Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

ΌτΑν ο μίΤος ΞεΤυΛίγΕταΙ..

http://www.vakxikon.gr/content/view/830/832/lang,el/

Στον ποιητικό κόσμο της Ευαγγελίας Πατεράκη (Συνομιλία με την Άτη Σολέρτη)
της Σοφίας Αργυροπούλου (Άτη Σολέρτη)

 
Η Προμηθεύς Πυρφόρος ή, κατά Ά – κοσμόν μας, Πατεράκη Ευαγγελία, ξεδιπλώνει τον κόσμο της…

 
Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ
Ρώτα με-!-
κι αν θέλεις κάπως να με πεις..
Έρωτα κι Επανάσταση
και Προμηθεύ Πυρφόρο
Αυτά έχω ονόματα
Κι άλλα από τούτα
δε θα πω…
Θα φύγω…
Γιατί Εσύ
Εσύ έφυγες πρώτα…
Κι αφού το θες να θυμηθείς…
Θυμήσου με…
 
Έρωτας. Επανάσταση. Προμηθέας – Πυρφόρος : Έτσι μας συστήνεσαι. Κατά πόσο σε αντιπροσωπεύουν αυτές οι έννοιες;

«Η διαθήκη μου», είναι η αυτοβιογραφία μου με ρίμες, και παράλληλα, η συνομιλία μου με όποιον στάθηκε εμπόδιο στο δρόμο μου. Είναι, το μέχρι τώρα μου και πρόβλεψη του υπολοίπου μου καθώς και η ύστατη επιθυμία μου - στάχτη να …περπατήσω τη θάλασσα που λατρεύω. Έρωτας, για μένα είναι μια υπέρτατη Αξία – κινητήριος δύναμη στην εμβάθυνση των όλων, στην ένωση, στη δημιουργία, στην ανέλιξη της ανθρώπινης υπόστασης στο χώρο του Άναρχου Απείρου. Το Πάθος για δημιουργία, ο Πόθος για δόσιμο, η Αγία Παρόρμηση. Έρωτας είναι η Αρχή και η συνέχεια. Έρωτα πες με κι Επανάσταση. Επανάσταση καθημερινή σε ό, τι δικάζει και καταδικάζει σε μιζέρια και υποδούλωση, σε ό, τι περιθωριοποιεί και χλευάζει την ανθρώπινη αξία. Επανάσταση ακόμη και απέναντι στον εαυτό μου, όσες φορές επιχειρήσει να με σκλαβώσει. Κι αν θέλεις κάπως να με πεις: Έρωτα κι Επανάσταση και Προμηθεύ Πυρφόρο. Με σύνεση, προνόηση και επίγνωση, χρέος αισθάνομαι, αφού γεννήθηκα με την τρέλα να αποτυπώνω στο χαρτί ό, τι σκαρφίζομαι, να πυροδοτήσω στους συνανθρώπους μου την ορμή για Αληθινή Ζωή, με την υπενθύμιση και  διατήρηση των Αξιών. Να τους γνωρίσω ό, τι οίδα και ν άρω το φόβο του αδύναμου απέναντι στον ισχυρό, δείχνοντάς του ότι όλοι είμαστε ίσοι.  
 
οι ρίμες μέσα στο χάος...
Έτσι είναι λοιπόν..
Λίγο χώμα στις
άκρες των δαχτύλων
να θυμίζει φιλί και...φεύγω...
Αν ξανάρθω
θα ‘ναι
που θα γυρίσει ο καιρός
θα ξανάρθει Χειμώνας
να δαγκώσω μόνο ένα κάστανο
να θυμηθώ τη φωτιά...
Φυσιγγιοθήκες οι φλέβες μου
το στόμα μου κάνη
Λέω
να πυροβολήσω αύριο
σήμερα
μουδιασμένα άγρυπνες οι αίσθητες
μέσα στην κρίση των οραμάτων
Αν είναι να χτυπήσει το τηλέφωνο
ας είναι η γιορτή...
Μόνο
που ένα ταξίδι αργεί να τελειώσει..
κι εκεί..
απλά ερωτώ...
έχει κύματα απόψε το πέλαγος-;-
 
Έφτιαξα τον κόσμο μου
σ' ένα δωμάτιο μέσα -
δε θέλω καθρέφτες -
μόνο τη μυρωδιά της γης
στη βροχή να έχω
και τίποτ’ άλλο
να σχεδιάσω το νου μου άτρωτο
πάνω απ' τα κομμάτια της καρδιάς μου
 
Κι έτσι είναι λοιπόν...

Ρίμες στο χάος. Θα έλεγες πως είναι ο τίτλος των όσων μας λες, μας γράφεις…;
 
Σ’ ένα χάος ζούμε. Σε μια αλλοτριωμένη κοινωνία, γριά και χαιρέκακη που, αρρωσταίνει τα παιδιά της. Που διαστρέφει ό, τι πιο αγνό και όμορφο προς εξυπηρέτηση σκοτεινών ματαιόδοξων υπανθρώπων που θέλουν να εξουσιάζουν. Φτιάχνω ρίμες που παλεύουν να φωτίσουν την πραγματικότητα μέσα στη χαώδη κοινωνία που αφήσαμε να μας επιβάλουν, από αδυναμία πίστης σε ‘μας. Ρίμες στο χάος, λοιπόν, ν’ ανάψει το Όνειρο ξανά κι η τόλμη στις ψυχές των ανθρώπων.
 
Αποτελεί η ποίηση μέσο για τη μεγάλη ή τη μικρή απόδραση;
 
Η Ποίηση είναι η Ιερή Μήτρα Φωτός. Είναι η Ώθηση για την ανοδική πορεία του ανθρώπου στον Άνθρωπο. Γι’ αυτό, λέω, δεν υπάρχουν ποιητές, μόνο Ιερείς και Ιέρειες, Μύστες και Μυημένοι. Θεωρώ ιεροσυλία να αποκαλέσει κάποιος τον εαυτό του ποιητή.
 
