Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

τα σουλάτσα μιας κατσαρίδας







πάντα μπροστά, λέμε! έρχεται το τραμ! μη σκοντάψω στην κόρνα
κι εκτροχιαστώ στις ανεβοκατηφόρες. ανάμεσα στους σεισμούς των λιμών και
καταποντισμών, κι εσένα που σε πίστεψα, μωρό μου, αδιόρατες ομίχλες - κουρτίνες
που σκίζουν την καρδιά μου, αφού δεν μπόρεσαν να καλύψουν τα χείλη μου, και
πάντα εξείχε η βροντή, όσο κι αν πάλεψα αθόρυβα να κινούμαι, όλο και κάτι
έπεφτε στο διάβα μου, και γινόταν ο μέγας χαμός. ξέρω, φταίει που κοίταζα μόνο
το στόχο, και στα χαχανητά μετά, καμωνόμουν τον αγέρωχο. όμως και με καυτηρίαζαν
οι επεμβάσεις τους. μα πάντα δεν έπιαναν τόπο, κι έμεινα τώρα σε μια στέπα
ερημιάς. ένας σιδηροδρομικός παλιός - ατέλειωτη απόσταση αφετηρίας τέρματος,
ένα τραμ που πρόκειται.., ένα κάρφωμα νόστου στη μήτρα - προς λούφα εμβρύου,
ένα φιλί που δε δόθηκε μέσα στα μύρια ..κι όμως, εκείνο που δε δόθηκε ..μια
προτροπή και γι' άλλη εκτροπή ..κι όλα να με σημαδεύουν - teza, aroxol, σόλες
ολοκαίνουργιες, σόλες τρύπιες, σόλες σκονισμένες, παντούφλες, πασούμια,
τσιρίδες να με αγριεύουν, γουρλωμένα μάτια, τρεμάμενα χέρια, χέρια σταθερά
αποφασιστικά, ως, κι εφημερίδες - νέα, βήμα, κατοχικές, ανατροπή, ώρα ελεύθερη
και ώρα σκλαβωμένη, ως και αναρχική ώρα (δικιά μου δηλαδή, μα και ξένη, σα
φήμη, που εξαπλώθηκε από στόμα σε στόμα)..σκόνες δηλητήρια..τα πάντα, λέμε, όλα!!!

και πάντα μπροστά εγώ. και πάνω - σε τοίχους, σε ταβάνια, σε
σεντόνια καθαρά, σεντόνια ιδρωμένα, σε σιφώνια.. κάποιες φορές κουράζομαι και
πιάνω γωνιά. εξόφθαλμες μπότες με σημαδεύουν τότε. απλώνομαι. ανοίγω φτερά.
πετάω, έτσι για να σας τη σπάσω. στη σπάω κι εσένα μωρό μου, που δεν πίστεψες,
ότι όλοι έχουν φτερά, και μου την έσπασες, χαλώντας την επέκταση των εκδρομών
μας. μα, σκέφτομαι: σκέφτονται οι κα(η)μένες μπαταρίες; (κι έμεινα άυπνος) - άντε
λίγο κούρδισμα σε επιμονή νημάτων θολής ζωής, και τότε σε όλα τα μήκη παίζει το
κάτι της. κι εκεί, τα παίρνω κι άλλο. γιατί εγώ νόμιζα ότι ήμουν το μήκος σου.
εκείνο το ρεμάλι που λέγαμε στις αναλαμπές σου. έτσι που λες, μωρό μου, πάντα
μπροστά. σημαιοφόρος δίχως ομάδα. σημαιοφόρος και παραστάτης μαζί κι ολάκερο
ασκέρι. μόνος. όπως συνέχεια μα και τότε, στη βεράντα της μαμάς και του μπαμπά,
τα καλοκαίρια, άυπνα, ν ακούω το τρένο - σταθμός: Άγιοι Ανάργυροι, και πήγαινε
για Λαρίσης, που δεν μπόρεσα να πνιγώ, γιατί γαμώτο κολυμπάω κιόλας. κολυμπάω
παντού, ακόμη και στα σκατά, και πήρε αγριάδα το μούτρο μου. πετάχτηκαν τα
μάτια μου. και ζω. πάντα ζω. επιστήμονες λένε, ακόμη και σε πυρηνική καταστροφή
αντέχω. εγώ, λένε, αντέχω παντού: στα τούνελ, τα δοκίμασα. θέλω και σουλάτσα σε
κήπους και περβόλια, και σκάω μύτη. παντού! ακούς μωρό μου; ακούς; παντού και
πάντα και παντός καιρού. κι εκείνοι που μ’ έκριναν, κι εκείνοι που με κρίνουν,
με βλέπουν και σκιάζονται, και με δικάζουν, περνώ τις ώρες μου με τις σκιές τους.
έτσι, που ίσκιοι έμειναν, να κυνηγούν μια κατσαρίδα, κι ας γράφουν στίχους
βραβείων στο τέρμα, πίνουν aroxol
και χάνονται.
έτσι, που με κυνηγούν οι άνθρωποι, κάνω πλάτες στο Γιάννη –
Αγιάννη, και σώνω την ανθρωπότητα. Αυτά μωρό μου, που δε με πίστεψες, αφού δε
σε πίστεψες. Τα υγρά της μπαταρίας χύθηκαν στο πάτωμα. Τα
γλύφω. Κολλάω λίγο. Ξεκολλάω. Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια. Πάω. Είπαμε, το
λέει η επιστήμη. Παντός καιρού και πάντα μωρό μου…ακόμη και σε πυρηνική
καταστροφή.

(υπό έκδοση: "το σκισμένο καλσόν")  ** αφιερωμένο**