εμπειρίες, όλα αυτά οδηγούν στην επανάσταση. Οι αλυσίδες που του καταρρακώνουν το σώμα δίνουν δύναμη στην ψυχή του κι ανοίγει φτερά. Τυχαίνει καμιά φορά να βρεθεί σε ομίχλη και να χτυπήσει με δύναμη στο παρμπρίζ κάποιου αυτοκινήτου, ή να ξεγελαστεί και να θαμπώσει απ’ του ήλιου το δυνατό φως και να καεί. Τότε γεννιέται η θυσία κι η επανάσταση βάφεται με δόξα και αίμα.

Δεν υπήρξε ποτέ επανάσταση που να μη βάφτηκε με αίμα.

“Χλωμή μου φαντασία, τώρα λειώνω”, είπε πάλι ο Ορφέας, όταν σπρώχνοντας οι νοσοκόμοι το φορείο στο διάδρομο του Λαϊκού Νοσοκομείου τον έβαζαν στην αίθουσα των επειγόντων περιστατικών.

Κι ενώ εκείνος έδινε μια μεγάλη μάχη με τη ζωή, η Άννα κατέβαινε τρέχοντας τις σκάλες της πολυκατοικίας, που έμενε ο Ορφέας, ειδοποιημένη από το “μικρό γείτονα” το Μιχαήλ.

Κατέβαινε τις σκάλες της πολυκατοικίας να πάει πού η Άννα; Απόψε , αυτό το βράδυ, που έλειπε ώρες απ’ το σπίτι για να πλαγιάσει στην αγκαλιά του καινούργιου εραστή της;

Η νύχτα απόψε…

Αυτή η νύχτα, βρεγμένο κουρελόπανο, ξεχάστηκε στο σύρμα της ταράτσας.

Αυτή τη νύχτα, ηχηρές φωνές έπνιξαν τη σιγαλιά και κατακερμάτισαν το χρόνο. Κι αυτός, διάβηκε σκυθρωπός σ’ απροσδιόριστους ορίζοντες. Και βροντοφώναξε στα πέρατα. Τότε σύρθηκε ο βοριάς πάνω απ’ τις υγρές στέγες των σπιτιών και κάποιο βιολί ρίγησε τα ερηπώματα της οικουμένης. Κι η Άνοιξη είναι ακόμη μακριά μας. Πόσο πολύ μακριά μας βρίσκεται η Άνοιξη!

Ένα άσπρο μαντήλι είχε σκαλώσει στο συρματόπλεγμα του προθάλαμου της περιθωριοποίησης. Και μια ντροπή - κηλίδα μαύρη της εποχής μας.

«ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ» - απομόνωση.".............

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

η τρομοκρατική επίθεση




(Η ΦωΤοΓραφία μου...

σήμερα, είναι μαύρη)




Γύψινη κραυγή
άτεχνα σμιλεμένη
Χαρακωμένη
Αναρτημένη
σε πίνακες ανακοινώσεων -
πίδακες αντεξουσίας
και ουσίας άναρχης
Σε γραμμική απόδοση
της απελπισίας
και εγκόλαστης αμαρτίας,
εκπεφρασμένη.
Και τώρα
που τέλεψε το σχήμα
λέω να φύγω
Ήδη
η τρομοκρατική επίθεση της μέρας
άρχισε
Μαγειρέψτε τα κόλυβα,
μνημόσυνο για τους κραυγάζοντες
Έτσι, που
βαριά σύννεφα, μαύρα
να προϊδεάζουν
το ξύπνημά μας

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

η πρόκληση

Όταν άστραψε,

ήσουν γυμνή

και προκαλούσες το θάνατο

Κι είχε το φεγγάρι να παλέψει

με την τίγρη της καρδιάς σου.

Γιατί οι ώρες απόψε να γελάσουν;

Σε μια φωλιά νεκρών πουλιών

πώς να γελάσουν;

Αφού ο καιρός διπλώθηκε

κι αφέθηκαν οι έλξεις να κυματίζουν

στις πόλεις των απόντων.

Μικρές ανάπαυλες

φυλούσαν μια όραση παιδική

για να ξεφύγουν τα χαλινάρια

σ’ ένα βούρκο ανόμοιων στοιχείων.

