Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2017

αθώα ένοχος


































εγκεφαλική βολή στο σούρουπο του πεπρωμένου. το ανεξήγητο παρόν στο ανυποψίαστο της φυγής. στο στερνό στέρνο του ορειβάτη που παλάβωσε από χιόνι. αλάδωτα τα μέλη των χωρισμών και γδέρνουν τους καιρούς μου. κι οι μουντοί περιορισμοί μαύρο της καταιγίδας. καταιγισμοί κριτών τα ανιχνευτικά μάτια. κι οι εξωγήινοι ψίθυροι πέφτουν στο χάσμα των χτύπων μου. περάτωση κι η σήψη στο τελευταίο κομμάτι του σπασμένου ποτηριού. πίνω τα χείλη μου και παραμένω αθώα ένοχος μ' ένα εικαστικό φορτίο.

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2017

στους συρμούς του απείρου


































θυμάσαι που έπεσες απ' το άπειρο; απ' την τρικυμία στα χείλη που σκόνταψες στον τρόπο -;- απ' τον ορίζοντα του γιαλού που έγραψες με το δάχτυλο σε έν' άστρο κι έπεσες -;- να σου πω..: στην τρικλοποδιά που μου ΄βαλα και έσπασα στη γη, το άπειρο θροΐζει ακόμη στη δίνη μου. μύρια κατάγματα και άλλα τόσα κι όλο γυρεύω το κοίταγμα των αμπελιών με τη χαλύβδινη πυγμή των σπόρων. κι ενώ η φωνή μου ξεκινά από τα δάχτυλα - διπλά πέντε οράματα στ' ανυψωμένα ιδανικά μου, οι αξίες στο έπακρο, και τα κάτοπτρα θολά - γυρνώ χαμένος στους συρμούς των βλεφάρων σου από τότε. στην παρεκτροπή μου, με τα επίγεια νεύρα μου μετράω τελείες στο χώμα που πατώ. πολλές φορές, καταπίνω νέφη και παίζω με κεραυνούς, να νιώθω την πορεία της καταγωγής μας. κάποιες άλλες, παλεύω με στοιχειά να νιώθω τη συντέλεια στη φωλιά του Κρόνου, κι έξω απ' αυτή να μας ζωγραφίζω με φτερά. στα λεπτά των σιωπών, που οι εντατικές τρυπάνε τ' αυτιά μου, παίζω με τα ελάφια στον κήπο της θεάς, κι ύστερα παγώνω. στις εποχές των παγετώνων, θυμάσαι -;- άυλες φτέρες αγκαλιάζαμε τις επόμενες καταχνιές και πονούσαμε. πονούσες -;- στερέωνα το απόλυτο στην κινούμενη κορυφή του βουνού ν' ανεμίζει το φως μας και γελούσαμε μετά. τώρα οι ραφές του προσώπου μου μοιάζουν στις γραμμές της παλάμης μου. είναι ίδιες. άλλα σκισίματα τ' άφησα ανοιχτά -ας μπαινοβγαίνουν οι ύαινες να ζουν το θάνατό μου -. τι αξία έχει ο θάνατος αν φοβάσαι τα σαρκοβόρα σου -;- θυμάμαι κάποτε πως στάζουν τα μάτια βροχές και τότε αισθάνομαι την οσμή των ωκεανών σου. η θέλησή μας είναι που γκρέμισε τη φωλιά του κούκου. η θέλησή μας γι' αναπνοή. κι εδώ, που ο τόπος μαντρώνει με σύνορα, σπάω και το μυαλό μου. τι να το κάνω το είδωλο πάνω σε μια μια συνοριακή γραμμή, όταν το πράσινο έχει ξεσκίσει τα όρια -;- με θυμάσαι που τα τύμπανα ηχούν-;-

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2017

κίτρινοι τοίχοι

η φωτογραφία ανήκει στη Νικολέτα Γερολιμίνη
κανένας στίχος δεν κράτησε κανέναν μαστό. / το μυστικό μου θηλιά στον τοίχο μου / στο μάτι μου ο καπνός, το γέρικο σπλάχνο του θωρηκτού μου ονείρου / το αποδεικτικό ξερόκλαδο του πνιγμού μου / στο σούρουπο "σβήνω" της αυγής που μ' απέφυγε / όπως το φιλί ο τρομαγμένος με τις αλυσίδες στα πόδια. / Κανένας Ιούδας ποτέ δεν αυτοκτόνησε / μόνο κιτρινίζουν και κιτρινίζουν τα χέρια μου. / κι ας απέφυγα το δείπνο / μαχαιρώθηκα με τη γνώση του επόμενου λεπτού στις επίγειές μου συναναστροφές - τα έντομα λεηλατούν θανατηφόρα -/ και σε καμιά γραφή δεν χαράχτηκε η αλήθεια: / πως ο προδότης, να μας πουν / ποτέ δεν αυτοκτόνησε / μόνο γεννούσε και γεννούσε ασύστολα τη συνήθεια μαχαίρι στο στήθος, κρυφά τα βράδια θολά.


