Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

υδάτινα μάτια






















""η βροχή", λέει, "σταματάει νωρίς, όπου πάω εγώ..και θέλω να μη θυμάμαι"
και λέω..: στο σώμα της βροχής, η μνήμη του ουρλιαχτού, ο μετέωρος τσίγκος, ο πόνος όταν εισέρχομαι στον κύκλο του μυαλού μου, το δάχτυλό μου με τις αγκίθες που παραμερίζω τα ουρλιαχτά, το παρόν του νοτιά στα μάτια μου, κι Εσύ πίσω απ' τα μάτια των υδάτων το προηγούμενο βράδυ με το γρατζούνισμα του ήχου στις επιθυμίες μου, στην επιγραφή παρόντος μου με τη βαριά, χειμωνιάτικη, κουρτίνα, κι απόψε η πορεία του λύκου στον αδίσταχτο σπαραγμό κάτω απ' τη χαραμάδα της πόρτας σου, όταν Εσύ νομίζεις πως κοιμάσαι."

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

ευέλικτες χαραυγές



























"Θα μπορούσα να σε πω:"Νέφος μου..-!-" - / Μην απορείς.. μ' έχουν στάξει τα μάτια σου όταν μιλούσαν τ' αμαρτωλά σου "εγώ" στα χαράγματα της πανοπλίας μου και στριφογύριζα λαβωμένο φίδι στην παραπλανητική αποσκευή μου, σαν ξέμπαρκος καιρός που θυμήθηκε άξαφνα τις εμβρυακές του γκριμάτσες - εκείνες των αρχαίων καιρών που ο χρόνος ήταν άοπλος στα σπάργανα και η απολυτότητα στο μηδέν των προεκτάσεών της. /
Οι κατοχές μας διαχρονικές - τις κάναμε να μας μοιάζουν οι Σειρήνες τους. .. Κι όπως ερχόμουν να σε βρω, μέσα στις λατέρνες άκουγα το παράξενο χάλι μου - να τρέχω αιώνια πάνω στα νερά και κάτω απ' τα φώτα και κλείστηκα στα υπόγεια των φυλακών. Μέναμε χαμένοι στη λαχτάρα των αποριών μας και πόσοι καιροσκοπούν με τις δίψες μας..! - κατοχικές δυνάμεις με τ' άρβυλα του τρόμου -. Έτσι άρχισα να πριονίζω τα σιδερικά μου - περίφραξη στη φωνή μου - με τα νύχια, να σκαρφαλώνω στα επίπεδα των υπονόμων μ' ευέλικτες χαραυγές στα πόδια. Θέλω τα νέφη σου στην υγρή μου φωτιά να σμίξει ο κεραυνός μας στο ίσιωμα των πεζοδρομίων να σπάσουν τα πατώματα των απατηλών εαυτών. Να σπάσουμε τα τέλη -!-
..Ακούς -;- Να σπάσουμε τα τέλη -!-" (Προμηθεύς Πυρφόρος)


Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

ματωμένο δέρμα


































Τις ώρες που ξεστρατίζουν τα χέρια μου, να σου πω, τα κρουστά μου "θέλω" ανάβουν διαδρόμους φωτιάς στο έλεος των τοίχων μου. Υποχωρούν, τότε, οι διαστάσεις στην τελειότητά τους και οι μαύρες ρωγμές με καλούν ν' ανιχνεύσω τις σιωπές των αποστάσεών σου - ένα τρένο που προσπέρασε τους σταθμούς και ταξιδεύει μόνο με την ανάμνηση μιας βαλίτσας νέφη / μαύρα της μπόρας /. Δεν έμαθα ακόμη αν με είδες που περνούσα ελαιογραφία τοίχου δίπλα απ' το παράθυρο. Αδυνατούν συνήθως οι άνθρωποι στο πίσω των πραγμάτων. Στο βαγόνι μου έχει μείνει το βράδυ των ρόδων και τρία πανσέληνα φυλαχτά της καρδιάς μου - μια οδός με λάφυρα, η λίθινη φωνή του αγριμιού και το βλέμμα σου καθώς ερχόσουν κι έφευγες δίχως να κλείνεις την πόρτα. Και δεν έμαθα ακόμη. Δεν βλέπω - με γάζες στα μάτια μου κι η αφή μου σ' άπαιχτο έργο κι άπαιχτη ερημιά -. Πίσω οι ήχοι μου τραντάζονται σε σεισμική ακολουθία με το αεί των ελεύσεών μου. Θα με ανιχνεύσεις τυφλό να ματώνω το δέρμα του θανάτου μου. Μη φοβηθείς -!- Προϊστορικό αίμα κυλάει στη θύμηση των πετάλων σου κι ανεστραμμένη πυραμίδα ο όγκος μου γραπωμένος απ' το καρφί των παραπτωμάτων μου. Γι' αυτό ταξιδεύω ακίνητος στην ιστορία του τοίχου μου, με θλίψη σταθμάρχη στη μνήμη καπνού και τσαφ του τρένου που άδειασε τους σταθμούς. Η πόρτα δεν έκλεισε ποτέ. Έρχεσαι ακόμη και ..φτάνεις-;- οι έγκλειστοι κόσμοι μου μ' ελαιογραφούν.

