Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

δυο χρόνια "ρίμες στο χάος"


"Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ' ακούς;

Δεν έχουν εξημερωθεί τα τέρατα, μ' ακούς;..

..........

επειδή το αδοκίμαστο και τ' απ' αλλού φερμένο δεν το αντέχουν οι άνθρωποι.........." (από το Μονόγραμμα του Οδ. Ελύτη)





Αυτό το μήνα, πριν δυο χρόνια, γεννήθηκαν οι "ρίμες στο χάος".
Για τη στήριξή σας και την αγάπη σας, θέλω να σας ευχαριστήσω όλους, δημοσιεύοντας από σήμερα, σε συνεχή μέρη, το Ποιητικό μου αφήγημα, όπως εγώ το ονομάζω, το δραπέτη μου, που εκδόθηκε πριν ενάμιση χρόνο.



Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Το κρύο, απόψε, έκανε τη στέγη μου να τρίζει. Τα τζάμια θαμπά, σαν όλη τη ζωή μου.

Κι η νύχτα, η φοβερή νύχτα, γαντζώθηκε πάνω μου και γίναμε ένα.

Τα κεριά έλιωσαν, μόνο ένα αντέχει ακόμη. Φτάνει όμως μόνο αυτό για να εμφανίζονται οι αναμνήσεις στους τοίχους, και παραφορτωμένοι όπως είναι, θάλεγα ότι βογκούσαν σαν ετοιμοθάνατοι γίγαντες της μυθολογίας, σηκώνοντας το βαρύ τους πεπρωμένο, να στέκουν όρθιοι πάντα μέσα στις αλλεπάλληλες εναλλαγές εποχών, ανθρώπων, έργων τέχνης και έργων ατεχνίας. Σήμερα και οι τέσσερις τοίχοι μου, δεν ξέρω γιατί, συμπίεσαν το ταβάνι. Το συμπίεσαν πολύ, το έκαναν αόρατο για τα κοινά μάτια των ανθρώπων και σχημάτισαν μια τετράγωνη πυραμίδα. Μάλλον θα σκέφτηκαν ότι έτσι ίσως αλλάξει η τύχη τους. Ίσως αποκτήσουν κάποια φήμη, παρομοιάζοντας τους εαυτούς τους με τις αρχαίες Αιγύπτιες πυραμίδες...ενώ μέσα, ελάτε να δείτε, ανασαίνει ακόμη η κοκαλιάρικη μούμια του Φαραώ...

Η νύχτα απόψε...

Μέσα σ’ αυτή τη νύχτα ήρθε να με ταράξει η σειρήνα του ασθενοφόρου. Μου ΄σχισε ως πέρα το μυαλό. Κι ύστερα, η σειρήνα του αστυνομικού. «Ου, ου, ου, ου, ου, ου...!!!». Απότομα ο χτύπος του κουδουνιού. Σε μένα χτυπούν; Ναι, ναι. Κι απανωτά χτυπήματα στην πόρτα μου. Πολλά, δυνατά χτυπήματα στην πόρτα μου. Πολύ δυνατά χτυπήματα στην καρδιά μου. Το κορμί μου διαλύεται. Τρυπούν τις σάρκες μου τα κόκαλα. Εγερτήριο. Επίθεση! Έτοιμα προς επίθεση. Να τρυπήσουν κάθε σαράβαλη επίσκεψη, κάθε κακοτυπωμένο χαμόγελο.

Παραβίασαν την πόρτα μου. Μπήκαν μέσα στην κάμαρή μου. Για δευτερόλεπτα με κοίταξαν έκθαμβοι. Δυο-τρεις μάλλον φοβισμένα με κοίταξαν. Δε μίλησαν, ούτε κι εγώ. Το βλέμμα μου μόνο τους ρώτησε: «Τι θέλετε στα όνειρά μου;» Ήθελα να σηκωθώ, να τρέξω, να φωνάξω βοήθεια. Όμως...τα πόδια μου ασάλευτα, τα νεύρα μου αιχμάλωτα. Μόνο η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Θα πρέπει να είδαν το στήθος μου που φούσκωνε και ξεφούσκωνε. Θα πρέπει να ένιωσαν τον κρύο ιδρώτα που με έλουζε καθώς με σήκωναν για να με βάλουν στο φορείο. Θέλησα να τους φωνάξω: «Σιγά ηλίθιοι, ακουμπάτε τις πληγές μου». Όμως δεν πρόλαβα, γιατί όλοι βιάζονταν κι έπρεπε να φύγουμε...

Θα πρέπει η νύχτα να είχε Πανσέληνο. Θα πρέπει το φεγγάρι, ολόγιομο, να πλάγιαζε στο στήθος σου Άννα. Και τότε ψιθυριστά σου μίλησα: «-Γεια σου κορίτσι μου, φεύγω. Φεύγω απ’ τον κύκλο μου. Το ταξίδι άρχισε».

Άννα!!!

Ήταν Απρίλης. Βραδάκι. Οι γειτονιές μύριζαν γιασεμιά, λεμονανθούς και πασχαλιές. Βαδίζαμε πλάι-πλάι. Εγώ ακουμπούσα καμιά φορά, τυχαία δήθεν, στον ώμο σου. Σε κοίταζα συνέχεια. Σ’ έβλεπα που έλαμπες στο μαύρο φόντο. Φαίνονταν τα μάτια σου βουρκωμένα. Ήσουν γεμάτη αναμνήσεις. Οι φίλοι σου Άννα. Σου κουνούσαν τα μαντήλια κάθε λεπτό, συνέχεια από τότε που γεννήθηκες. Αντίο σου φώναζαν. Να μας γράφεις, να μας γράφεις. Έφευγες εσύ. Δεν κοίταζες πίσω. Άκουγες μόνο: «Αντίο Άννα, αντίο, να μας γράφεις».

