Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

η ιστορία του καπνού




Μετά τον πρώτο βιασμό, η κατάρρευση των πλήκτρων του
ακορντεόν, έμελλε να γίνει λυχνοστάτης της υπόλοιπης ζωής μου. Έτσι, τη δεύτερη
φορά, δεν υπήρξε συντριβή, αλλά από τότε, έμαθα πώς να κουρδίζω ρολόγια, για να
μνημονεύω τους νεκρούς μου. Η ενήλικη ζωή ∙ ένα φτηνό φέρετρο, ανεξερεύνητο για
τους ζωντανούς ομογενείς, κι ασήκωτο για τους αλλοδαπούς συνταξιδιώτες. Τόσο
πολύ πια, που η διάρρηξη στάθηκε σκοπός ζωής και τα σούσουρα πλείστα και αγενώς φαντασιόπληκτα, όπως γίνεται πάντοτε. Άνθρωποι όλων των φυλών συνέρρεαν αλαφιασμένοι, να
υποστηρίξουν το έργο. Άλλος με κατσαβίδι, άλλος με πριόνι, ό,τι είχε ο καθείς,
κι ό,τι σκαρφιζόταν η μαεστρία τους στις κλοπές. Κατάφεραν, να εξουδετερώσουν τα
σπλάχνα. Δε μπόρεσαν μοναχά να φυλακίσουν τον καπνό. Μ’ όσα στεγανά, άγγιξαν
τον αντίλαλο. Το τρένο ξεφυσούσε αλαφιασμένο. Όλα όφειλαν την αρχή τους σε
χρόνιες διανυκτερεύσεις μου. Ανίατη ασθένεια κι εκ γενετής. Έτσι κατάφερνα
πάντα να προστατεύω την αδελφή  μου, από
τους εφιάλτες της. Όσο οι βλαμμένοι χρόνοι έτρεχαν, έγινα άσσος στις
ακτινογραφίες προσώπων. Έχανα πάντα μόνο στη βροχή. Είναι που τη λάτρεψα νωρίς
σα δάκρυα. Και πνιγόμουν στη θάλασσα, γιατί, θυμάσαι πατέρα που την ήπια
ολόκληρη, και μου πέταξες όλες τις παιδικές μου φωτογραφίες με θαλασσινά νερά;
Από τότε, έκανα σύμμαχό μου το θάνατο, κι αγάπησα τόσο τη ζωή, που μου στέρησε
τη ζωή μου. Μια φυσαρμόνικα, κι ένα ακορντεόν συντετριμμένο, στάθηκε η αφορμή,
για έναν γενναίο επίλογο∙ να σηκώνω δρόμους και δρομάκια και να ξεμένω σε
βρεγμένα κατώφλια τα βράδια..λίγο πριν, λίγο μετά, ποτέ εκεί μέσα.

..κι οι άλλοι, συνεχίζουν την σύληση, να το πάρεις αυτό μαζί σου πατέρα, να
έχεις πάντα παρόν. Η ανεκτικότητά μου, τελικά, έχει σύνορο το σκοτάδι, κι ο άλλος..κρεμιέται στο σύνορο.

(από το υπό έκδοση: «το σκισμένο καλσόν»)

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

του φεγγαριού

ένα καρβέλι μαγκωμένο χρόνια στη μασχάλη μου, για ζόρικους καιρούς,
κάρφωσα στα σύννεφα απόψε - φεγγάρι τ' ουρανού μου,
μη και ξεχάσω πώς φιλούν τα καλοκαίρια στο στόμα,
και πώς παίζουν τα παιδιά τη φυσαρμόνικα,
τις μέρες που θα ΄ρθουν, να θυμάμαι, οι θάλασσες στο νου μας -
/ πλέκω παλτό για το χειμώνα. μη δαγκωθώ
στο συρματόπλεγμα. _  /

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014

ασθενής πόλη



είναι Τράπεζες
είναι Mall
είναι υπουργεία ασθενείας
είναι βουλή των αχρείων
είναι που τα αιδοία σε θέα κοινή υπουργοποιήθηκαν,
κι οι δολοφόνοι κουνούν τα νήματα
είναι τηλεκάναλα
είναι φοροεισπρακτικά καταστήματα
είναι μπουρδέλα
είναι στρατός αστυνομικών
είναι άστυ αστέγων
είναι η Πρωτεύουσα μια λέξη σαπισμένη σε κονιάκ εφτάρι, 
για
εφφέ κάποιων - φτυάρι είναι για τους νεκρούς.