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

αναμμένη Σελήνη









ocean
 Κάθε που έφτανες τις σάρκες μου, οπισθοχωρούσε το χάος μου με πόνο φρικτό και οι απύθμενες ειδήσεις βουτούσαν στον περίπτερο ναό μου, μέχρι που τα μυαλά μου φλέγονταν και βουτούσαν στα υγρά μυστικά σπάζοντας το χρόνο τους . Τότε ξυπνούσε το δωμάτιό μου - μια ανήθικη σκιά από ντουβάρια άδειου - και μ' έκλαιγε για όλες μου τις πτώσεις, να γεμίζω ιδρώτα και λεπτά. Μετά χανόσουν - αέρας που ξεφεύγει από τα σκισμένα μου χέρια και ο αόριστος τόπος μου κάρφωνε τα παράθυρά μου με παραμιλητά κι έναν πνιγμό αναπόφευκτο. Είναι η τρύπα στην καρδιά που παραλύει τα μέλη μου και δεν γνωρίζω. ..Πού είσαι -;- Αναμμένη Σελήνη στο ταβάνι μου αντιγυρίζει το ήχο μου και φτάνω.
Πρέπει να φτάνω πάντα για να ΄χουν έννοια οι καταδύσεις μου στον ερχομό σου.






Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

τα δάχτυλα























όταν μιλάει το αίμα
βρυχώνται οι καιροί
*έτσι καταγράφονται οι ιστορίες της θάλασσας στα μυστικά τα μάτια των βράχων, με το νου της αρμύρας, και παίρνουν υπόσταση τα κύματα - δάχτυλα των νερών - λυκοβατούντα στη σκόνη των ορίων, που σπάνε τα τέρματα.
και σπάσαμε τα τέρματα των συνοριακών σταθμών._

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

απυρόβλητο φιλί


































Χιονίζει φτώχεια, βιτριόλι και τίποτα.
Στους σπασμένους θεούς
χιονίζει σκισμένο το δέρμα των ανθρώπων
Σε σατανική αποσύνθεση ο νους
Στη βάση - ο φόβος
που σάπισε το ανόθευτο
Ανάμεσα στις εικόνες
το πέταγμα αιμορραγεί
κάτω απ' τη γύψινη μάσκα
Στον πάγκο του χειμώνα
μοναξιάαααα -!- - απροκάλυπτα πλέον
βγάζει υστερία στο λεκτικό τ' ουρανού
Στον Λόγο του θανάτου
το στεγνό ορυκτό της αλύσου.
Ντουμάνι η σκλαβιά των κατασκευασμένων θεών.
Στα καταφύγια είμαστε δυο και τρεις σε
παραλήρημα αλκοόλ -
στο μαύρο καπνό ερωτευόμαστε ακόμη -
Κι ακόμη
δεν ντρεπόμαστε να θηλάσουμε
τον αντίχειρα της ανυπακοής
Και μέσα στα λιβανιστήρια
πίνουμε τη θύμηση
στην ευθεία που κοχλάζει πάθος και
ατερμάτιστο βράδυ -
κάτω απ' τη Σελήνη και πιο κάτω
απ' το πέλμα του Πλούτωνα
με το κυανούν της γέφυρας
να επεκτείνει τη γλώσσα
σε φιλί απυρόβλητο
εποχής ποιείν.
*Αγκαλιάζοντας τους νεκρούς μου
σε θέλω πολύ
και χιονίζει μίτους._

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

..μείνε..




















Τόσα δέρματα που όφειλα ν' αδειάσω
δεν μπόρεσα ποτέ μου να λησμονήσω
τις πολιορκίες με τους αλμυρούς σταθμούς.
Χιόνιζε πάντα απέναντι και μέσα μου εσύ
με βαλίτσα αιμορραγούσα παλιών "εγώ".
Τόσα αγρίμια που φυλάκισα στο στήθος μου
η φωνή μου βρυχάται στα εκδοτήριά σου.
Το ράπισμα των φιδιών κι η κρυφή ανάσα
το παράθυρο του βαγονιού που δεν σταμάτησε να κλαίει 

η αρχαία γλώσσα της θαλάσσης
και η νύχτα που τρέμει στ' αξημέρωτα νέα -
εικόνες που σπάνε το βλέμμα μου σε μύρια -
Θα χαζέψεις το χάος μου στο ανάκλιντρο της προσμονής μου-;-
Να μαζέψεις τα κομμάτια μου / πόσα σκοτάδια άβυσσος
να σκαρφαλώσω τα άσματά σου...(;)-!- /
..Δεν ήταν και ήσουν κι εκπνέω ακόμη βουνά.
..Στα εκδοτήρια που ξενυχτήσαμε
κι απέναντι χιονίζει "να μένουμε"
πόσες σάρκες γέρασα με δαγκωμένα χείλη
σε "μαζί μου" καθρέφτες μιας αναμονής
κι ένα σε .. έφυγε το τρένο
κι άδειασαν κι οι σταθμοί._