Θλιμμένη μικρή. Βαδίζαμε. Τ’ αναφιλητά της ψυχής σου έφταναν στ’ αυτιά μου. Στριφογύριζαν στο εσωτερικό τους. Μου τρυπούσαν τα τύμπανα. Τυλίγονταν στο λαιμό μου, μ’ έπνιγαν. Έτσι, όταν το καλοκαίρι βούτηξα στη θάλασσα «-Ε! παλικάρι», μου φώναξε ένας βαρκάρης, «μη προχωράς άλλο στα βαθιά. Εδώ δεν έχει γυρισμό». Ναι, δίκιο είχε. Φαινόταν να μην υπάρχει γυρισμός. Χτυπήθηκα στα νερά. Τρόμαξαν τα ψάρια. Κι εκείνα τα δελφίνια που ερωτεύτηκαν στους αφρούς τρόμαξαν κι αυτά. «-Έλα καρδιά μου», μου φώναξες. Ήρθα, δε μπόρεσα να σου αντισταθώ.

Ήταν βραδάκι. Το παρκάκι παρέα με τη δροσιά της Άνοιξης. «-Κράτα με Ορφέα», μου είπες Άννα. Σε κράτησα βάζοντας τα χέρια σου βαθιά στις τσέπες μου. Έπιασες τα σπίρτα μου και τα τσιγάρα.

«-Δικά σου είναι;» Με ρώτησες.

«-Ναι, γιατί;»

«-Είσαι μικρούλης ακόμη».

«-Είμαι μικρούλης. Ένας μικρούλης γεροντάκος».

Αστείο ήταν. Γελάσαμε κι δυο. Έπαιξα με τα χαλίκια.

«-Όταν έχει φεγγάρι γεμάτο, θάχουμε γιορτή;»

Με κοίταξες. Τα χείλη σου μισάνοιξαν. Με κοίταξες.

Το ρολόι της πόλης χτυπούσε μεσάνυχτα. Γύρισα τρέχοντας στο σπίτι. Αχ! Ξέχασα να σου προσφέρω το ανθάκι από γιασεμί. Το κράτησα στα χέρια μου τρυφερά. «Αύριο», είπα μέσα μου. «Αύριο, που θα της μιλήσω για το νησί μου».

Όταν με κατέβαζαν με το φορείο από τις σκάλες της πολυκατοικίας, ένιωθα τα λουριά στο σώμα μου να με πιέζουν, κι εκείνο το ταρακούνημα μου έφερνε ναυτία. Ανάμεσα από όλα τα βλέμματα που ήταν καρφωμένα επάνω μου αισθάνθηκα εκείνο του μικρού μου γείτονα από το απέναντι διαμέρισμα. Είχε διεισδύσει μέσα μου. Έψαχνε το εσωτερικό μου, με τα δάχτυλα της καρδιάς του, όπως όταν χάιδευε το βιολί του. Έψαχνε με τ’ αυτιά του τεντωμένα, προσπαθώντας να συλλάβει και τον παραμικρό ήχο, να ξεχωρίσει τις μαγικές νότες μου... «-Σολ φυσικό ή σολ δίεσης; Σολ φυσικό...φυσικό». Φυσικά εκείνος δε με λυπόταν. Εκείνος ήξερε πως η κατάντια μου δεν ήταν δική μου. Μια ξένη προσωπίδα μου φόρεσαν και μ’ έδειξαν με το δάχτυλο στα ψεύτικα δικαστήριά τους και με διέσυραν και με καταδίκασαν και μ’ απομόνωσαν. Εκείνος μόνο μπόρεσε να ξεχωρίσει πως το δάκρυ που είχε ξεπεταχτεί απ’ το αριστερό μου μάτι και είχε σταθεί στο μάγουλο, δεν ήταν το τελευταίο, του θανάτου το δάκρυ. Ήταν που μου στερούσαν και το περιθώριο.

Έχανα τη μικρή μου κάμαρη με τους τέσσερις τοίχους της (πόσα παιχνίδια είχα κάνει μαζί τους!). Έχανα τις πρόβες του μικρού μου φίλου. Τις περισσότερες φορές, το ένιωθα, έπαιζε βιολί μόνο για μένα.

Είχαμε μια σιωπηλή επικοινωνία εμείς οι δυο. Το μόνο που ήξερα γι’ αυτόν, ήταν οι μελωδίες του. Τον φανταζόμουν σε μεγάλα παλάτια του ουρανού να υποκλίνεται στ’ αστέρια. Σολίστα σε μεγάλες συναυλίες ανάμεσα στα πουλιά. Είμαστε φίλοι, δίχως ποτέ στην πραγματικότητα να δώσουμε τα χέρια. Εγώ μόνο άκουγα κι εκείνος τα βράδια διάβαζε τα βιβλία μου ξαπλωμένος στο πάτωμα ανάσκελα.

Ένα μεσημέρι καθώς ανέβαινα τις σκάλες τον είδα στην πόρτα του. «-Χαίρετε κύριε Ορφέα», μου είπε. Του ανταπόδωσα τον χαιρετισμό:

«-Χαίρετε, Μιχαήλ!»

Έτσι άκουγα τη δασκάλα του της μουσικής να τον αποκαλεί στα ιδιαίτερα μαθήματα βιολιού που του έκανε.

«-Ήμουν στο μπαλκόνι, είδα ότι έρχεστε στο σπίτι και βγήκα για να σας συναντήσω».

«-Μμ, και γιατί;»

«-Ήθελα να σας πω ότι διάβασα ένα από τα βιβλία σας. Την ενδιάμεση απόκλιση των χρωμάτων. Συγχαρητήρια, κύριε Ορφέα...»

«-Και σε σένα συγχαρητήρια αγόρι μου. Κάποια μέρα θα γίνεις ένας σπουδαίος σολίστας».

«-Ευχαριστώ πολύ. Είναι το όνειρό μου».

Ένα παιδί με όνειρα. Ένα ονειρικό παιδί, σκέφτηκα μέσα μου. Του χαμογέλασα...Κι ενώ έβαζα το κλειδί στην κλειδαριά άκουσα να μου λέει:

«-Χάρηκα πολύ που μιλήσαμε, κύριε Ορφέα».

Του χαμογέλασα ξανά. Μπήκα στο διαμέρισμά μου-στη φωλιά μου-έτσι το ένιωθα. Εκεί αισθανόμουνα ανακούφιση. Εκεί προσπαθούσα να ηρεμίσω και να γιατρέψω τις πληγές μου. Έφτιαξα ένα τοστ, γέμισα ένα ποτήρι γάλα και κάθισα στο γραφείο μου. Έτρωγα γρήγορα και περίμενα να χτυπήσει το τηλέφωνο. Περίμενα το τηλεφώνημά σου Άννα.

