Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

άτιτλο




Ξεχάστηκεν ο τάφος αδειανός κι / έμεινε η μνήμη αγέρωχη να / θρυμματίζει ουρλιαχτά δειλινών / Να με διπλώνουν στα δυο/ από πόνους αβάσταγους / την ώρα που έπαιρνε να σκοτεινιάζει / γεμάτος άδολη κραυγή / σιγής προσωπικής κι / αμαρτία αναμάρτητη να/ ταχυπαλμούν οι αίσθητες αιώνων, όμως / άγουρες σαν πρώτο φιλί. / Άκου πως τρέχει το βιολί στη σάρκα της ψυχής -!- / Εγώ δε μιλώ. Εκφυσώ δύσεις που δεν έθαψα - ξετύλιγμα χρωμάτων που / τότε μ' αυτοκτόνησαν και / τώρα μ' εμπλουτίζουν μύθους λατρείας στο / γκρέμισμα των κρατούντων εξαντλητικών αποκαλύψεων. Αμετανόητος Ιππότης του Απείρου. Άκου και πρόσταξε Ανάσταση -!- Οι νεκροί δεν πενθούν -!- Κάνουν σινιάλα στους φάρους των συνειδήσεων και προ(σ)καλούν..

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

μυστική Στιγμή




Έσκιζα τα σάλια
σε πυρωμένα χείλη,
του απόλυτου Ένα,
μέσα στη διχοτόμηση
του ανυπόφορου Δύο
με πυρετό καλπάζοντα
στον άγνωστο αριθμό
Ο γύρος του θανάτου
στο μαυρισμένο φόντο
Αιμάτινος θεός
κάρφωσε τα δόρατα –
σφραγίδα.
Τ’ αγρίμια 
λαχανιάζουν δέος.
Ατελεύτητα σάρκινα
τα ποιήματα
των αγαλμάτων.
Έτσι οι διαχρονισμοί,
αν κι απόκοσμοι
κομματιάζουν το επίπεδο
σε τέσσερα αναφιλητά –
να μπορείς να βαδίζεις
το πάτωμα,
να λαξεύεις τοίχους,
και να συνθλίβεσαι
στο ταβάνι -
Προσομοίωση του τοκετού
Στο σύμπαν,
έτσι, ξαφνικά ________

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

....αίμα...


Στάζει Αίμα.
Η επιμονή σου,
να λέγεσαι άνθρωπος
Κι η αναισθησία σου,
εσύ, που επιμένεις να
λέγεσαι άνθρωπος,
στάζει αίμα.
Το απροσδιόριστο εγώ σου -
καμμένη τηγανίτα
στο πιάτο του νηστικού -
Αυθαδιάζεις αυτοαποκαλούμενος
άρχων της φύσης.
Με σπασμένα γόνατα
έρπεις.
Εξαφανίσου από μπροστά μου -!- ____________ Π.Π.

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

μοναδικέ μου -!-



Έρχεται η Ώρα λαχανιάζοντας
Ξυπνούν οι Νεκροί
Θα σε σηκώσουν σκονισμένο
κι έρμαιο της κατοχής σου
Ευθύνες θα σου ζητήσουν
Θα ΄ναι η ώρα
που τα σκυλιά θα γρυλίζουν
Τ' αλόγατα
θα σου συντρίψουν,
καλπάζοντας, το φόβο
Σου πέφτουν οι μάσκες -!-
Εκπαραθυρώνεις τις εντάσεις σου
Τις στάσεις σου πατάς
Ξεδιπλώνεσαι
ξετυλίγοντας μια φέτα ψωμί
Δικιέ μου, μοναδικέ
σου είπα-;-
Εκείνος, που
σκουντούφλησε τη Νύχτα,
κι άναψε σπίρτο
στη βενζίνη του τίποτα
είσαι που μοιάζεις
με το διέξοδό σου
Μια γέννα ακόμα
στο ωραίο σου αύριο
Έλα -!- Μη μασάς -!-

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013

των Άλφα





Γεννήθηκα
με το ασύδοτο του θανάτου -
φορτίο στους ώμους
Και πεθαίνω
καρφωμένη ζωή
στο απερίγραπτο του σταυρού.
Θα φύγω
σπασμένη αλυσίδα
σε στάλα βροχής
για να βιώσω
τον ίλιγγο του καρφιού
στο λύγισμα της πληγής.
Στο στέκι του Άλφα
μοιράζω κεραυνούς -
μοιάζει εξαΰλωση
των συμβάντων.
Οι φυλακές πιάνουν βοριά.
Άκουσα πολύ, κι
επιλέγω γέρας κενού
με την πληρότητα
των νερών. 
Ήδη γνωρίζω
τη συντριβή των γολγοθάδων
στην επέλαση του ανθρώπου,
και της ανάστασης
τη βυθισμένη φυγή.
 

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Κάνε μου τη χάρη -!-

 Αναμένω την ενηλικίωση 
του παραδείσου, 
για να μπουκάρω 
στην κόλασή του.
Σε άλλη απόσταση,
ξεχνιούνται οι χειμώνες -
ακινητοποιημένα φονικά
παραπλανημένων ανοίξεων -
Δε σημαίνω κάτι,
ούτε εξέχουν οι ρυτίδες μου
Κρατώ ηλικίες απόψεων
θανάτους, και
ρόδα.
Να ξεστρώνω νέφη
για της τάξης την αποκτήνωση.
Και το Δύο το λύνω
με μαχαίρι.
Απλό το ξεφάντωμα
της θέλησής μου.
Τότε,
ρέει βρόχινα ο χρόνος
Σκίζω τις πυτζάμες μου 
Ταλαιπωρημένες βάρκες
τα παπούτσια μου
στην εξήγηση των μυστικών
Μόνο με τα παπούτσια
λοιπόν
κοιμάμαι
Διέγραψέ με
απ' τους σημαίνοντες
των ορειβατικών σου -!-
Θα εξυπηρετήσεις, έτσι,
τους ύπνους μου  ________

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

το όμορφο ταξίδι (άντε γεια -!-)


Ανατρέπω τη στασιμότητα
Και φεύγω
Όταν θα βλέπεις τον καπνό μου –
Όλοι καπνίζουν πηγαίνοντας –
Μην ξεχαστείς: Να μου σφυρίξεις..
Με αποθέωσες αποσιωπώντας με
Μα δε βαριέμαι να βαδίζω
Ακόμα και τρεκλίζοντας
Ντουμανιάζω το σύμπαν, που
Μύρισε νωθρότητα
Κι αν θα με ξαναδείς
Γράψε μου να χαρείς -!-
Έτσι, για το φιλότιμο
Που ποτέ σου δεν είχες, και
Ούτε ποτέ σου θ’ αποκτήσεις
Πρόσεχε μόνο το κονάκι σου,
Τα ξέφτια του θρόνου σου, που
Απήγγειλες την επανάστασή σου
Κι αν σου καταπιεί,
Στο καταπίνει αδερφέ,
το γείσο της καρδιάς σου,
η αγία τράπεζα της μιζέριας σου..
Κράτησε τότε, έστω, ένα παράθυρο
Να  καθρεφτίζεσαι στο δείλι
Και να νιώθεις κάτι,
Τέλος πάντων, κι εσύ…