Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

χρώμα αλμυρό
















Ένα κορίτσι βιασμένο ανιχνεύω
με χείλη κρεμασμένα φυγή ολέθρου
Πανικός σε εγρήγορση
Απομόνωση τρελή
Απύθμενης κουφάλας σε πυρετό απόγνωσης
Να γίνει το νεφέλωμα βροχή
Με τρύπιες στέγες να γυρίζει μια άβυσσος
Απ τις στεριές που λήστεψε ο Ποσειδώνας
Να φτύσει ροή και κόσμο άμετρο
Σε αρμονία μυθική καβάλα η τρίαινα
Σ έναν καιρό που βουλιάζει
Στα χέρια μου σφιγμένα μυστικά ∙
Λούκια, κλειδιά, στο χάος φως
Κι ενώ εκείνη παραμιλά για πυρετό
Ξεδιπλώνω το πέρα υγρό
Από έγκατα επώδυνα
Φυλακών υψίστης ασφαλείας
Αφέλεια των περαστικών
Να μην αγγίξουν το κάστρο μου ∙
Ένα βαρέλι νερό
Και το ποτήρι μου.
Δαγκώνω το ποτήρι με λύσσα
Τινάζω αίμα στα μαλλιά της –
Περιθώριο σε παρόντα καιρό
Και φιλί Ζωής ∙
Δυο ανάσες, κόκκινο
Και μαύρο πνιχτό χαμόγελο –
Καταπώς μαίνεται στους ξενιτεμένους.