«-Ντριιιιν» Με το πρώτο χτύπημα σήκωσα το ακουστικό.

«-Ορίστε!»

«-Γεια σου, παιδί μου».

Άννα, πόσο γλυκιά ήταν η φωνή σου. Πόσο γλυκά ακουμπούσαν στην καρδιά μου τα κύματά σου. Κι όταν ακόμη ήσουν στενοχωρημένη και αγχωμένη, πάλι γλυκά ερχόσουν δίπλα μου. Γλυκά κι ανάλαφρα σαν πεταλούδα πατούσες πάνω μου, απομυζούσες με τις κεραίες σου από το νου μου, από την ψυχή μου κι ύστερα πετούσες μακριά και πάλι ερχόσουν και πάλι έφευγες...Ένα ατελείωτο παιχνίδι!...

«-Άννα, έχω να σου πω κάτι ευχάριστο!»

«-Τι;»

«-Σ’ αγαπώ Άννα!»

«-Ναι;... αλήθεια;»

«-Αλήθεια!»

«-Κι εγώ έχω να σου πω κάτι ευχάριστο. Αύριο τα ξημερώματα φεύγω για Παρίσι! Ακούς Ορφέα; Παρίσι».

«-Έτσι, ξαφνικά;»

«-Ήταν να πάει ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας για ΄κείνο το ρεπορτάζ που σου είχα πει. Αρρώστησε όμως το παιδί του, μπήκε στο νοσοκομείο και στέλνουν εμένα μαζί με τον Παπαδόπουλο, ξέρεις το Νικολάκι, τον φωτορεπόρτερ».

«-Λέγαμε ότι στο Παρίσι θα πάμε μαζί κάποτε...»

«-Σε παρακαλώ Ορφέα...»

«-Συγγνώμη, Άννα...Θα σε δω σήμερα καθόλου;»

«-Πέρνα απ’ το σπίτι κατά τις οκτώ. Θα ετοιμάσω τη βαλίτσα μου κι ύστερα θα κάτσουμε. Εντάξει;»

«....-Εντάξει...»

Οι ώρες περνούσαν γρήγορα. Κάθε φορά που έκανα κοπάνα απ’ τη δουλειά, δεν καταλάβαινα πως περνά ο χρόνος. Διάβασα λίγο, έκανα κάποιες διορθώσεις στην καινούργια ποιητική συλλογή που ετοίμαζα, έκανα ένα ντουζ, έβαλα το άρωμα που σου άρεσε. Πριν φύγω απ’ το σπίτι κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. «Εντάξει Ορφέα», είπα στον εαυτό μου, «τα κατάφερες αυτή τη φορά να μακρύνεις τα μαλλιά σου». Πάντα ήθελα να έχω μακριά μαλλιά. Οι γονείς όμως, η δουλειά...

«Πως θα σε κοιτάζουν Ορφέα στη δουλειά;» Μου έλεγε πάντα η μητέρα μου. «Ένας λογιστής σα χίπυς;»

«-Αυτός ο γιος σου θα με τρελάνει. Πάντα αντίδραση. Σε ποιόν διάολο έμοιασε;» άκουγα τα βράδια τον πατέρα να μουρμουρίζει.

Και ΄γω που ήθελα να τρέξω κοντά τους, να τους αγκαλιάσω, να τους φωνάξω δυνατά: «-Σας αγαπώ μη με παιδεύετε άλλο!»

Ναι, ήμουν λογιστής. «Όχι, Ορφέα», μου έλεγε η συνείδησή μου. «Είσαι ένας ποιητής!» «Δεν το ξέρω», της απαντούσα, «προσπαθώ». Τραγουδούσε το αίμα μου στις φλέβες καθώς κυλούσε, τραγουδούσε η καρδιά μου καθώς χτυπούσε...

Ένα βράδυ «-Γιώργοοοοοο!» Ούρλιαξε η μητέρα. Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι. Πήγα στο υπνοδωμάτιο των γονιών μου. Ο πατέρας είχε πάθει καρδιακή κρίση. Ειδοποίησα το 166. Μέχρι να έρθουν, είχα ανέβει με τα γόνατα στο ξαπλωμένο κορμί του πατέρα. Τον χτυπούσα στο στήθος με δυνατές γροθιές. Η μητέρα σχεδόν λιπόθυμη «-Γιώργο, Γιώργο», μουρμούριζε ξέπνοα. Ήταν κι αυτή η καημένη άρρωστη. Άρρωστη και κουρασμένη. Αχ, μάνα, σε θυμάμαι νέα. Μια ζωγραφιά ήσουν. Σήκωνες τη σκάφη γεμάτη με ρούχα και νόμιζα ότι σήκωνες τον κόσμο όλο. Πονούσες, μάνα, και τότε. Στερήσεις, στερήσεις και κακουχία. «Τα παιδιά πρέπει να σπουδάσουν κυρά. Υπομονή», έλεγε ο πατέρας. «Τα παιδιά πρέπει να μην υποφέρουν όπως εμείς. Να τους φτιάξουμε μια στέγη να μπουν από κάτω, να σπουδάσουν. Να μην τους εκμεταλλεύεται ο καθένας. Κουράγιο Κατερίνα». Κουράγιο Κατερίνα...Αντίο πατέρα. Το ασθενοφόρο άργησε να έρθει.

«-Κάναμε όσο πιο γρήγορα γινόταν. Είναι η εξέγερση των φυλακισμένων ξέρετε...Υπάρχουν και τραυματίες... Κάναμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε»...Δεν προλάβατε όμως.

Πατέρα, πως με κοιτούσαν τα μάτια σου θλιμμένα. Βασίλευες κι έφευγε η γη κάτω απ’ τα πόδια μου. Σου κράτησα τα χέρια. Σε φίλησα. «-Σ’ αγαπώ πατέρα. Πάντα σ’ αγαπούσα. Πάντα σε θαύμαζα»....Μάνα, μη φεύγεις κι εσύ....