πάμε να δουλέψουμε στο κρεβάτι μας -
ένας ύπνος δικαίου ωφελεί τους απολυμένους
κι όσοι τρελοί, τρελαίνονται κι άλλο..
με τη μύτη του μολυβιού μου κεντράρω στο μάτι σου
σου πετάω το μάτι, κόσμε δειλέ..
είναι που νομίζονται ποιητές,
κι ακόμα αρμενίζουν σαλιαρίζοντας - όλα για το βραβείο των αθλίων.
πίστεψέ το, αφού δε βλέπεις,
είναι αλήθεια..

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

μαύρα μεσάνυχτα



Δίνω σάλτα σε διπλωμένο σύμπαν
τέρμα τα γκάζια των θυμών
Με υγρές φωτογραφίες παιδικής ορχήστρας
και ξεγάνωτα μυαλά κομπάρσων θεών
που πέρασαν το κρίμα ρήμα στο νου τους
σε λύμα χλιμίντρισμα σαθρό
όταν πηδιόταν το αμάρτημα της μητρός μου
σε γαλάζιο τοκετό -
να σε βλέπω να έρχεσαι ραμμένη νύχτα
ψυχιατρεία να τρέχω να κρυφτώ
Σε μυστικό  πειρατικό
να εκτίθεμαι ιεροεξεταζόμενο μυαλό
Να σε περιμένω. Να στέκεσαι
Να σε γυρεύω .Να φεύγεις
Να τρέμεις σινιάλο αστραπής
σε κουνημένη φωτο -
ιλιγγιώδης φυγή, σε μάτι υγρό
Να με καρφώνεις μάτι, σε χρόνο ρεκόρ
Να γκρεμίζονται σε συρμό
αυτόχειρες μονόκεροι
Οι μνήμες να ζωντανεύουν
ξεμαλλιάρες θεές
Να κρεμάω τις θύμησες
στο κέντρο πυρετό
Να δαγκώνω τα θερμόμετρα
Ν’ ανεβαίνουν ομίχλες
θυσιάζοντας κουρέλια λυγμών
Να με ξεδοντιάζουν μαλλιά γανωμένα αύριο
μ’ ένα μόνο τόπι μακό
Ν’ απορώ στην ανάβαση
κι η Δικιά μου να τρέχει
«Πάνω κάτω. Πάνω κάτω η Πατησίων»
ξωπίσω κι εγώ
Πάνω κάτω ξυπόλυτος ίσκιος
σε πιάτσες στριφτό
Να μένω πιάτσα, μ’ ένα δόντι μόνο -
κατάρτι μεσιανό -
Ακόντιο μνήμα  - πέος
θνητό
Να με θέλουν ερπετό
Να με πατάνε μυρμήγκι
Να πέφτω μαύρο
Να γίνομαι πουτάνα, να περνώ αλήτης,
να γκρεμίζομαι -
θυρεός τότε επιστρατευμένων σκιών
Σε θέατρο δρόμου
ν’ ακολουθώ δρόμος
Να θηλάζω σκέτο, να μένω δρόμος -
«πάνω κάτω» μια Πατησίων -
Να λερώνομαι λάδια,
να με κοιμίζω ξυπνώντάς με
Να με καίω κοιμίζοντάς με
Να με ζαλίζω. Ζαλίζομαι.
Όμορφος που ΄ναι ο ύπνος μου,
μέσα έξω,
κι εγώ να θέλω να με ληστέψω,
να περάσω στ’ αμπάρια μου βράδυ,
να χορτάσω ταξίδι βαγονιών
Πέρα και ΄κει σαν τότε..: «Πάνω και κάτω»,
μέσα κι έξω.