Υπάρχουν ποιητές που σε έχουν επηρρεάσει; Κάποιο κίνημα ή ρεύμα;
 
Δεν είχα και δεν έχω πρότυπα. Μόνο σεβασμό και θαυμασμό αισθάνομαι για ανθρώπους. Κατ’ επέκτασιν, ούτε κίνημα ή ρεύμα με έχει επηρεάσει. Πιστεύω ότι ο καθένας μας, έχει τη γνώση εντός του κι ο καθένας μας είναι μοναδικός. Θεωρώ μεγίστη κατάκτηση να σκύψει ο καθείς μας στη γνώση του και να εξωτερικεύσει τη μοναδικότητά του.
 
Να αναφέρουμε πως διατηρείς και τα εξής blogs : Ριψοκίνδυνες πλεύσεις, Ανάσες καπνού.Είναι η γραφή ριψοκίνδυνη πλεύση; Ανασαίνει καπνούς από σκέψεις κι αισθήματα; Πως την ορίζεις μέσα σου;
 
Ολόκληρη η πορεία μας, επομένως κι η γραφή, είναι μια ριψοκίνδυνη πλεύση. Σχοινοβατούμε ανάμεσα στα δυο άπειρα: Το συν και το πλην. Οι «ανάσες καπνού», είναι μια υπενθύμισή μου ότι κάποτε βρέθηκα να ξεψυχώ σ’ έναν ιστό αράχνης. Για να θυμάμαι ότι δεν πρέπει να επαναλάβω λανθασμένες κινήσεις που είχα κάνει τότε γι’ αυτό και διατηρείται ανοιχτό ακόμη αυτό το blog.
 
Τι σε οδήγησε στο να «κλείσεις» τα άλλα blogs που διατηρείς;

Η κακοήθεια κάποιων…

"Θα πενθώ πάντα -- μ’ ακούς;"
..."Πήγα μέχρι τη σελήνη και μέθυσα πίνοντας γουλιά γουλιά τα χρώματα που ‘χυναν τ’ αστέρια. Ένα παραλήρημα χρωμάτων που σε παίρνει και χάνεσαι πετώντας στο άπειρο. Ελεύθεροι παπαγάλοι συνάντησαν το βλέμμα μου κι έβαλαν τα θεμέλια του δικού μου κόσμου. Εκεί που η λέξη άγριος δεν υπάρχει στα λεξικά. Σ’ εκείνον το δικό μου κόσμο ελεύθερα κι όχι άγρια τα πουλιά φτερουγίζουν ανεξάντλητα στην περιφέρεια του χρόνου. Κάθε που φτάνουν σ’ αυτό το αόρατο σημείο της ένωσης του άπειρου παρελθόντος με το άπειρο μέλλον γεννούν τη φαντασία που καλπάζει σ’ ιπτάμενα ακατέργαστα επίπεδα. Γεννούν τη Μεγάλη Ιδέα της Λύτρωσης, την αετόμορφη κι εκεί όλες οι θάλασσες αναρριγούν.
Εγώ είχα πάντα μια επιτυχία αποθηκευμένη στην καρδιά μου, αφού διάνυσα αιώνες χιλιομετρικές αποστάσεις που δε χωρά ο νους τ’ ανθρώπου, για να φτάσω εδώ. Εδώ που τελειώνει το αύριο κι η φράση: Καλή αντάμωση, έχει πια αποκτήσει τη σωστή της σημασία.
 
Καλή αντάμωση γλυκιά μου, πονεμένη μου μάνα.
Καλή αντάμωση φτωχέ, τυραννισμένε μου πατέρα."...
 
Απόσπασμα από το βιβλίο σου, τον «Δραπέτη». Θέλεις να μας μιλήσεις γι’ αυτό;

Θέλω να μιλήσει το ίδιο το βιβλίο:
 
«Ένας δραπέτης του μαύρου σκότους αναζητά τη λύτρωση. Η άρνηση στο κατεστημένο, η άρνηση στην ισοπέδωση και στη φθορά των χρωμάτων, μια τραγική εμπειρία στα παιδικά του χρόνια, που στάθηκε αιτία για μια σειρά επακόλουθες τραγικές επίσης εμπειρίες, όλα αυτά οδηγούν στην επανάσταση. Οι αλυσίδες που του καταρρακώνουν το σώμα δίνουν δύναμη στην ψυχή του κι ανοίγει φτερά. Τυχαίνει καμιά φορά να βρεθεί σε ομίχλη και να χτυπήσει με δύναμη στο παρμπρίζ κάποιου αυτοκινήτου, ή να ξεγελαστεί και να θαμπώσει απ’ του ήλιου το δυνατό φως και να καεί. Τότε γεννιέται η θυσία κι η επανάσταση βάφεται με δόξα και αίμα.
Δεν υπήρξε ποτέ επανάσταση που να μη βάφτηκε με αίμα.
 
“Χλωμή μου φαντασία, τώρα λειώνω”…»
 
Το μόνο που θα πω εγώ, είναι ότι όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται μέσα στις σελίδες του βιβλίου μου, είναι υπαρκτά και τα γεγονότα πραγματικά. Παράλληλα, συμπληρώνω ότι πριν από το «Δραπέτη» μου, υπάρχει κι έκδοση ποιητικού μου βιβλίου με τίτλο «Ενδιάμεσος Αντίλαλος».