Στο δρόμο υπήρχαν αίματα. «-Γιατί σε μένα;» Φώναζε ο οδηγός του Ι.Χ. που χτύπησε τη μητέρα. «-Αυτοκτονία», είπαν. Είπαν... «-Τρελάθηκε η κακομοίρα. Πριν ένα μήνα πέθανε ο άντρας της από έμφραγμα. Δεν το άντεξε».

«-Μάνααααααααααααα!»

Ένα ματσάκι ανεμώνες, είναι ίσως στη δροσιά του δειλινού, η συνέχεια της ζωής. Ο «μικρός αλητάκος» που κούρνιαζε τις νύχτες στο παρκάκι, ακουμπούσε στο στήθος της μάνας γης κι ονειρευόταν φεγγάρια. Μπορεί κάποτε να σκέφτηκε να γίνει...αστροναύτης. Μπορεί κάποτε να χάραξε μια πορεία. Υπάρχει όμως κι άνεμος και καταιγίδα και κεραυνοί.

...................................................................


ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ>>>>>>>>>>>>>>>>>>>


...Θυμάμαι, είχα μπει χαρούμενος στο μηχανουργείο του πατέρα μου. Τον βρήκα να δουλεύει στον τόρνο.

«-Πατέρα, θέλω να σου μιλήσω».

«-Τι συμβαίνει παιδί μου;»

«-Πατέρα, αποφάσισα να δώσω εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών», είπα.

Εκείνος, σήκωσε μόνο το κεφάλι, ενώ το σώμα του ήταν ακόμη γερμένο πάνω απ’ το «αρχαιολογικό» μηχάνημα (έτσι συνηθίζαμε να λέμε τον τόρνο εγώ κι η αδερφή μου, αφού ήταν το πρώτο μηχάνημα που είχε αγοράσει ο πατέρας μέσα στο μαγαζί πριν είκοσι πέντε περίπου χρόνια και μεταχειρισμένο, όπως ήταν, μετέδινε σε μας ένα αίσθημα δέους). Ο πατέρας όταν δούλευε στον τόρνο, μας φαίνονταν σα να ακουμπά και να κοιτάζει το μηχάνημα με σεβασμό. Και λογικό ήταν. Με πολλές οικονομίες το αγόρασε από το Μοναστηράκι λίγο πριν παντρευτεί με την μαμά και με χίλια όνειρα το έφερε στο φτωχικό «μαγαζάκι» του-μια παράγκα ήταν τότε δίπλα στο σπίτι μας.

Με κοίταξε λοιπόν με γουρλωμένα μάτια ο πατέρας όταν του ανακοίνωσα την απόφασή μου και μου είπε:

«-Δεν έχω ώρα γι’ αστεία Ορφέα. Δεν βλέπεις ότι εργάζομαι;»

«-Δεν είναι αστείο πατέρα! Προσπάθησα κι εχτές να σου μιλήσω αλλά δεν τα κατάφερα. Γύρισες αργά απ’ τη δουλειά. Πρέπει να γραφτώ σε σχολή για σχέδιο. Να προετοιμαστώ για τις εξετάσεις. Εσύ πατέρα δεν μας είπες να ζητάμε ότι χρειάζεται για τις σπουδές μας. Ξέρω ότι χρωστάμε στην Τράπεζα το δάνειο, ξέρω ότι έχουμε το γάμο της Ελένης...Όμως, πατέρα, σε παρακαλώ, πες μου τι να κάνω;»

«-Δε λέω, είναι ωραία η ζωγραφική, αλλά μόνο για να περνά ευχάριστα η ώρα σου. Πρέπει να σπουδάσεις Ορφέα. Να γίνεις, ας πούμε, μηχανολόγος. Να έχεις μια σίγουρη δουλειά. Ή λογιστής. Οι λογιστές σήμερα είναι περιζήτητοι. Δώσε εξετάσεις στην Ανωτάτη Εμπορική. Λογικέψου παιδί μου. Δεν είναι οι ζωγραφικές για μας. Θέλεις να πεινάσεις; Αργότερα θα κάνεις δική σου οικογένεια, πως θα τη ζήσεις; Με τις πενταροδεκάρες; Κουράστηκα πια κι εγώ κι η μάνα σου. Έλα, τώρα πήγαινε στο μάθημά σου κι άσε με γιατί έχω δουλειά».

«Κι εγώ πατέρα, κι εγώ έχω πολύ δουλειά», σκέφτηκα κι έφυγα απογοητευμένος.

Εκείνο το βράδυ δεν γύρισα στο σπίτι. Ξέρω, η μάνα θα γυρνούσε στα σκοτεινά από δωμάτιο σε δωμάτιο ανήσυχη. Ανήσυχα θα προσπαθούσε μέσα στο σκοτάδι του δρόμου ν’ ακούσει βήματα, να πάρει κάποιο μήνυμα από κάπου. Σα ν’ ακούστηκαν βήματα, σαν ένα φρενάρισμα στο δρόμο...Όχι, όχι... Τι έγινε αυτό το παιδί; Ένα τηλεφώνημα μήπως; Τι να συμβαίνει; Τι να συμβαίνει; Αύριο το πρωί έχει φροντιστήριο. Αχ, Γιώργο δεν τ’ αφήνεις κι εσύ. Ζωγράφος; Ζωγράφος. Τι να κάνουμε; Κι εγώ θα ήθελα κάτι σίγουρο. Τι να κάνουμε όμως; Τι να έγινε το παιδί; Φοβάμαι Γιώργο.

Καημένη μάνα. Πολλές φορές με παράπονο θυμόταν κι εκείνη το «όχι!» του πατέρα της στην απόφασή της να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι. «-Μου αρέσει μπαμπά», του είχε πει. «-Όχι, πόρνες στο σπίτι μου δεν θέλω. Τ’ ακούς;» Αυτή ήταν η απάντησή του. Και βιάστηκε να την παντρέψει.

«-Σαν αηδόνι τραγουδά η μαμά», έλεγε συχνά η Ελένη μας, όταν την άκουγε και καμάρωνε.