(από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή: "το σκισμένο καλσόν" *εκδόσεις: δραπέτης*, αφιερωμένη στην ποιήτρια: Κατερίνα Γώγου)

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

τίποτα

μυρίζει χώμα το παραμύθι σου, κι αυτοκτονεί ο Λύκος στον πρώτο ύπνο.
στην πρώτη μπόρα,οι μύθοι έσταξαν σκουριά, κι η απόδραση ήταν εύκολη.
όταν οι υπνοβάτες τραβήχτηκαν στους δρόμους, άλλη μια πόρνη άπλωσε τους λεκέδες της, για ξεκάρφωμα, να λέει ότι υπάρχει.

τίποτα δε λειτουργεί, κι ο θεός έχει πεθάνει από την πρώτη μέρα της
δημιουργίας του. αλκοολούχος Κυριακή τινάζει πέταλα. όλα ζορίζονται στην
ανυπαρξία τους. εκείνος αστράφτει σιγουριά του Τότε, κι ο διάολος
κενός.
έτσι, μούφα και η συγχώρεση στ' ανισόρροπα τα λεξικά. αδέξιος αρμενίζω στη σκοπιά των τάφων. όλα τάφος._

Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

οχιά διμούτσουνη

... Διμούτσουνες αλήθειες, με δέλτα του
κόκκινου, και μι της μανίας, για προβολή λατρείας. Μα από πότε η
Αλήθεια, γυρίζει σαν τέρας με δυο κεφάλια, κι από πότε η λατρεία
διαφημίζεται σαν πουτάνα σε ξαπλώστρα στην αμμουδιά; Θα μου πεις, στην άτεχνη εποχή μας, που βιάστηκε η Ποίηση, τα πάντα γίνονται.


*κοιτάζεται στον καθρέφτη της. καλό το μακιγιάζ. το πριγκηπικό φόρεμα,
το καλσόν, τα μαλλιά, στην εντέλεια. κρύβει επιμελώς τους πόντους που
ξέφυγαν. το κόκκινο στα χείλη εντυπωσιάζει, η θάλασσα στα μάτια της. η
μαϊμού στο σκαλοπάτι της αναμένει πάντα μια μπανάνα. της πετάει μισή, μ'
ένα δάκρυ δήθεν, αποκρυσταλλωμένο δήθεν, του δήθεν - δηθενιά της
καλλιτεχνίας της. έχει κρύψει τις σφήγκες της στη μύτη της γόβας –
δωδεκάποντη να μοιάζει ψηλή. βαδίζει ρυθμικά. μια ακόμη ξεφωνημένη στο
στερέωμα. αφήνει να σέρνεται πίσω της - σκηνοθετικά - μια φιλοζωική
εταιρεία, κι ένα πέπλο φιλανθρωπίας. βιάζεται. πρέπει να προλάβει να
προσκυνηθεί. ένα δήθεν, κρίμα να πάει χαμένο. βιάζεται πολύ. σκοντάφτει.
πηδιέται. πρέπει να είναι στην ώρα της. η μαϊμού ξύνεται. πηδιέται το
σύμπαν. καταγράφω εγώ. φωτογραφίζω το τέλος μιας γύψινης μέρας. ξέχασα
να πω: τη λένε Άλφα Μι. στο τέλος, στα περιεχόμενα η επιμέλεια, δεν
μπόρεσε να συλλάβει το φωτογράφο. καιροί μαινόμενοι, γι' αυτό ακόμη μας
ξεγελά το καλοκαίρι και..βρέχει χολή. τέτοιοι που είμαστε..!
μια μπανάνα για τους άστεγους υπάρχει;

..κι όποιος είδε, γνωρίζει..όποιος δεν είδε να μάθει, αν θέλει να λέγεται άνθρωπος.


πάντως, να θυμόμαστε. Πάντα κάποιος καταγράφει και φωτογραφίζει.
Αλήθειες μ’ ένα πρόσωπο και οργή. Έτσι, για την Ιστορία, και για της
Τέχνης την Ιστορία, που κρύβεται, όπως σε κατοχή, για να δράσει τη
στιγμή την κατάλληλη.*

το δικό μου συμπέρασμα το έχω βγάλει: αν
δεις ένα δάκρυ αληθινό, είναι από εκείνους που ομολογούν ντόμπρα και
σταράτα. και μόνο απ' αυτούς. εκεί, θα με βρεις, αν θέλεις να με βρεις.