Τι ρόλο έχουν παίξει «οι δραπέτες» στη ζωή σου;
 
Καθοριστικό ρόλο. Μου δίδαξαν ότι υπάρχει κόσμος πίσω από τα φαινόμενα και χρέος έχουμε να τον ανακαλύψουμε. Εκεί πίσω, βρίσκεται η Αλήθεια.
 
Το βιβλίο σου το αφιερώνεις «σ' όσους αντέχουν να δραπετεύουν... σ' όσους αντέχουν ν' αγαπούν...». Γιατί είναι τόσο δύσκολο ή επίπονο, να αντέχουμε;
 
Αντέχω σημαίνει ανεβαίνω επίπεδο. Αντέχω κι άλλο κι άλλο κι άλλο σημαίνει συγκαταλέγομαι πλέον στο «Βιβλίο των Ηρώων» το Μεγάλο. Αντέχω: Υπερβαίνω το μικρό μου εαυτό, κι ανασηκώνομαι από την κόλαση που δημιουργήσαμε, βουλιάζοντας τα πόδια μας στη γη για να νιώθουμε ασφαλείς με την αφέλεια της άγνοιας.
 
Τι ρόλο παίζει ο έρωτας στη ζωή σου;
 
Μέγιστο ρόλο. Από παιδί ένιωσα ότι τη Ζωή ολόκληρη τη συνθέτει ο Έρωτας και τα Μαθηματικά. Είναι ένα κοινό βάθρο της θεμελίωσης των πάντων και του Ενός Όλου.
 
μέσα κι έξω.. / νυχτερινός ερωτικός
 
(…)
Κι εγώ –
Παραβολή της κόλασης
δαιμόνων εκπεσόντων
Κι έτσι έμαθα τον έρωτα
Γυρεύοντας εκτός κι εντός..
Το σπίτι μου
Κι έτσι εκτίμησα
την κόλαση των αιώνων..
 
«Εκτός αγαπάμε, εντός πεθαίνουμε γυρεύοντας το σπίτι μας κι έτσι εκτιμάμε την κόλαση των αιώνων». Έτσι μαθαίνεται ο έρωτας;

Εντός κι εκτός αγαπάμε. Εντός κι εκτός πεθαίνουμε και ξαναγεννιόμαστε. Ζούμε την κόλαση κι αγγίζουμε τον παράδεισο. Έτσι, γινόμαστε μύστες του Ιερού Έρωτα.
 
χρόνια δεν έχει..
 
Μην έρθεις
απόγιομα γιορτής
Γέμισα κρότους
Δε θα σ’ ακούσω
Άργησες πολύ
Δεν έχει άλλο
Κι η φωνή σου
ναυάγησε
Κράτησε
αποστάσεις ντροπής
της ιστορίας μας
Χρόνια δεν
έχει
ούτε αιώνες
ούτε ψυχή
(…)
 
Κι αν
σ’ είχα ψάξει κάποτε
ήταν για να
σου τραγουδήσω
Δεν τ’ άξιζες
Μείνε στο φόβο σου
που όαση ονομάζεις..
 
Μας λέει την αλήθεια μια απογοήτευση;
 
Μας διδάσκει μια απογοήτευση, όταν ζυγίζουμε ώριμα τα γεγονότα.

στ' άβατο των νεκρών
 
Είχε φυσήξει άγαρμπα
Άνεμος που
Σπαράζει
Κινούμαι αντίθετα
Πάντα
Κόντρα εξέλιξη
Γι’ ανάφλεξη
 
Πίνω θάνατο
Πάντα
Κόντρα ζωή
Για πάθος
 
Άφησα τη στέγη
Για τους γυμνούς
Που ντρέπονται
Και στο γείσο μου
Κρέμασα βροχές
Για να μεθύσουν ποιητές
Και πάω..
 
Πάντα πάω
Να ιστορήσω
Χτύπους νεκρών
Να μην αδειάσουν τα
βιβλία
 
Δε γράφω
Δίνομαι
Δεν πονώ
Σκορπάω
 
(…)

Χλευάζω τα μνήματα
Των γελαστών ζώντων
Τους φθείρω
Ισχυρός επικριτής
Της ανίας τους
Που ορίζονται
Ομαδοποιημένοι
Εξορίζοντας γενναίους
Αγκαλιά το μάταιο
Της δόξας τους

Κι ανάβω πιότερο
Και φωτίζω
Τη γηραιά πλατεία
Που πανδοχείο έγινε
Θαλασσινών αφηγήσεων
Δονήσεων μάχιμων νεκρών
που υπερυψώθηκαν
να δώσουν βουνά
Ιερά άβατα
των αναμνήσεών τους..
 
Πόσο ισχυρή είναι η ανάμνηση;

Πανίσχυρη για τη δημιουργία μιας πανίσχυρης συνέχειας.
 
Ποια είναι η σχέση σου με τους «νεκρούς» σου;
 
Τους φυλάττω εντός μου σαν προσευχή τους «νεκρούς» μου. Είναι μέρος των Ιερών μου.
 
«Μην τους φοβάσαι
Τους νεκρούς
Γέφυρες στήνουν
Τους λιποτάκτες τρέμε -!-..»
 
Έτσι μας λες στην «Επιστροφή των Αργοναυτών». Δεν υπάρχει δικαιολογία για τη λιποταξία;
 
Όχι! Λιποτάκτης, σημαίνει φοβισμένος ή, αδιάφορος. Και οι δυο επικίνδυνοι για όλους μας.
 