«-Σαν αηδόνι», επαναλάμβανα κι εγώ σαν παπαγάλος τα λόγια της μεγάλης μου αδερφής και συνέχιζα από μέσα μου για να μη μ’ ακούσει και με πει πάλι αντιρρησία: «μέσα στο κλουβί».

Η Ελένη όλο κολακείες ήταν κι εξυπνάδες. Πάντα κατάφερνε όμως να έχει ότι ήθελε από τους δικούς μας. Τη βοηθούσε, βλέπεις, που ήταν και η μεγαλύτερη, ήταν και κορίτσι κι ο πατέρας της είχε κρυφή αδυναμία. «Γιο δεν ήθελες;» Έλεγε, πότε φανερά και πότε σιωπηρά, ο μπαμπάς όταν νευρίαζε μαζί μου στη μάνα. Με νοιαζόταν δεν λέω, αλλά με έβλεπε σα συνέχειά του. Ήθελε να σκέπτομαι σαν κι εκείνον και δεν δεχόταν τίποτα διαφορετικό. «-Εγώ έφαγα τη ζωή με το κουτάλι», έλεγε, «δε θα μου πεις εσύ που δεν βγήκες ακόμη απ’ τ’ αυγό».

Από εφτά χρονών ο πατέρας δούλευε στο καφενεδάκι του παππού. «Παιχνίδι εγώ δεν ήξερα», μας έλεγε όταν μας διηγιόταν τη ζωή του. Και συνέχιζε: «- Ήταν η κατοχή, δύσκολα χρόνια. Ο παππούς σας αντάρτης στα βουνά. Έπρεπε εγώ να φροντίσω την οικογένεια. Αργότερα δουλειά στα χωράφια. Έσκαβα με το τσαπί απ’ το πρωί, ώσπου να δύσει ο ήλιος. Παπούτσια; Που να τα βρω τα παπούτσια. Τα πόδια μου ματωμένα και πρησμένα ήταν πάντα. Και για φαγητό; ...Μας έδινε η συχωρεμένη η Μπουτζαλίνα (στον άντρα της δουλεύαμε) ένα πιατάκι με μια χουφτιά ρύζι. Και λάδι; Που να βρεθεί το λάδι». «-Και για μας ήταν πολύ δύσκολα», έμπαινε στη συζήτηση η μάνα. «Εφτά παιδιά, πως να μας ζήσουνε».

«-Σταμάτα Κατερίνα, εγώ μιλάω τώρα», της απαντούσε συνήθως ο πατέρας. Και πάντα τελειώναμε με έναν καυγά. Δύσκολες ώρες, δύσκολα χρόνια. Πάντα βαριόμουνα τις συζητήσεις στο σπίτι, όχι γιατί δεν ενδιαφερόμουνα, αλλά γιατί στο τέλος τσακωνόμαστε.

Ποιος έζησε ποιο δύσκολη ζωή; Ποιος ζει ποιο δύσκολη ζωή; «Τώρα τα έχετε όλα. Τι άλλο θέλετε;» Αχ, πατέρα βαρέθηκα, δεν μπορώ άλλο πια να τ’ ακούω!

Τι άλλο θέλουμε; Άννα έρχομαι. Έρχομαι κοντά σου. Πόσο μου λείπει η ζεστή σου αγκαλιά.

Χτύπησα το κουδούνι της εξώπορτας. Άνοιξες. Με περίμενες. Ο Κριστόφ στο c.d. player στη διαπασών. «Ζε τεμμμμ». Πριν προλάβω να μπω μέσα στο διαμέρισμα, με άρπαξες στην αγκαλιά σου. «-Να σου πω. Εσύ μου χρωστάς ένα χορό απ’ την Πρωτοχρονιά». «-Άννα! Αγάπη μου»...

«-Υπάρχουμε μέσα σε σκοτάδια εποχών», σου έλεγα.

«-Υπάρχουμε για να λάμψουμε στα σκοτάδια», μου έλεγες «Μη μιλάς. Άκου, το αεροπλάνο απογειώνεται. Παρίσι!»

«-Άκου, κάπου, κάποιος κλαίει».

«-Αδιόρθωτε!»

«-Αδιόρθωτη!»...

Όνειρα, σα στάχυα φύτρωναν κοντά σου. Αδιόρθωτη, πάντα φεύγεις. «-Μείνε μαζί μου»

«-Μη μιλάς Ορφέα. Με φοβίζεις. Φίλησέ με.»

«-Σ’ αγαπώ»...

Μέσα στις φλέβες μου, χλιμιντρίζουν άγρια άλογα. «Μείνε κοντά μου!. Όχι, μη μ’ ακούς προχώρα. Φύγε χωρίς να κοιτάζεις πίσω. Μόνο να θυμάσαι. Ή, μη θυμάσαι γιατί θα πονάς. Προχώρα!» Το όνειρο προχώρησε μαζί με την άνοιξη. Τι ζήσαμε; Πόσο ζήσαμε; Κανείς δεν ξέρει. «Μη μιλάς. Μη μιλάς». «Μίλα μου, θέλω ν’ ακούω τη φωνή σου».

Κάντε στην άκρη. Φώναξε κάποιος απ’ τους νοσοκόμους του ασθενοφόρου στον κόσμο που είχε μαζευτεί. Με φόρτωσαν. Ξεκινήσαμε. Μια σειρήνα ουρλιάζει. Γρήγορα, γρήγορα, γρήγορα!!!...

Οι σειρήνες ούρλιαζαν κι εκείνο το βράδυ. Χτυπούσαν κατά πρόσωπο το σκοτάδι και τη βροχή. Η βροχή είχε περάσει απ’ το μπουφάν στο κορμί μου. Δεν κρύωνα, δε σκεφτόμουνα αν κρυώνω. Αν μ’ έβλεπε η μητέρα θα τρελαινότανε από τη στενoχώρια της.