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

Ποιητικά απανθίσματα της ουκρανικής διασποράς




















(Η ΦωΤοΓραφία μου...)


Η σημερινή ανάρτηση αφιερώνεται
στο φίλο μου Διάττοντα

Ποιητική απόδοση:

ΠΑΤΕΡΑΚΗ ΛΙΤΣΑ
*********

Παρίσι, 1947
Τίτλος βιβλίου:

"ΒΟΛΟΣΚΙ" (μτφ.: άνθος σταχιού)
Ο Ποιητής υπογράφει με το ψευδώνυμο:

"Ντίμα"

1.

Μελαγχολία...

όπου κι αν κοιτάξεις, παντού...
Μελαγχολία στον κήπο

Μελαγχολία στο δωμάτιο

Κοιτάει απ' τα παράθυρα
Κάθεται στο τραπέζι

Ρίχνει γκρίζες αφάνες σκιές...

Μελαγχολία...
όπου κι αν δεις...στους τοίχους

Μελαγχολία,
αγέρας που φυσάει στην πόρτα την κλειστή...
Μελαγχολία στο ταβάνι

στις πιο λεπτές ρωγμές

Μελαγχολία - πυκνή ομίχλη...



2.


Παίξε, ρίγισε βιολί

Τις αισθήσεις να κομματιάσεις
μη φοβάσαι

Έχουν διαμελιστεί από καιρό

Θρήνησε στα συντρίμμια τους,

γέλα σαρκαστικά.

Παίξε,

ρίγισε,
παίξε βιολί,

κι ας δυναμώνει ο πόνος
κι η καρδιά,

ας πνίγεται στους ρυθμούς σου

Μ' απόγνωση
χτυπώντας το στήθος...

...Παίξε!


(συνέχεια σε επόμενη ανάρτηση)

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2009

Να, η Λόλα!

















ΑNGEL

(Το σχόλιο της άγνωστης φίλης)

Ο Μίμης .. ο χάρακας
Η Έλλη .. η κούκλα
Η Λόλα .. το μήλο
η Γιαγιά .. τα ψάρια
η Μαμά ..η εκκλησία
ο Mπαμπάς .. η εφημερίδα

Με όρισαν
Με προσδιόρισαν
Με φέραν ως εδώ
Στο βυθό που
μοναχοί θα πλανηθούμε
Στο βυθό εδώ κάτω

που αλλάζουν όλα με ορμή
Και οι πόλεις και η θάλασσα
Και οι έρημοι σταθμοί
Που περάσαμε
Που προσπεράσαμε
Που νυχτώσαμε
Που ματώσαμε

Σβήνουν τα βήματα
στη σκάλα Κανείς …
Θα πλανηθΟΥΜΕ μοναχοί
Ελπίζοντας σ΄ αυτόν τον ... πληθυντικό
Να γαντζωθούμε

Να αναιρέσουμε
την κατάληξη των ναυαγίων στο βυθό
Μη με ρωτήσεις
για τ όνομα της το μικρό
Μπορεί και ..Άννα
Μπορεί και ..Λόλα
Μπορεί αν φωνάξεις να γυρίσω ν΄ απαντήσω
Πριν στη βουή του κόσμου χαθώ …
Να να να Να να να να να Να ......


ΠΑΤΕΡΑΚΗ ΛΙΤΣΑ

Παίζουν τα παιδιά
Ανάμεσα στα χρώματα
μιλούν με πεταλούδες
Κρατούν το μπλε
των ονείρων
για νανούρισμα
Παιδί κι εγώ
κατεβαίνω
στις νύχτες
Τα βρώμικα σκαλοπάτια
μου δείχνουν λυγμό

Παίζουν τα παιδιά
Σκάβουν παγίδες
για τα παιδιά
με το φιλί της μάνας
στα γερά κορμιά τους
Σπασμένο παιδί εγώ
βλέπω τα κούτσουρα
στ' αποτυπώματα
των θρανίων μας
Μέσα απ' το παράθυρο -
κατασκευή παρελθόν
Και κατεβαίνω οργή
τα βράδυα
σε ραγισμένα πρόσωπα

Σπλάχνα ροδόχρωμα
τα παιδιά στις φωτογραφίες
σχολικών βιβλίων
Ο Μίμης, Η Άννα
Πλεξούδες όνειρα
όταν η γιαγιά...
τηγανίζει ψάρια

Ανεπιθύμητο σπλάχνο εγώ
κατέβαινα στην κόλαση
με το δάγκωμα της αράχνης
στα χείλη μου
Να, η Λόλα!...
Σπασμένη ζωή
η Λόλα...
Λου και Οοο - Λο
Λου και ΑΑΑ - Λα
Λόλα...