μαύρη βροχή
Δύσκολη νύχτα
Κατασπαράζει
το νου μου
Βρέχει μαύρη βροχή
στον κόσμο μου
Στάση κάνει
στη ροή
Να τη σταυρώσω θέλω
σα ληστή
των παιδικών μου φιλιών
Όμως, την πίνω
απ’ τις χούφτες μου,
που την άδραξαν όλη
Κι αυτή,
η αχάριστη,
μαχαίρι γίνεται
και περιστρέφεται
στα σπλάχνα μου
Ξεσκίζει
ξεριζώνει μια μια
τις αγάπες μου
Τώρα θυμάμαι
που πίσω στους χρόνους
μια μήτρα
εμπνεύστηκε για μένα
ζωή
Ίδια νύχτα και τότε
 
Το μοτίβο της «βροχής» το συναντάμε συχνά στη γραφή σου. Είναι κάθαρση η βροχή;
 
Είναι πηγή Ζωής και κάθαρση.
 
Μοναξιά
Αρκετά μικρά
Στεγνά,
άδεια.
Σπίτια άδεια.
Κρύα, φυλακές
Στη μέση
η αγχόνη
μαύρη,
ίδια νύχτα θανατερή
Ακρωτηριάζεται η ζωή
Τόσο άδεια ... τα σπίτια μας.
 
Ποια η σχέση σου με τη μοναξιά;
 
Καλή, μέχρι εκεί που μου επιτρέπει να κάνω την ανασκόπησή μου, την ανασύνταξη των δυνάμεων μου. Από ‘κει κι έπειτα, η μοναξιά σκοτώνει.
 
δεν επιστρέφουν τα τρένα πάντα...
 
(..)
 
Δεν εξαρτιέμαι
από ζωή
 
Δεν εξαρτιέμαι
από θάνατο
 
Περνώ το σκοινί
στο λαιμό μου
και επιστρέφω...
...πάντα
όταν καταζητούμαι._
 
Γιατί «όταν καταζητείσαι επιστρέφεις πάντα»; Είναι μορφή λύτρωσης η επιστροφή ή κάτι άλλο;
 
Όταν καταζητούμαι, επιστρέφω πάντα. Έχω ν’ αντιμετωπίσω, κι αντιμετωπίζω με θάρρος το δικαστήριο των συνανθρώπων μου και του εαυτού μου. Δε λιποτακτώ. Δεν κρύβομαι. Επιστρέφω και μάχομαι.
 
είμαι εγώ ο φονιάς -!-
(…)

«Είσαι εσύ ο φονιάς;»
Με ρώτησε ο δήμιος
Απάντησα με την κίνηση
του κεφαλιού, «Ναι!»
«Είσαι ελεύθερος!» Μου είπε
«Το γνωρίζω» Απάντησα με
τον ίδιο γνωστό τρόπο
Σε κοίταξα στα μάτια
Σε φίλησα μυστικά
Με έδειξα και
πήδηξα στο γκρεμό..      
 
Αποτελεί ο αλτρουισμός μια πράξη γενναιότητας που οδηγεί στην ελευθερία;
 
Ναι, ο αλτρουισμός είναι πράξη γενναιότητας και υπέρβασης του μικρόκοσμού μας.  
 
Νιώθεις ελεύθερη;
 
Νιώθω δυνατή, να μάχομαι, κάθε στιγμή, για την ελευθερία μου. Η ελευθερία είναι άπειρη. Πολλές φορές, ξεγελιέσαι. Νομίζεις ότι την κατακτάς, αλλά υπάρχει κι…άλλη….
 
Νέος Αντάρτης "Θαμώνας Αλλού"
προς αποκατάσταση της τάξης και της μη εμπλοκής
σ' ένα κάλπικο παρελθόν, συνεχίζει την πορεία του
κόντρα
στην κόντρα των, κάθε λογής, διεφθαρμένων ...
εκτοπιστών του Ανθρώπου !!!
 
Θαμώνας αλλού, Πως προέκυψε η ανάγκη για αυτό το «αλλού»;
 
Από πάντα είμαι εδώ κι αλλού. Μαθητής στο εδώ και θαμώνας στο αλλού – εκεί που κατοικεί η Αλήθεια. Δεν είναι ανάγκη, ούτε φυγή. Είναι που λατρεύω το Φως.
 
στα κοιμητήρια των συνειδήσεων
 
Λαξεύω τη φωνή μου,
τις νύχτες,
σε κοιμητήρια συνειδήσεων
Τότε που τα αγρίμια
ουρλιάζουν σπαραχτικά -
για τροφή
για αίμα διψούν
 
(..)

Να προλάβω θέλω,
να προλάβουμε
πριν την Αυγή,
να οργανώσουμε την αταξία
στην πόρνη τάξη
των ημερών μας
 
Είναι όντως κοιμισμένες οι συνειδήσεις ή έτσι δείχνουν;
 
Είναι κοιμισμένες οι συνειδήσεις. Τις κοίμισαν τα βαριά ναρκωτικά των δημίων – εξουσιαστών μας. Κάποιοι από εμάς, μπορούμε ακόμη να βλέπουμε την πραγματικότητα και Χρέος έχουμε να κάνουμε μεγάλο σαματά να ξυπνήσουν οι κοιμισμένες συνειδήσεις.
 
λαθρομετανάστης εγώ
 
Στο εδώλιο
εγώ

Μια κλεψύδρα
στο κέντρο
των ορίων
κάνει
να σφαδάζουν
τα όνειρα λεπρών
κι αισθήσεων
 
Στο κέντρο
της Αθήνας όραμα
και
μεσημέρι
 
"Πού περπάτησε
ο διάβολος
την Αυγή;"
"Στο λυκαυγές
του νου
στις έρημες
στέγες"

Κι ο ήλιος
έγειρε αλλόφρων
και
μονάχος
Κι ανησύχησαν
οι κολασμένοι
που χρόνισα
στον κόλπο
της Ιστορίας
ιστορία να γράφω
για ΄μας
τους δυο που
κρύβουμε
στη σάρκα
μαργαρίτες
 