«-Παιδί μου», θα φώναζε, «θα κρυώσεις!» Αυτό το βράδυ ήταν μακριά μου η μάνα. Είχα καταφέρει να ξεφύγω από τη φωλιά της. Φωνάζαμε τότε στους δρόμους ζητώντας το δίκιο και τη λευτεριά. Ποια λευτεριά άραγε; Οι σειρήνες στρίγκλιζαν. Δεν έπρεπε, είπαν, να προχωρήσουμε στην Αμερικάνικη Πρεσβεία. Εμείς προχωρούσαμε. Εμείς απαιτούσαμε. «Μην απαιτείς! Προσκύνα! Πέσε στα γόνατα και παρακάλα. Σκλάβε, προσκύνα!» Εμείς προχωρούσαμε. Ανηφορίζαμε στη Σταδίου. Στοά Νικολούδη. Μας την έπεσαν τα τσιράκια της προβοκάτσιας με εμφάνιση ζουλού. Οι αλυσίδες τους έκοβαν τη νύχτα στα δυο. Εμπόδιζαν οι αλυσίδες τους τη ροή της βροχής. Ούρλιαζαν και τότε οι σειρήνες. Καπνοί, δακρυγόνα. Μαστιγώθηκε η Ορμή. Τα βλέμματά μας που έβλεπαν στο αύριο. Κι οι μπάτσοι σαν κοράκια έβριζαν και χτυπούσαν αλύπητα. Τσάκιζαν με τους υποκόπανους. Ανοιγμένα κεφάλια, λύσα και μανία. Έτρεξα με κατεύθυνση προς την πλατεία Βάθης. Οι οίκοι ανοχής δούλευαν πυρετωδώς. Τα κόκκινα λαμπάκια, κρεμασμένα περίλυπα, στραφτάλιζαν στη βροχή. Τότε κάποια κοπέλα που γύριζε απ’ τη διαδήλωση φώναξε: «Οι άλλοι σκοτώνονται κι αυτοί .…». Κι ύστερα έβγαλε ένα «αααχ!» και τίποτε άλλο. Έπεσε κάτω πλημμυρισμένη στο αίμα. Το μαχαίρι της καρφώθηκε στην κοιλιά. Κι ο φονιάς…τσιράκι της προβοκάτσιας, ψυχοπαθής είπαν στο δικαστήριο. Ύστερα ελεύθερος με αναστολή. Ο συνήγορός του πρωτοσέλιδο των εφημερίδων. Οι κάμερες τον αποθέωσαν.

Καπνοί, φωτιές, φωνές. Ένας νεκρός, δυο οι νεκροί.

«-Είμαι άντρας πια μητέρα! Ξέρω τι κάνω». «-Δεν αξίζει αγόρι μου», εκείνη, «κοίτα τα μαθήματά σου». Δεν έμαθα ακόμη αν άξιζε ή όχι. Πάντως ζωγράφος δεν έγινα.

Ένας νεκρός...δυο οι νεκροί...Φαντάζομαι πως οι νεκροί θάχουν το χρώμα της φωτιάς. Τα κοκαλιάρικα χέρια τους θα ικετεύουν για επιείκεια, ή θα ζητούν εκείνα που δεν άγγιξαν. Kαι μια ψυχρή προσταγή της Μεγάλης Δύναμης θα δίνει τέλος στα δεινά τους: «-Καροτσέρης εσύ!...Εσύ, καπετάνιος! Εσύ...» ε, όχι, όχι κι εδώ... «Εσύ νταβατζής!»

Μη με κοιτάς χαμηλά Άννα. Ντρέπομαι και κρυώνω. Κοίτα με μόνο στα μάτια. Ίσια, κατευθείαν. Κι ύστερα μη κάνεις τίποτα. Όλα θάρθουν και θα ξανάρθουν και δε θα φύγουν πια. Δεν είμαι εγώ για παιχνίδια, δεν το έμαθες ακόμη; Δεν θα το μάθεις ποτέ. Σταμάτησαν νωρίς τα παιχνίδια για μένα. Κι ύστερα, σιγά σιγά...

Σιγά...άρμεξε πάλι το νου μου. Κι άρχισε να στροβιλίζεσαι. Τα μέτρα και τα σταθμά ήταν λίγα και φτηνά στην εποχή που μεγάλωσα. Και τα ποτήρια όταν άδειαζα, δεν κούρσευα τον διάβολο. Έριχνα σκόνη στα δικά μου τα μάτια και πέθαινα λίγο λίγο τη ζωή μου που στένευε. Στένευε και με πλάκωνε και μ’ έκανε χλωμό. Χλωμή μου φαντασία, τώρα λειώνω...

Κι ύστερα, μέχρι και οι αχιβάδες γελούν μαζί μου, που δεν μπόρεσα σαν κύριος να εμφανιστώ επιτέλους στον κόσμο, ή να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα, ενώ εκείνες καμαρώνουν στη βιτρίνα της έκθεσης θαλασσινών. Αφού έτυχα σε μια αφιλόξενη εποχή σου λέω και μετά είμαι ένα σημαδεμένο παιδί...πως μπορώ να ζω;

Ξημερώματα γύρισα στο σπίτι. Η μητέρα δεν είχε κλείσει μάτι. Φαινόταν απ’ τα σακουλιασμένα και μαύρα της μάτια το ξενύχτι της ανησυχίας. Πανικός την έπιασε όταν με είδε. Εγώ δε μιλούσα. Προσπαθούσα να κρύψω τη ντροπή που ένιωθα για τον χαμένο αντρισμό μου, όπως το κορίτσι του ταχυδρομείου, που προσπαθούσε να κρύψει τα κουτσουρεμένα δάχτυλά του μέσα σε χρυσά δαχτυλίδια και σε γρήγορες σπασμωδικές κινήσεις. Όμως τα χτυπήματα στο πρόσωπο πως να τα έκρυβα; Αισθανόμουνα πόνο και σιχασιά. Για όλα; Για τον εαυτό μου; Για τον λειωμένο αντρισμό μου;... Δεν ξέρω...

Κι εκείνο το κορίτσι... Ωραίο σαν όνειρο ήταν.