(από το γνωστό πλέον: "το σκισμένο καλσόν" - η φιρμάτη μαιμού, και η
πόρνη με τη μουτσούνα της παρθένας, που το ΄ρίξε στην ποίηση)

Προμηθεύς Πυρφόρος

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

"κλειστό φαρμακείο"

  
*στην Κατερίνα Γώγου,
                     αφιερώνεται*

Αν θέλεις να ξέρεις,
Δεν άγγιξα το χρόνο
Δε γεννήθηκα ποτέ
Αν με συνδέσεις με οδό εθνική
Κι ένα φαρμακείο κλειστό,
Μετά από διαρρήξεις,
Μπορεί να καταλάβεις το βυθό
/μπορεί. Γιατί αδειάζουν εύκολα τα ράφια
Κι οι απατηλές διανυκτερεύσεις,
Συχνά, καθιστούν επιτεύγματα ειδήσεων εκτάκτων./
Ύστερα, δε συγχωνεύτηκα,
ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης,
Μάλλον και καμιάς μορφής εταιρεία –
Αφού πάντα το σύστημα με πέταγε εκτός,
Κι έκλεινε ο υπολογιστής αφύσικα,
Δίχως αποθηκεύσεις,
Και δίχως ποτέ ν’ αξιωθώ δίσκο εξωτερικό.
Κάτι θάλασσες άπλετες, πίσω
Απ’ τα μάτια, που νόμιζες ύφος,
Και στερέωσες αξίωμα υψηφοβίας,
Να δώσεις τροφή στα ιατρεία,
Που πλέον κλείνουν βιαστικά,
Από υπουργεία σχιζοφρενικής μανίας
Κάποτε, μιλώ νεκρός αιώνιος
Με νερά που κοχλάζουν τη φαντασία μου,
Και νομίζω ζωντανός,
Ακουμπώντας ένα σφύριγμα
Δίχως απόκριση
/ όλα στο κενό πλαδαριάζουν
Κι η στύση δίχως νόημα –
Ο γρίφος ξεπέφτει
Χάνει δυναμική
Και διαλύεται στο χάος /
Απορώ για τ’ ασθενοφόρα,
Που, κι αν δηλώνουν απεργία,
Βρίσκουν να πατούν ένα τίποτα
Και συλλαμβάνουν κύματα ενοχής –
Ίσως, αν είχα γεννηθεί
Η ανοχή μου να έκανε ρεκόρ για Γκίνες –
Μα, και η μαλακία έχει όρια,
Και κατάπια τα βιβλία νωρίς,
Μαζί με τα βραβεία τους –

Ποιος θα σχολιάσει έναν
αγέννητο γενειοφόρο
Της οργής -;-
Και ποιος θ’ αντέξει
Να περιμένει ένα φαρμακείο πάντα κλειστό
Σε μιας παλιάς εθνικής οδού
Στο ασύνορο της άβυσσος -;-
Η ευαισθησία έμεινε γράμματα
Και τα παχιά λόγια
Γλιστρούν σα χέλια
Κι αποφεύγουν ράφια διαρρηγμένα.

Κι όμως, αν με ρωτήσεις να σου πω..
Μια τρελή επιμένει ακόμη να βαδίζει
Πέρα και ΄κει. Πάνω και κάτω.
Έπιασε το μήνυμα της νύχτας νωρίς:
Δεν έχουν ήχο οι άνθρωποι,
Και τα σκοινιά, μόνο κρεμάλες στήνουν.
Οι ζωντανοί ασθενούν
Με περιβραχιόνιο δήλωσης υπεύθυνης
Στοιχείων κάποιου θεάτρου σκιών.
Κάπου στο σύμπαν
Φρενάρεις απότομα:
Νοσοκομείο αγριμιών.
Επισκέπτης κι ασθενής.
Μένω εκεί.

Προμηθεύς Πυρφόρος