Τη βρήκα
στο τελευταίο σκαλοπάτι...
όταν κατέβαινα στις νύχτες
Είχε πατήσει ένα όνειρο
Είχε γεμίσει το πέλμα της
αγκάθια και πονούσε
Είχα φυλάξει αράχνες
μέσα στη χούφτα μου
Αυτές που διάβασα
με τ' όνομα του θανάτου

Πάντα τα βράδια
ανακαλύπτω
την πρώτη γραφή
απ' το παλίμψηστο εγώ μου
Κι εκεί φωνάζω
Λόλα!

Όταν τα παιδιά
κυνηγούν νεράιδες,
με χρώματα αρμενίζουν
Εγώ, νυχτερινούς βυθούς






(Οι φωτογραφίες μου...)

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Κυάνωση νύχτας


Σςς… Μη μιλάς
Κοίτα!...
Μετάθεση ονείρου
σε δρόμους πολυσύχναστους
βροχής
Κατάρα των πουλιών
Κι ανάθεμα νόμιμων αγροίκων
Σιγή ιχθύος
μ’ αγρύπνια
σε μια νύχτα κυάνωσης
απ’ τα πάθη μου
Σταματώ σε διόδια
υπογείων οδών
Μ’ ένα φιλί να πληρώσω
το κόστος της πορείας μου
Με δυο φιλιά
να παραπέμψω στον άγιο εαυτό
Πορεύομαι,
κυβευτής της επόμενης μέρας,
μέσα σε καθρέφτες
που αντάμωσαν βλέμματα
απείρου κάλλους
κι άπειρης ντροπής συνάμα
Για να ΄μαι σήμερα εδώ
και να αυτοκτονώ
την ψυχή μου
Πόσο ν’ αντέξεις τ’ αστέρια
Πόσο ν’ αντέξεις
τα δάκρυα τ’ ουρανού
Πόσο ν’ αντέξεις παράνομος
ανάμεσα στα δεικτικά τους δάχτυλα;
Πού να πάμε ψυχή μου;…
Μόνο εδώ,
στις υπόγειες οδούς
που διανοίξαμε
με το καρδιοχτύπι μας…
…Εκείνο το βράδυ –
Θυμάσαι;
που μας έλουσε η βροχή

Μπροστά στον καθρέφτη
Θα φωνάξω το όνομά μου
Για πρώτη φορά να μ’ αντικρύσω
Κι ύστερα να μείνω ανάμνηση
στης ιστορίας του το μεγαλείο
Μαζί να κοχλάζει το πάθος μου


Η φωτογραφία μου ανήκει

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

ΜΗΝΥΜΑΤΑ



Μέσα στο τρίγωνο των μηνυμάτων
και στων συχνοτήτων τη διασπορά,
ξεδιπλώθηκα γρήγορα
κι έλαμψα
ένα μυώδες σώμα,
κι έκαψα
ένα στρυφνό αγκομαχητό
και διέσυρα μια διαστροφή
των κυμάτων
και πλατάγισα
στο ιδρωμένο σου κορμί
αφρίζοντας τη ναρκωμένη σου ύπαρξη
σ’ ένα γλαφυρό χάραμα
μοναχικών χορευτών.
Κι επειδή τα μάτια σου
στάζουν βροχή,
αγαπιέμαι μαζί σου
και ξαπλώνω γυμνή
σ’ ένα χωράφι
σπαρμένο μ’ αγκάθια.
Γι’ αυτό, πορέψου δίπλα μου.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

Πλεονεξία


Για να μείνω με λεηλάτησες
Από τότε
δεν έχω δάκρυ
Εξατμίστηκα!...

