Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Δημιουργίες φίλων


Κείμενο από το blog της φίλης: ANGEL

http://thesocalledfactofrevelation.blogspot.com





"...διάφανος είπες έγινες κι εγώ ακόμα τοίχος..."



Αλλόφρονας Ιούλιος
"Ο Γενέθλιος μήνας μου στα θολερά λιοπύρια του Καρκίνου μ' έναν απρόσμενον ίσκιο που αναβλύζει δονούμενος από φευγαλέα φρονήματα κληματαριάς -τί άρια ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση... Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα λουσμένο μουσείο που΄χει να δείξει σωζόμενες αστραπές τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία." N.Καρούζος


"... Κι όταν θα ‘ρθεις στις ώρες τις ενδιάμεσες των χαμηλωμένων ήχων θα είμαι εδώ στο χώρο των ιστών τον αβέβαιο, στον τόπο τον ρευστό τον μεταβαλλόμενο, τον απροσπέλαστο να ορίζω σκέψεις με τις λέξεις των δανείων και της κληρονομιάς απ τις συνάξεις των αμφιθεάτρων και των πεζοδρομίων. Αλλά το εδώ και το μετά, το πριν και το τώρα στο χρόνο μου τον στείρο τον πεπερασμένο τον ανταγωνιστή δεν είναι η μνήμη, ούτε κι η λήθη καν στα μονοπάτια αυτά.. Εδώ, στον πυρετό της μόνωσης και της απομόνωσης, της γοητείας και των γοητευμένων, σαν την Πυθία αναμασάω το κουκούτσι της κάθε στιγμής. Το στριμώχνω στα δόντια τη γλώσσα πληγώνοντας, να ρουφήξω της ζωής το μεδούλι το αλμυρό, τις στάλες της κρυμμένης ζωής της ανύποπτης. Γεύση της θάλασσας και της σκουριάς και πίσσα των ακτών στα βήματα. Και μνήμη των καλοκαιριών και των ανέμων των βράχων και της άμμου στα μάτια και στα δόντια ανάμεσα που τρίζουν. Και γύρω, σε δερβίσικο χορό, σε περιδίνηση και παραζάλη οι θεατές που φθόγγους αλαλάζουν γλώσσας περίεργης υποτελούς και μυστικής. Φθόγγοι βαριοί στ αυτιά και ξένοι ήχοι και δύσκολοι να τους αναπαράγεις στο μυαλό, να τους χωρέσεις στον ουρανίσκο, να τους στρογγυλέψεις με τη γλώσσα. Κι εγώ εδώ. Αμήχανα εδώ. Με χρώματα παραλλαγής και χαμένους φθόγγους -τους πολύτιμους φθόγγους μου, ορίζω σημεία καμπής και διαμάχης του πνεύματος και των αρμών και του αρώματος από νυχτέρια μυστικά κι ανάδελφα και υγρασίες και προδοσίες και πληγές και όλα όσα στο δέρμα το εντός φορώ και με φέρουν και με άγουν στα δικά μου νυχτέρια.. Στα δικά μου χαλάσματα, στα ταμεία της νύχτας με στάχτη και σποδό, στους θρήνους τους αθέατους, στα δόντια τα σφιγμένα. Σπονδή σε 'αξιοπρέπεια' γραφείων και υπηρεσιών και διαπάλης του δήθεν και του δέοντος ...
...Τα λόγια, και οι φθόγγοι σου από το πέρασμα και τη μορφή του ανέμου σου, του υπέργειου και του υπόγειου βουητού σου κι από την αντανάκλαση των λόγων της απορίας σου, της πληγωμένης και της παράφορης απορίας σου, της προδοσίας των μελών που κάθε σπιθαμή χαρτογράφησες και έραψες ρούχο να φοράς σε σχόλες και νυχτέρια. Και περιστρέφεσαι ο απαρηγόρητος εσύ, του άδειου χώρου του εντός της μοναξιάς και της μοναχικότητας της εν τω βάθει και της επί πολλοίς. Και δάνεια, δάνεια, δάνεια αναφοράς, μα, εδώ σπαράζει το φρέσκο αίμα και τρέχοντες παλμοί. Και ποια λοιπόν είναι η θέση και ποια η παράθεση; Και που η στίξη και που η αντίστιξη; Κι ο λόγος κι η γραφή πυροτεχνήματα εσωτερικής καύσης κι εσωτερικής θέασης παρά ακρόασης είς επήκοον όλων. Και η κατάθεση του μόχθου και του κόπου και οι υποθήκες από δάνειο ζωής και η παράθεση του λόγου, διαλόγου αφορμή κι αιτία. Κι απ το παράθυρο τ ανοιχτό στην ελευθερία της έκφρασης και της φράσης, της αντίστιξης και της απόστασης και της προσέγγισης και της αναμονής. Κι ο Λόγος – πάντα ο λόγος! Προσωπικός κι ιδιαίτερος με όψεις πολλές και πλευρές και κόψεις και με