Ένα δόρυ
ζωγράφισα στον
κόλπο σου
αγρίμι
για
ν' αποκρούσεις το
θάνατο αν
χρειαστεί
Κι εγώ
θα σκίσω τον
Έρωτα
να τον μοιράσω
στους ανθρώπους
που έστρωσαν
πάχνη στις
πεθυμιές τους
για
ν' αναστήσουν
τη Γέννηση
και φώλιασαν
έντομα θανατηφόρα
κι οργισμένες
ματιές που
διαστρέβλωσαν
την αλήθεια
Έτσι
με συνέλαβαν
ως
ταραξία και
μ' εγκατέστησαν
εδώ
στο εδώλιο

Κρίμα που
δεν κατάλαβαν
ότι
ήμουν
εγώ από πάντα
ένας από
τους
λαθρομετανάστες
που
ταράζουν
τον ύπνο τους
στα
έδρανά των
που
στάζουν λάδια
όταν αυτοί
απονέμουν
κόλαση

"το...διάγγελμα"
Κι άξαφνα χθες
μαύρισε η οθόνη
Οι ξανθιές παρουσιάστριες
εξαφανίστηκαν
Θα σύρθηκαν
κάτω απ' τα γραφεία
των μεγάλων τους αφεντικών
και θα μάζευαν γόμες..
παλιά τους τέχνη κόσκινο..
Χάθηκε και το νησί
θα βούλιαξε μέσα στην καταιγίδα
Ο λαός με δάφνες
στους καναπέδες του
πίνει κονιάκ -
της παρηγοριάς
τριαράκι αστεριών -
και γέρνει στον ύπνο του..
Άρχισε να βρέχει όξω
στην πλάση
Κι ο "βασιλέας"
ενεφανίσθη
ταπεινός και μόνος
βρεγμένος
απ' την κορφή ως τα νύχια
"Ψηφίστε γιατί χανόμαστε"
είπε
και έφυγε
με όνο δίτροχο ταπεινό
για το ταπεινό κονάκι του..
Με πήρε κι εμένα ο ύπνος
Κι ονειρεύτηκα
πάλι την Πύλη-
εκείνη που ισοπέδωσε το τανκ -
Μύρισα αίμα
και ξύπνησα
Είχε γεμίσει νάρκες το σπίτι
"Μάνα", μου είπε ο γιος
"με σκότωσαν"
Γύρισα να δω
Ποτάμι αίμα το σπίτι μου
Που είναι το παιδί;
"Που είσαι;" ρωτώ με τρόμο
"Μάνα, με σκότωσαν" ακούω πάλι
"Πότε, αγόρι μου;" Ρώτησα
"Τα χρόνια που κοιμόσουν μάνα.."
 
Τέλος
 
Το πρόγραμμα συνεχίζεται κανονικά...
 
Πως βλέπεις τη σύγχρονη πραγματικότητα; Το πρόγραμμα θα συνεχίζει να συνεχίζεται κανονικά...;
 
Το σύστημα που μας επέβαλαν καταρρέει. Σάπισε απ’ το πολύ αίμα και τα δάκρυα των ανθρώπων - σκλάβων. Από τα περιττώματα και την αθλιότητα των εξουσιαστών για να ικανοποιήσουν τη ματαιοδοξία τους. Από τον εξευτελισμό της ανθρώπινης αξίας και της φύσης ολάκερης. Νέες ιδέες θα ξεπροβάλουν – ήδη ξεπροβάλουν – κι η αντίδραση στη φονική δράση είναι πλέον αναπόφευκτη.
 
Παρελθόν- Παρόν- Μέλλον : Τι σε εμπνέει περισσότερο;
 
Δεν κομματιάζω το Χρόνο. Ένα απειρογώνιο είναι. Με εμπνέει η πορεία, από την άπειρη αρχή της μέχρι το άπειρο τέλος της – δυο σημεία εφαπτόμενα μέχρι να γίνει το μεγάλο άλμα: Να διανύσεις μια ακτίνα φωτός και ν’ αγγίξεις το κέντρο του που είναι η θέωση.  
 
Το άδικο εγώ
Ησυχία δεν έχω
Γαντζώνομαι
έξω από της επικράτειας
τα πλάτη και τα μήκη
Εκεί
στη ρέμβη με χλευάζω
"Πού πας ανθρωπάκι
με βήμα γοργό;"
Ένας καίσαρας
πάντα
δυνάστευε την καρδιά μου
Δρυμός η ζωή μου
κάποιος έδρεπε
συνέχεια τα ονείρατά μου
(…)
Έτσι,
κρεμιέμαι στους αιθέρες
μυρμήγκι το περίβλημά μου
και τινάζω λέξεις
κατ' εμού
σαν με σφεντόνα
να εκτοξεύω πέτρες
στον άδικο θεό
 
Μπορείς ακόμα να ονειρεύεσαι;
 
Πάντα ονειρεύομαι.
 
Ποιος πιστεύεις πως είναι ο χειρότερος θάνατος;
 
Όταν εσύ ο ίδιος, σκοτώνεις τον Άνθρωπο μέσα σου, προδίδοντάς τον από το φόβο της μη αποδοχής από το υπάρχον καθεστώς της κοινωνίας. Κι έτσι έχεις προδώσει την ιερή αποστολή σου και τις αρχές σου.
 
το χρέος του ποιητή
Αποπροσανατολίζω τη νύχτα
δημιουργώντας λαβυρίνθους

Εγείρω στα θεμέλιά της
τριγμούς τρισδιάστατους,
μ’ αλλεπάλληλους στίχους οργής

Παιδεύομαι
να στερεώσω τα βήματά μου
στ’ αέρινα μόρια

Ληστεύω φωτόνια
να χτίσω γέφυρες αλλού
Καυτηριάζω
τις ορμές του φονιά
με τα χίλια πρόσωπα

Παίρνω μαζί μου ένα σπίρτο
ν’ ανάψω τα βλέμματα του πρωινού
Κι εντάσσω στο λεξιλόγιό μου
το χρέος
 
Πως βλέπεις το τοπίο της ποίησης σήμερα;
 
Δεν υπάρχει τοπίο ποίησης σήμερα. Μόνο Ποίηση υπάρχει και Εργάτες, που παλεύουν να την αναδείξουν.
 