τένοντας σπαρμένος


































μύριες φορές σημάδεψα το θεό μου με τη λησμονιά του θρύλου μου. κάποτε τρυπωνόμουν στα στερνά αντίο της σάρκας μου μέσα σε ραφές βλεμμάτων ανυποψίαστων δειλινών και με γονάτιζα με απορίες ανάστασης. κάποτε σύχναζα σε στύσεις μυαλών βράδια στο άπειρο. μετά έτρεμα να σωθώ τον πανικό μου μέσα στην απόρθητη φωνή του όλου μου. κάποτε ναυαγούσα στην Άνοιξη του τρίτου τοκετού ενός μετώπου φωτιάς. τότε, έκραζα κουκουβάγια στο δέντρο το γέρικο των καιρών της θύελλας. δίχως φώτα συνήθιζα ν' ακολουθώ πυροφάνια, μέχρι που κουτσός ανακάλυψα την πηγή της απορίας: "Ζει ο Αλεξάνδρος -;-". από τότε, κολυμπώ μονάχα διαιωνίζοντας την απάντηση στο χάος των υδάτων. από τότε, τα ύδατα σταμάτησαν να με καλύπτουν. ξεβράζομαι ένα δάχτυλο με τένοντα σπαρμένο σε άμμο απάτητη. μόνο η αύρα γνωρίζει την κυριαρχία της δίψας μου και το μαρτύριο της οδοιπόρου αναπνοής μου. κουκίδες τα σωθικά των λεπτών μου στις επικλήσεις των μελών μου. από τότε θρυμματίζομαι ανιστόρητος σε θαλασσινές αμαρτίες.

θυμήσου το ταξίδι




























σσσσσ -!- αν δεν ακούς..: τελειώνει ο κόσμος στο πλάνο των ματιών μας. στα χέρια μας έχουν από καιρό εξαντληθεί τα δάκρυα. προλαβαίνουμε να σπάσουμε τα κουμπιά μας να μιλήσουμε με αναπνοές. αν με δεις να πηγαίνω, μπορείς να θυμηθείς το αίμα του αγριμιού - κράτησέ το στα χείλη σου, να ΄ναι οι φωνές μου στους γκρεμούς μου "Παρόν" στο άβατό Σου που μούσκεψα. μόνο να θυμηθείς - θα δεις απ' το τέλος τον ερχομό μου στα σκαψίματα των ωκεανών Σου.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

μα κάθε φορά


































ισορροπιστής σε χρόνο απόντα στο αχανές μιας φωτιάς. νεκρός και ζωντανός, σαν κύμα που πρόκειται να συμβεί και σαν κύμα που συμβαίνει ανάμεσα σε Ήλιο και Σελήνη. την κατάλληλη εποχή, τον κατάλληλο χρόνο στο τικ του ρολογιού ποιος είναι ο θάνατος και ποια η ζωή -;- ποιο Φως χύμα στο χύμα του απέραντου -;- απόψε με πίνω στο σκοτεινό μου υπόβαθρο σπαραχτικών σκοπών, έξω απ' τα ρήγματα των διπόλων. χρειάζεται μια σκόνη στα μάτια να μιλήσεις κενός. ίσως μια ψευδαίσθηση που έφτιαξα να υποχωρεί το τέλος μου. το απέναντί μου - ο Λυκαβηττός στις καμπύλες του τρία, να γεμίζει το οδοιπορικό κάτι πλήρες σπαραγμών. έτσι φυσούν τα κενά με καλάμι τους ήχους των μαρτύρων, που επιστρέφουν ψαρεύοντας άστρα στο απόλυτο σκοτάδι κάτω απ' τη σκόνη των τσίγκων με τις σημαίες και τα παράσημα. κι ας μη βρέχει, μας φέρνει η βροχή.

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2017

δυτικές σιωπές






















όσο ανεβαίναμε επίπεδα, σκαρφαλώναμε τις σιωπές μας στα αποσιωπητικά της συνέχειας, με τις διαχρονικές παρεκκλίσεις μας στους χειμωνιάτικους σταθμούς. / ίσως αν άγγιζες μια ανεμώνη, να θυμόσουν την αρχή, και να μιλούσα με τα κρυμμένα σου στα νεφελώματα του νήματός σου. / κι όσο ανεβαίνουμε επίπεδα, σε παράλληλα επίπεδα, αιμορραγούν οι ανάσες μας, που δεν μπόρεσες να παραδεχτείς ότι το νεύμα μου είναι το γέμισμα του νωπού δειλινού με δίχως εποχές και χώματα, κι ο παραλλαγμένος καιρός που έπαψε να τρέχει χαμηλά- η μαύρη λάσπη, που κρατάει άδεια τα μάτια των πειρατών. κι εκεί, γεννάται πόνος και καταφύγιο - με τις σειρήνες μερόνυχτα -. κι όσο μαγεύω τη μαγεία μου μιλώ με τη δύση.. να της πω..: "τι όμορφα που λιώνεις τη βροχή στα όστρακα των φτερών σου..!" ένα πουλί, άγριο πουλί, ακροβατεί στον οίστρο μου και είσαι. ..μα, είσαι εδώ -;- σιώπησε το κάστρο μου και τρομάζω.