Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2018

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ


















όπου φτάνει η μνήμη μου που "είμαι", κράτησα την βροχή, τον ήχο της βροχής - μου έφερνε από πάντα τον ρυθμό της καρδιάς μου και την νέρινη αύρα της μούσας μου / μια μουσική απύθμενων αιώνων. κράτησα και την σβούρα μου / μπαλαρίνα των ωρών μου που δεν λύγισα. τις γκαζές μου / που γέρασαν τα χρόνια μου χλευάζοντάς τα. τα μολύβια μου να αγιογραφούν ατίθασα τον ουρανό μου. κρατώ την πένα μου για την κοσμογραφία ιχνηλατώντας το μυστικό.
ελάχιστα οίδα και καταθέτω δημόσια: ότι δεν πούλησα Τέχνη, ούτε την σκόρπισα. ήξερα από πάντα ότι η Τέχνη δεν πωλείται και δεν διαφημίζεται - αιώνια αρχή.
πέρασα από καλλιτεχνικούς κύκλους, ποιητικούς συνωστισμούς - εταιρείες, ενώσεις - προβολές και λεζάντες, κι έφυγα νωρίς κι έγκαιρα - πωλείται "φήμη" εκεί και οι προβολείς τυφλώνουν.
δεν γύρεψα όνομα - είμαι κανένας. δεν ζήτησα χρήμα - είμαι ελαφρύς. ομολογώ ότι ζήτησα αισθήματα και μ' έβρισκα παντού - σε όλην την παιδικότητα, σε όλον τον καιρό, σε όλον τον πόνο / καθώς με άδειαζαν με είδα. ..μέχρι που στέρεψαν τα "χάη" και ρίχτηκα στην άβυσσο.
ταξίδεψα με την φαντασία παντού - μέσα στην πέτρα άκουσα την δίψα της πεταλούδας για μια μέρα κι ένα λεπτό κι εκθρόνισα τον χρόνο.
βυθίστηκα σε βλέμματα, και λάτρεψα τα τρένα, το σπάραγμα απ' τις ράγες και τα βαγόνια που τρίζουν όναρ με την μελαγχολία του ωραίου. ό,τι έχασα το κέρδισα κι ας έφυγε. ό,τι ήπια με συντρόφεψε. ό,τι ανάσανα με μέθυσε πιότερο απ' ό,τι ήμουν.
δεν υπάρχει νωρίς και μετά και τώρα που σας γράφω - ένα καθρέφτισμα κυμάτων μιας άγριας χειμωνιάτικης θάλασσας / λατρεύω και την θάλασσα στους δεινούς της στρόβιλους / .
όλα τα λάθη μου - τα πάθη που κοιμήθηκα ως την καταιγίδα, κι ως την σπηλιά του Πάνα τις ώρες που νυστάζουν τα κλαριά.
κράτησα και την μάνα - που έφερε την μπόρα μου, για να μπορώ να σας κοιτώ στα μάτια καθάρια και να σας μιλώ._