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

Το άδικο εγώ

Ησυχία δεν έχω
Γατζώνομαι
έξω από της επικράτειας
τα πλάτη και τα μήκη
Εκεί
στη ρέμβη με χλευάζω
"Πού πας ανθρωπάκι
με βήμα γοργό;"
Ένας καίσαρας
πάντα
δυνάστευε την καρδιά μου
Δρυμός η ζωή μου
κάποιος έδρεπε
συνέχεια τα ονείρατά μου
Φλεγμονές
είμαι
με δρομικές παραισθήσεις,
ιδρωμένους ρυθμούς
Γι' αυτό
άλλαξα ισχνά
τη χαρτογράφησή μου
να κομίζω άρτους
στα όνειρα άλλων
Κι εγώ να με ρεμβάζω
χλευάζοντας την αδυναμία μου
να ταίσω εμένα
στους γοργούς ρυθμούς
των χρονικών περιθωρίων μου
που όλο στενεύουν
Έτσι,
κρεμιέμαι στους αιθέρες
μυρμήγκι το περίβλημά μου
και τινάζω λέξεις
κατ' εμού
σαν με σφεντόνα
να εκτοξεύω πέτρες
στον άδικο θεό

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

Η ΔΙΑΘΗΚΗ

Τ. ΣΕΒΤΣΕΝΚΟ (Ουκρανός ποιητής)



Ποιητική απόδοση Λ. Γ. ΠΑΤΕΡΑΚΗ


Όταν πεθάνω σκάψτε τον τάφο μου
στης στέπας τη χωμάτινη ποδιά,
στης πατρικής μου γης την αγκαλιά.
Για να γροικώ από ΄κει δα, τ΄ απέραντα χωράφια,
το Δνείπερο, τους λόφους
Να ακούω ν’ αντρειεύεται το θεριακό ποτάμι

Κι όταν το αίμα του εχθρού
από την Ουκρανία
θα παρασύρει ο ποταμός
μ’ ανείπωτη μανία,
βουνά και κάμπους κι όλα τους
θα τα παραμερίσω,
να πάω πέρα στο Θεό
να του μιλήσω
να του προσευχηθώ.
Ως τότε, εγώ, τον αγνοώ.

Θάψτε με κι ορθώστε τα κορμιά
και σπάστε της σκλαβιάς τις αλυσίδες
Λίπασμα, το μαύρο αίμα των εχθρών,
μ’ αυτό τη Λευτεριά ποτίστε!

Και μην απολησμονήσετε
στη νέα λεύτερη φωλιά
για μένα μια γωνιά.
Κι, απλά, όπως γνωρίζετε, ψιθυριστά,
να με μνημονεύετε!

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

Στην ταχυδρομική θυρίδα

Έβαλαν μέσα
ένα μάτσο κόκκαλα
από τύπους γερασμένων ανακαλύψεων
Κι επειδή σκάλισαν, ένα απόγευμα,
γύρω απ' το μαυσωλείο των ανήλικων αισθημάτων,
και νόμισαν ότι ανέβρυσε κλάμμα
προϊστορικού παιδιού,
έβαλαν μέσα ένα τρενάκι αυτοκινούμενο.
Ύστερα,
τύπωσαν στον παγκόσμιο χάρτη την πυγμή τους
κι αφάνισαν ολόκληρους οικισμούς.
Τότε σκέφτηκαν
να μας στείλουν υποστηλώματα
για τους προκατασκευασμένους ανδριάντες τους
έξω απ' το ταχυδρομείο της πόλης.
Όμως ξέχασαν να βάλουν μέσα τα λεπίδια τους
κι αγροίκος όπως είμαι
πέταξα το κλειδάκι της ταχυδρομικής θυρίδας
στον υπόνομο,
έσκισα τη ζαρωμένη φάτσα μου
που, έχασκε μέσα στο πλήθος αναλόγων προϊόντων
και...
Τότε εκείνοι
πέταξαν μέσα τους τυμβορύχους
διπλωμένους στα δυο -
για να είναι πιο παραγωγικοί.
Όμως δεν έκαναν
τις σωστές προβλέψεις για τον καιρό
Και πέστε μου,
τώρα εγώ σε ποιον απευθύνομαι;