πρόσωπα πολλά, να σταθεί αντιστέκεται χωρίς προσωπεία. Κι η Αλήθεια, προσωπικά απόλυτη, καθολικά σχετική, ακρόαση κι αποδοχή γυρεύει και σεβασμό κι ενόραση και έμπνευση, ν αγγίξεις το κουκούτσι και το κέλυφος της γύμνιας της και της τιμής της. Της απόλυτης. Σ΄ όποια μορφή, σ΄ όποια εκφορά, σε μέτρο ή σε πάθος, όταν αγγίζει τον τύπο ήλων που ξέρεις τα σημάδια και τους κώδικες τους προφανείς και τους αφανείς και τους συγκαλυμμένους, το νόημα ν αξιωθεί σε χέρια απαλά με στοχασμό ν ακουμπήσει. Κι εγώ Εδώ, αλλά Αλλού. Εκεί που υποθέτεις, ακουμπισμένη και σαστισμένη σε κάποια κύματα απορίας βυθών και χρόνων παρελθόντων και μελλούμενων και ματωμένων.. Και το σκληρό και το τραχύ και το γωνιώδες σαν σχήματα, σαν όγκοι και σαν αναμονές, μακριά τα νύχτωσα και τρέχω. Και τρέχω ασθμαίνοντας υποκατάστατα να βρω, γιατί το ξέρω .. οι σπίθες άναψαν και κατευθύνονται στο μέλλον το εγγύς, δαυλοί και φλόγες και πυρσοί στα χέρια των στρατιών των επαιτών των παραφρονημένων αγνοούντων και των δικών μου των ονείρων και των δικών σου αναφορών .. Είμαστε Εδώ .. θεατές και εισπράκτορες της ίδιας Αλήθειας, έστω κι αν την καλούμε μ άλλο όνομα, αυτή καταλαβαίνει κι απαντά κοιτάζοντας τα μάτια μας και τα σκοτάδια μας πως λάμπουν στο δικό της νεύμα … Και να σ ακούσω θέλω πια κι εγώ σαν άνεμος σιωπής και αντανάκλασή σου. Ν’ ακούσω τους φθόγγους ν’ αρθρώνεις τους δικούς σου με Κεφαλαίο γράμμα στην αρχή και μια τελεία στο τέλος, δίχως παύλα. Και προπαντός χωρίς παρενθέσεις και εισαγωγικά. Και συ να θες να τις λέξεις μου ν ακούσεις, ν ακούσεις προσευχές και ικεσίες και μύχια αποκόμματα ν αναρτήσω πίσω απ το πέπλο και πίσω απ τον καπνό τον επιδέξιο που θολώνει το τζάμι, θολώνει το κάτοπτρο του κρυμμένου πυρήνα και των λογισμών. Κι εγώ σαν θα έρθω στην κουρτίνα πίσω και στο ντιβάνι της αποκάλυψης και της παράθεσης των ονείρων, που μπαίνουν βαθιά στο μεδούλι της μέρας μου, θ ακούσω τη φωνή , την άγνωστη, τη στριγκιά, την τρυφερή και την πονεμένη:
"..Aγαπημένη, αγαπημένη μου, φέρε πίσω τους προσδιορισμούς και τις ώρες μου. Τις μέρες, τις πανσέληνες απάτες σου, τις αυταπάτες σου και τα κρατήματα στις κόχες των ορίων μου, και τις ανατροπές και τις υπερβάσεις και τις καινούργιες διαδρομές τις γέφυρες και τα υποστυλώματα και τα καινούργια μονοπάτια της γεωγραφίας ..". Κι εδώ η φωνή θα κόβεται, θα σπάει σε κομμάτια ψιθύρων και συ θα ξέρεις, θα το ξέρεις καλά πια κι εγώ θα κοιτάω αλλού αδιάφορα με πόνο και πείσμα και πόνο και πόνο. Και συ θεατής στην πλατεία θα γνωρίζεις -νομίζεις- την τραγική ειρωνεία αγνοώντας του δράματος το νόημα. Και πάλι θα ακουστεί η φωνή :"..πατέρα εσύ ..πάρε. Στα χέρια πάρε.. στα χέρια δώσε τα δικά μου το ρόλο πίσω, που ερήμην άλλαξες και θέση τη θέση σου πήρα εγώ παιδί μικρό και σ έχω παιδί και πόνο κι αγκάθι και ανταγωνιστή στην αγκαλιά της μάνας της κοινής και της αιχμής του δόρατος. Του χωραφιού και της πεδιάδας της ηλιόλουστης και της βροχής και της σποράς και της ταφής, πεδίο της μάχης και του ανταγωνισμού, πεδίο και χώρος επιβολής και πόνος δικός μου και πόνος και πόνος και κάρβουνο της μηχανής μου και καύσιμο και άλλοθι και ανάγκη στην αγκαλιά της δικής μου αγαπημένης, που χάνεται και ξεμακραίνει και χάνομαι μονολογώντας: ποτέ πια, ποτέ πια, ποτέ πια!..". Και συ κουρτίνα, πέσε και άπλωσε σάβανο διάφανο στο κρεβάτι του Προκρούστη μου, που δεν έφτανα, που περίσσεψα, που δε χώρεσα και πήρα ακρωτηριασμένα τα μέλη μου πίσω, βωμό στη θυσία, σαν χέρι πιστό του Αβραάμ και σαν Ισαάκ πειθήνιος κι αγαπημένος ταυτόχρονα’ ... "