...Μπόρεσα μόνο να της αγγίξω τρυφερά τα κλειστά μάτια. Εκείνη περίμενε. Εγώ κοιτούσα. Ατέλειωτος ο χρόνος και οι σκιές απ’ το παρελθόν έσφιγγαν το λαιμό μου και οι φωνές και οι ψίθυροι. Εκείνη περίμενε. Ώσπου η ώρα κομματιάστηκε και το πάτωμα γέμισε απ’ τα σπασμένα λεπτά της. Κάποιος απ’ έξω χτύπησε την πόρτα. Κάποιος φώναξε ανυπόμονα και νευριασμένα: «Τελείωνε, ρέε!»

Κι εκείνη άνοιξε τα μάτια. «Δεν μπορείς;» Με ρώτησε. «Θέλω να σε ζωγραφίσω». Της είπα.

«Τρελός είσαι;»

«Μ’ αρέσεις. Σε ζωγραφίζω».

«Που;»

«Εδώ». Κι έδειξα με το δάχτυλο τα μάτια μου.

«Τρελός είσαι;» Ξαναρώτησε.

«Δεν ξέρω. Ίσως».

«Δεν έχεις ξαναπάει με γυναίκα;»

«Δεν ξέρω, δεν μπορώ». Κι έφυγα βιαστικά με μια δικιά μου, προσωπική ικανοποίηση.

Στο δρόμο κάποιοι με περίμεναν. «Ρε, να η πουτάνα!» Είπε ένας απ’ αυτούς. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και ήταν Άνοιξη. Μου την έπεσαν όλοι μαζί. Με χτύπησαν. Αντιστάθηκα όσο μπορούσα. Δεν μπόρεσα άλλο. Και τότε......Σηκώθηκα με πόνο. Ήμουν μόνος. Κούμπωσα το παντελόνι και προχώρησα τρεκλίζοντας.

Εκείνους τους κάποιους τους ήξερα. Κάποτε θα τους έβρισκα. Κάποτε θα τους ....

... -«Σαν κοριτσάκι είσαι». Είχε τολμήσει ένας απ’ αυτούς να μου πει στο σχολείο. Κι ύστερα...κρυφά χαχανητά και ψίθυροι. Όμως οι μάγκες έκαναν λάθος. Αυτοί μετρούσαν που δεν πάλευα μαζί τους, που δεν πείραζα τα κορίτσια, που δεν έδειχνα τους μυς μου, που όμως θέριευαν. Έψαχνα, μόνο έψαχνα...και πονούσα.

Όταν ένα ζώο χτυπημένο ζαρώνει απ’ τον πόνο στη μοναξιά του, ενώ κι εκείνη ακόμη σαρκάζει τη δυστυχία του, τότε, τότε το να τρέξει μπροστά στα λυσσασμένα αυτοκίνητα της λεωφόρου, είναι μάλλον η καλύτερη λύση.

Φυτοζωούσα από χρόνια, μπορεί κι από τότε που γεννήθηκα. Κι εκείνο το απροσδιόριστο πάθος που ένιωθα μέσα μου από μικρός για το «άλλο πρόσωπο» της ζωής, μ’ έκανε σκοτεινό κι απόμακρο. Κι ύστερα αξιοπερίεργο κι αξιοπρόσεχτο. Μ’ έκανε πειραματόζωο σε εργαστήρια μανιακών. Κι η μοναξιά που κρεμάστηκε απ’ το λαιμό μου με γάζωνε με ριπές και με στράγγιζε.

Μπήκα στο σπίτι.

«-Τι έπαθες αγόρι μου;» Με κλάματα μ’ αγκάλιαζε η καημένη η μάνα.

«-Μη μάνα. Άσε με. Άσε με σου λέω!»

Πετάχτηκε κι ο πατέρας απ’ το κρεβάτι. Αγριεμένος; Φοβισμένος; Και τα δυο μάλλον μαζί. Και τα δυο.

«-Αλήτη, πως γύρισες στο σπίτι; Στο δρόμο βρε είναι η θέση σου. Ανάθεμα στην ώρα που γεννήθηκες. Θα σε σκοτώσω».

Κοίταζα σα χαμένος.

«-Παράτα με!» Φώναξα.

Ρίχτηκε πάνω μου.

«-Μη Γιώργο! Μη το παιδί!»

«-Στα φύλαγα χρόνια αλήτη. Θα σε σκοτώσω»

Πρόλαβα να μπω στο δωμάτιό μου. Κλείδωσα την πόρτα από μέσα. Πονούσα.

«Στα φύλαγα χρόνια αλήτη. Θα σε σκοτώσω!» Αντηχούσε η φωνή του στ’ αυτιά μου. «Γιατί πατέρα;» Σκεφτόμουν. Δεν μιλούσα. «Για ποιο θέμα μιλάς, πατέρα;».....

Θάμουν δε θάμουν οχτώ χρονώ. Θυμάμαι. Πάντα θυμάμαι. Καλοκαιράκι. Διακοπές ο πατέρας απ’ τη δουλειά. Στη Λούτσα λοιπόν διακοπές. Φιλοξενούμενοι από φιλικό ζευγάρι των γονιών μου. Είχαμε πάρει και το ποδήλατο της Ελένης μαζί. Το δικό μου είχε χαλάσει. Πρωί - απόγευμα στη θάλασσα. Την αγαπούσα από παιδί. Κάποια βραδάκια καθόμασταν στην αμμουδιά. «-Κοίτα Ορφέα! Οι τράτες», μου έλεγε ο πατέρας. «Κοίτα τα πυροφάνια!» «-Θα γίνω ψαράς», τους έλεγα. Γελούσαν. «Χαίρονται», σκεφτόμουν. Ένα από τα βράδια αυτά θυμάμαι, γνωρίσαμε την Έλενα. Ήταν μάλλον πιο νέα απ’ τη μάνα. Το είχα σκεφτεί γιατί φορούσε πάντα σορτσάκι, γιατί είχε μακριά μαλλιά. Είχε ξανθά μαλλιά η Έλενα. Την συμπάθησα από την πρώτη στιγμή. Μας την σύστησαν από μακριά οι φίλοι των γονιών μου. Και λέω από μακριά, γιατί δεν τη φώναξαν και δεν είπαν όπως έκαναν συνήθως οι μεγάλοι: «-Από εδώ ο κύριος Γιώργος, η γυναίκα του· η κυρία Κατερίνα και τα παιδιά». Όμως η Έλενα σίγουρα θα είχε σκεφτεί από την πρώτη στιγμή που με είδε έστω και από μακριά: «Τι ωραίο αγοράκι!» Θα με είχε ακούσει που χαιρετούσα τις τράτες και ξεφώνιζα: «-Ε, ψαράδες, πάρτε με μαζί σας. Πάρτε με μαζί σας!»