Υπάρχουν σύγχρονοι ποιητές που θαυμάζεις;
 
Πολλοί κι ανώνυμοι. Από τους επώνυμους, η Κατερίνα η Γώγου, ο Τάσος ο Λειβαδίτης, που δυστυχώς δεν βρίσκονται στη ζωή.
 
Πως κρίνεις τον κόσμο των blogs;
 
Ο κόσμος των blogs, δε διαφέρει από τον υπόλοιπο κόσμο. Εξαρτάται από τη στάση μας, τις επιδιώξεις μας.
 
Πέτα, λοιπόν, την πέτρα τη χαριστική εδώ,
στο αλλιώτικο μυαλό μου και, άντε γειά!
 
Σε ποιους απευθύνεται;
 
Απευθύνεται στους στενόμυαλους, που δυστυχώς είναι πολλοί. Σ’ αυτούς που μένουν στα συνήθη και βλέπουν ύποπτα στα αλλιώτικα.
 
Πως κρίνεις τον κόσμο των εκδόσεων;
 
Τρισάθλιος ο κόσμος των εκδόσεων κι έμποροι ψυχών οι εκδότες.
 
Αναμένεται να εκδώσεις κάποιο βιβλίο στο μέλλον;
 
Είναι, ήδη έτοιμα δυο ποιητικά και ετοιμάζω κι ένα πεζό τα οποία θα προσπαθήσω να εκδώσω μόνη με έναν πρωτότυπο τρόπο - έκπληξη. Κι αυτή θα είναι η αντίδρασή μου απέναντι τους εκδότες.
 
Άτιτλο
Με είπαν μηδέν
Με λέω Όαση στο χάος
 
Τέλος, θα ήθελα να σε ευχαριστήσω και να σου ζητήσω να κάνεις μια ευχή.
 
Να εξυψωθούμε ως Άνθρωποι. Κι εγώ ευχαριστώ πολύ.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Η ΔολοΦονία του ΙούΔα





Κι όταν ναυάγησαν οι αφετηρίες
τα θύματα ξεβράστηκαν απ’
τo στόμα μου
κι οι προσευχές μου λησμόνησαν -
ν’ αναστηθούν, θέλω να πω
λησμόνησαν
Γύρισαν πλευρό στον
τάφο τους κι
αιώνια η μνήμη τους

Όμως εγώ
γιατί να
τις θυμάμαι
ενώ εκείνες αδιαφορούν -;-
Λοιπόν, γυρίζω κι εγώ -
πλάτη και φεύγω

Εεε! Μην ξεχνάς
εσύ που με
διαβάζεις μην ξεχνάς
να με κοιτάς στο
πρόσωπο όταν διαβάζεις με -!-..
..Όχι παπαγαλία και
τα συναφή τα 
επακόλουθα και άλλα,
κράτησε για τους δείπνους σου με 
τα πολλά τα λόγια
για την πίστη την επιστήθια
Εγώ Ιούδας φεύγω
Πάντα αέρα λαχταρούσα και
βροχή να
δέρνει αιωρούμενο το κορμί μου
Κι εγώ
δεν ήπια αναισθητικό και
με κρασί, μόλις που
 άγγιξε τα χείλη μου τα
διψασμένα για
Το Φιλί.. που
 όταν άγγιξαν τα
χείλη του απείρου
κτίστηκεν όλη η ομορφιά -!-
και
την παράδοση
την κράτησα δυο τώρα
χίλια χρόνια κι 
ένδεκα στάχτες –
καμένων εποχών 
Την κράτησα μέσα στις
τσέπες μου,
εκεί βαθιά που
που μου ΄σπρωξαν τα
τριάκοντα τα κέρματα με
το σταυρό
Κι όλα τα φύλαξα
Ακόμη και το σάλιο τους
στο πρόσωπο επάνω -
Ξεράθηκε απ’ τους αγέρηδες
και 
πιο αλαφρύς..

Ανάλαφρος παλινδρομίζομαι
μέσα στης μάνας μου την 
κοιλιά
Και νανουρίζομαι
Και ξέχασα να κλάψω

Όμως η Πέτρα δεν το ξέχασε
κι έκλαψε πολύ -!-
Κι ήταν που πέθανε η πίστη
Κι ανάποδα στήθηκεν η σειρά
Και αλλοιωθήκαν τα λόγια κι
η μορφή
και είπαν 
στο χτύπημα
Χτύπο μη δώσεις κι
άλλονε δέξου..

Εγώ τα 
είδα όλα από ψηλά -
χτύπο μεγάλο έδωσε
άλλον δεν πήρε
Χτύπο που βόγκηξεν η γης
καθώς, απ’ το σταυρό 
επήδηξε
και 
βρόντηξε τα κάτω

Και…νάνι νάνι η μάνα μου -
Δε νοιάζει τ’ όνομά της -
Να ΄ρθει βροχή να
Ξεπλυθώ -!-..
Πώς βάστηξα θεέ μου
Τον παλμό σου -;-
Πώς το σκοινί μου άντεξε –
Άκτιστο τ’ Άπειρο
τ' Απείρου-;-
Στις τσέπες μου μέσα
ψίχουλα γίνηκε
για τα περαστικά πουλιά –
στις τσέπες που κρεμάσανε
απ’ τα τριάκοντα και
Τρία κάπου χρόνια…
Και τρύπησεν το ρούχο μου
Και είμαι βρώση
Και μόνος είμαι..

