Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

μαύρα μεσάνυχτα



Δίνω σάλτα σε διπλωμένο σύμπαν
τέρμα τα γκάζια των θυμών
Με υγρές φωτογραφίες παιδικής ορχήστρας
και ξεγάνωτα μυαλά κομπάρσων θεών
που πέρασαν το κρίμα ρήμα στο νου τους
σε λύμα χλιμίντρισμα σαθρό
όταν πηδιόταν το αμάρτημα της μητρός μου
σε γαλάζιο τοκετό -
να σε βλέπω να έρχεσαι ραμμένη νύχτα
ψυχιατρεία να τρέχω να κρυφτώ
Σε μυστικό  πειρατικό
να εκτίθεμαι ιεροεξεταζόμενο μυαλό
Να σε περιμένω. Να στέκεσαι
Να σε γυρεύω .Να φεύγεις
Να τρέμεις σινιάλο αστραπής
σε κουνημένη φωτο -
ιλιγγιώδης φυγή, σε μάτι υγρό
Να με καρφώνεις μάτι, σε χρόνο ρεκόρ
Να γκρεμίζονται σε συρμό
αυτόχειρες μονόκεροι
Οι μνήμες να ζωντανεύουν
ξεμαλλιάρες θεές
Να κρεμάω τις θύμησες
στο κέντρο πυρετό
Να δαγκώνω τα θερμόμετρα
Ν’ ανεβαίνουν ομίχλες
θυσιάζοντας κουρέλια λυγμών
Να με ξεδοντιάζουν μαλλιά γανωμένα αύριο
μ’ ένα μόνο τόπι μακό
Ν’ απορώ στην ανάβαση
κι η Δικιά μου να τρέχει
«Πάνω κάτω. Πάνω κάτω η Πατησίων»
ξωπίσω κι εγώ
Πάνω κάτω ξυπόλυτος ίσκιος
σε πιάτσες στριφτό
Να μένω πιάτσα, μ’ ένα δόντι μόνο -
κατάρτι μεσιανό -
Ακόντιο μνήμα  - πέος
θνητό
Να με θέλουν ερπετό
Να με πατάνε μυρμήγκι
Να πέφτω μαύρο
Να γίνομαι πουτάνα, να περνώ αλήτης,
να γκρεμίζομαι -
θυρεός τότε επιστρατευμένων σκιών
Σε θέατρο δρόμου
ν’ ακολουθώ δρόμος
Να θηλάζω σκέτο, να μένω δρόμος -
«πάνω κάτω» μια Πατησίων -
Να λερώνομαι λάδια,
να με κοιμίζω ξυπνώντάς με
Να με καίω κοιμίζοντάς με
Να με ζαλίζω. Ζαλίζομαι.
Όμορφος που ΄ναι ο ύπνος μου,
μέσα έξω,
κι εγώ να θέλω να με ληστέψω,
να περάσω στ’ αμπάρια μου βράδυ,
να χορτάσω ταξίδι βαγονιών
Πέρα και ΄κει σαν τότε..: «Πάνω και κάτω»,
μέσα κι έξω.

(από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή: "το σκισμένο καλσόν" *εκδόσεις: δραπέτης*, αφιερωμένη στην ποιήτρια: Κατερίνα Γώγου)