Κάπου δειλά
Χαράζει ο άκτιστος
Τέλος δεν έχει να
σημάνει… Μόνο αρχή -!-
Ξανά αρχή…ξανά…
…Και…
Νάνι…Όνειρο -!-

Κι ας γνώριζαν όλοι
τι πράττουν ..
Είναι που
το κράτος πάντα
δολοφονεί -!-..
Κι ο
όχλος να ουρλιάζει:
"Κρέμασον!
Κρέμασον Αυτόν!"

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Με την Απομάκρυνσή σου απ' το Ταμείο




















Φόρεσα ανάποδα τη γλώσσα μου
Κυματοθραύστη να ΄χουν
Οι παραπομπές των αιμάτων μου
Για τις ορμές –
Ούτε λόγος –
Κοχλάζουν με
Παραδομένοι χαρταετοί
Στα ρεύματα των αιμάτινων θαλασσών μου
Κι όλα εντός
Και λήθαργος έξω
Ακόμη δεν έχει τόπο
Δεν έχει χώρο ακόμη το περίστροφο
Κροτάφους πολλούς
Μα άνους και
Το έγκλημα θα υποθάλπει
Τους δολοφόνους του
«Ψυχωτικός» θα πουν
Και δεν συνδράμω
Στα χείλη που μίσησαν
Δε θα συνδράμω στις
Πολιορκίες των πληρωμένων
Δικαστών τους
Κι έτσι κι εσύ
Μη μ’ ενοχλήσεις πια -!-
Τα χάπια σου
Σύνδρομά σου
Και φόβοι σου
Το ΕνΔιαΦέρoν σου -
Δαίμονα κι όχι θεό
Μου στέλνει

Και τώρα
Πρέπει να κλείσω το στόμα
Να μοιάζω φυγάς μου
Απαρατήρητος φυτευτής
Αξιών
Απαρατήρητος εραστής
Άξιος κι ανειδίκευτος
Να επιστρέφω το σάλιο μου
Καθώς άγαρμπα θ’
Αλλάζεις ταχύτητες
Να με προλάβεις
Να μου εξιστορήσεις
Τις αμαρτίες μου
Τα μπουσουλήματά  μου
Δεν είμαι άγιος
Περαστικός είμαι οδοιπόρος
Για ίσκιο έγειρα
Μα … μη βαρεθείς…
Δάγκωσα τα δόντια
Να μη ζητήσω αγκαλιά

Έτσι που λες… και
Σταμάτα επιτέλους να μ’ ενοχλείς -!-
Πέρασες κι απομακρύνθηκες.. το
Ταμείο έκλεισε για πάντα
Και, όπως γνωρίζεις
Ουδέν λάθος αναγνωρίζεται..

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

σκουριασμένη πόλη μου










Ήρθα υγρός
Στο υπερώο
Ακόμη κοιμάσαι
Πλατεία ηχεί
Άδενδρη ζωή
Κρανία απλίκες
Νύχτας πρωί
Δεν ήσουν μόνη, έλεγες,
Είπες, νωρίς..
Έσταξα στις πλάκες
Σπασμένες ιδέες που
ήταν και
Παγωμένη έλιωσα
Την αμφισβήτηση
Της λατρείας σου
Ήσουν ιστός αράχνης
Που ξεχάστηκε
Σε πέτρες με σχήματα
Προγονικά
Από καιρούς
Λυσσασμένων επιβίωσης
Κραυγών με νοήματα
Και λάσπης
Ακόμη κοιμάσαι
Σε φέρετρα φτηνά
Πουτάνα λιωμένη
Μαστούρα και
Προσευχή
Η άλλη στιγμή
Στερεώνεται με «δίχως»
Απ’ έξω
Μικροπωλούν το πάθος
Μεγαλουργούν το έγκλημα
Ερωτοτροπούν με αράχνες
Σβησμένα φιλιά
Αντίκες του τότε ουρλιαχτά μου
Όταν με κράταγες
Απ’ το κουμπί
Που όριζε το φιλί μου
Τότε που
Έπλεκες
Κι εγώ χανόμουν
Στο τέλμα του θανάτου μου
Κι όμως
Εγώ υπάρχω ακόμη
Κι εσύ μικροφωνικά
Μιξαριστά απαγγέλεις
Προαναγγέλλοντας
Μια ακόμη
Θανατερή επαφή σου…
Διπλός ο πέλεκυς                       
Σκουριάζει
Την ανάσα σου πόλη μου..

Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

θέατρα πολλά η ζωή μας..





















Θα ΄ρθει μια ώρα -
Μια ακατάληπτη ώρα -
Θα ΄ρθει
Ο χρόνος μου
Μια Κυριακή
Ίσως και Σάββατο… μα
Έχει σημασία -;-
Εκείνο που θυμάμαι
Είναι που πάντα έπλενα
Με τα χέρια μου να
Απουσιάζουν
Από τις διαδικασίες
Μόνο η σκάφη
Σαπούνι Μασσαλίας
Και τα ρούχα –
Αποφόρια ημερών
Ανήμερων θεριών
Πάνω στα κεραμίδια
Που σκοτείνιαζαν
Τα μάτια μου
Κι η πλύση
Με τα λόγια τους σε
Διαφημιστικές καμπάνιες
Διαρκείας σαν
Την παρκετίνη
Για λάμψη ακαταμάχητη –
Που δεν νικιέται  ούτε με
Αλκοόλ σε
Συνεχή ροή
Από το στόμα μου
Που στάθηκε σε
Σχήμα Οοοο
Όταν τα σημάδια των
Καιρών
Ξημερώθηκαν
Πάνω απ’ το κεφάλι μου..
Κι έλεγα…
Τι έλεγα αλήθεια -;-
Ω, ναι -!-  Θυμάμαι
Σας έχω πει..
Πάντα -!-
Πάντα θυμάμαι..
Όταν στις
Νιόβγαλτες αμυγδαλιές
Δε συμμορφώνονταν τα
Παιδιά
Και κούνια έκαναν
Στ’ αμούστακα κλαριά τους…
Κι εγώ
Να πλένω
Δίχως να ξεπλένω
Και δίχως χέρια
Αν αγκαλιάσεις μια φορά
Και κλάψεις μέσα στο φιλί
Δεν έχεις χέρια γι’ άλλα…
Σε σχήμα Οοοο
Που έμεινε το στόμα μου
Για να ορίζει
Τα σημάδια
Να εξηγεί τα πράγματα
Όταν στα θέατρα
Πίσω απ’ το πλυσταριό
Όλο θέατρα πίσω απ’
Το πλυσταριό
Κι αλλού… Τίποτα
Τίποτα αλλού
Δεν έχει άλλο…
Μόνο πίσω
Θέατρα πολλά
Στο τέλος, ένα
Τσίρκο
Εκεί στο τέλος
Το δικό  μου
Ένα γιγάντιο ξυράφι
Με τα μποτάκια -;-
Θα βαραίνουν
Η λάμα θα λυγίσει
Με γυμνά τα πόδια
Στην κόψη
Και δίχως χέρια
Άντε μάγκα μου να
Δεις -!-..
Με ρούχα βρεγμένα –
Τ’ αποφόρια του δραπέτη
Που σάλεψε η σκιά του
Στο ξεκούρδιστο συμβάν
Της απόδρασης
Στο βιβλίο συμβάντων των
Φυλακών…τότε…
Γιατί τώρα…
Μόνο θέατρα
Εσύ Πιλάτος
Εγώ τρέχω
Στην κόψη του ξυραφιού
Εσύ Γιώτα Ένα στο στρατό
Τα γαλόνια σου
Να βαραίνουν στον ώμο
Κι εγώ ν’
Αλαφρώνω
Σκιά να γίνομαι
Ποιος θα ξεπλύνει
Τα ρούχα -;-
Ποιος θα μαζέψει το
Αίμα που τρέχει
Αν αγκαλιάσεις μια φορά
Δεν έχεις χέρια γι’
Άλλα…
Τι με κοιτάς μωρέ -;-
Και τι φοβάσαι -;-
Απόψε σου λέω
Φύσηξα τη θάλασσα
Κύματα απόψε -!-..

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

ΕΠΤΑ κουρέλια

















Αγκιστρώθηκα –
Επτά κουρέλια που έμεινα –
Στο γαϊτανάκι
Του δρόμου
Λίγο να μου μείνει το
Χρώμα
Λίγο να θυμάμαι το
Λόγο της περιπλάνησής μου
Λίγο η μυρωδιά από το
Γάλα το βρεφικό
Που  έχει ποτίσει το
Λαιμό μου
Κι άλλο άρωμα δεν έχω
Και πήγαινα και
Ερχόμουνα
Από το γύρω γύρω
Των μασκαράδων
Χορευτικά κι εγώ
Επτά κουρέλια που
Είμαι –
Ό, τι σώθηκε, δηλαδή,
Απ’ τον καιρό
Των ονείρων μου… -
Και γύρω γύρω όλοι
Χορεύουν
Και πιο γύρω
Μητέρες μαύρες
Και σφαγή
Και πιο γύρω
Εκτός απ’ το Μανώλη
Στη μέση
Τα ξέπλεκα μαλλιά του
Κράμα πλατείας και
Καπνού θυμίζουν –
Εποχές τρέλας παιδικής
Και μάχες –
Και παραγύρω
Αστυνόμοι κι αποβράσματα
Κάτω οι κλούβες
Και τα θωρηκτά –
Τανκς και αίμα
Αίμα και πυρ -!-
Στο πυρ του πλανήτη –
Δειλινό του Νέρωνα
Φωτιάς και έμπνευσης –
Και στο πέρα, και
Στο παράπερα του
Καρναβαλιού -
Άδεια βυζιά -
Σακούλια στεγνά από
Δόση για τους αλήτες
Της πλατείας του χόρτου
Και της αντάρας –
Κέντρο στο κέντρο της πόλης
Της θεάς της περικεφαλαίας και
των σοφιών -
Άδεια, τσαμπιά
Σταφιδιασμένα σταφύλια
Στο ξεροβόρι της εποχής
Και πέρα και γύρω και
Κολλημένα πάνω στις ρώγες -
Που ΄χουν γεράσει πριν χαϊδευτούν -
Βυζαίνουν τα μωρά το θάνατο -!-..
Κι εγώ
Εφτά κουρέλια
Και πάθος πολύ
Εφτά πατώματα γίνομαι
Το ένα όνειρο
Το δύο φιλί
Το τρία δρομέας κάποτε
κάποιου Μαραθώνα
Τέσσερα κενό για την περίσκεψη
Πτήση παρθενική το πέντε
Έξι να θάψω τους νεκρούς
Πρι να βραδιάσει
«Εφτά νομά σ’ ένα δωμά»…
Επτά, παιδιά με
Δίχως καρναβάλια
Παιδιά ψωμί και έρωτα
Έτσι, που
θάνατο πατήσουμε κι
Έπεται πάντα μια συνέχεια γιατί,
Το πιο μακρύ ταξίδι μας
Το παιδί
Παραμονές πρωτοχρονιάς
Με βλέμμα καρφωμένο
Σε κάποιου άγιου το έλκηθρο
Ψηλά πολύ -!-
Στον ουρανό το
Φως -!-