Κάποιο μεσημέρι, η Έλενα πέρασε έξω απ’ την αυλή μας. Προχωρούσε ξυπόλητη κρατώντας τα πέδιλά της στα χέρια. «Ο ήλιος στέκεται στα μαλλιά της», είπα μέσα μου. Πλησίασε. Μου χαμογέλασε και τότε το είπε:

«-Τι ωραίο αγοράκι! Πως σε λένε;»

«-Ορφέα. Και εσάς, ξέρω ότι σας λένε κυρία Έλενα!» Απάντησα γρήγορα. Χαμογέλασε, άπλωσε το χέρι της και μου χάιδεψε τα μαλλιά.

«-Ωραίο όνομα έχεις Ορφέα». Μιλούσε αργά και καθαρά. «Είμαστε γείτονες λοιπόν. Γείτονες του καλοκαιριού. Πηγαίνεις σχολείο;»

«-Ναι. Είμαι στην Τρίτη τάξη».

«-Μπράβο Ορφέα! Είσαι μεγάλο αγόρι, γι’ αυτό δεν κοιμάσαι τα μεσημέρια;» Μου είπε.

«-Δε μ’ αρέσει να κοιμάμαι. Είναι χαμένος χρόνος. Η μαμά βέβαια φωνάζει, αλλά...»

«-Αλλά; Τι αλλά;»

«-Απλώς, δεν μ’ αρέσει να κοιμάμαι».

«-Και τι κάνεις;»

«-Τίποτα...Σκέφτομαι».

«-Τι;» Είπε γελώντας.

Ήθελα να της απαντήσω, αλλά ντράπηκα. «Εσάς σκέφτομαι κυρία Έλενα». Έσκυψα το κεφάλι. Τα μάγουλά μου ένιωθα ότι είχαν πάρει φωτιά.

«-Ορφέαααα! Τι κάνεις έξω;» Φώναξε η μαμά.

«-Εδώ είμαι. Μιλάω με την...», κυρία Έλενα ήθελα να πω, όμως σηκώνοντας το κεφάλι για να την κοιτάξω εκείνη είχε χαθεί, μάλλον, νόμιζα ότι είχε χαθεί, γιατί από τότε μπήκε για πάντα στη ζωή μου, πιάστηκε απ’ την παιδικότητά μου, την έγδυσε, τη βίασε και την πέταξε ύστερα σαν αποκαΐδι. «-Έλα Ορφέα...Έλα κοντά μου. Έλα να σου δείξω». Μου έλεγε τ’ απογεύματα που κρυφά με έβαζε στο σπίτι της. «Κοίτα!...Σ’ αρέσει παιδί μου;»

Κι εγώ κοιτούσα, χωρίς να ντρέπομαι, χωρίς να φοβάμαι και άγγιζα με τα χεράκια μου εκείνο το γυμνό κορμί της θεάς Αφροδίτης. «-Γεννήθηκα απ’ τους αφρούς της θάλασσας. Προσκύνησε τη θεά σου παιδί μου». Μου έλεγε: «-Είσαι για μένα, Ορφέα, είσαι ο σκλάβος μου». Κι όταν μετά εκείνος ο φίλος της Αφροδίτης μου με βίασε, ο πόνος κι η ντροπή τύλιξαν την ψυχή μου.

Όταν ανακάλυψαν τι γινόταν στο σπίτι της Έλενας τ’ απογεύματα οι δικοί μου, ήταν πια πολύ αργά, γιατί το δηλητήριο της αρρώστιας είχε φωλιάσει μέσα μου. Μου σύνθλιψε το μυαλό και μ’ έριξε σε μιαν άβυσσο που κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να με βγάλει. Με τράβηξε απ’ τα μαλλιά, με τεμάχισε...

Γι’ αυτό το θέμα μιλάς πατέρα; Κι εσύ όταν κατάλαβες τι γινόταν εκεί, σ’ εκείνο το σπίτι, τι έκανες τότε πατέρα;

«-Ψυχολόγο;» έλεγες τότε, «τι ψυχολόγο μωρέ! Με τρέλανε το παλιόπαιδο. Αχ, δεν μπορώ η καρδιά μου. Η καρδιά μου Κατερίνα! Μας ντρόπιασε ο γιος μας».

«-Ναι, σας ντρόπιασε ο γιος σας, οχτώ χρονώ. Σας ντρόπιασε».

«-Γιατί το άφησες το παιδί και ξέφυγε απ’ τα μάτια σου χαζή γυναίκα; Πες μου γιατί; Έφυγα λίγο για την Αθήνα και έγινε μπάχαλο το σπίτι μας. Ξέφραγο αμπέλι. Έτσι μπήκε μια πόρνη και μας άρπαξε το παιδί. Το παιδί, το γιο μας. Το βρωμόπαιδο θα το σκοτώσω στο ξύλο. Θα το σκοτώσω σου λέω Κατερίνα. Τέτοιο ρεζιλίκι να μας δείχνουν στην τηλεόραση, να μας γράφουν οι εφημερίδες. Δεν αντέχω, Κατερίνα, η καρδιά μου, η καρδιά μου».

Η καρδιά σου πατέρα. Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα για την καρδιά σου.

Φανταζόμουν πως οι καρδιές είναι τ’ αστέρια τ’ ουρανού και πως τα βλέπουν μόνο λίγοι άνθρωποι.

«-Έχω ένα αστέρι μέσα μου», έλεγα τότε στην Έλενα.

Εκείνη μέσα στο μισοσκόταδο που δημιουργούσαν τα σφιχτομανταλωμένα παράθυρα του σπιτιού της γελούσε δυνατά, πολύ δυνατά. Θυμάμαι. Πάντα θυμάμαι... Έλεγε ότι κάλπαζε πάνω σ’ αφηνιασμένο άλογο και ότι κάπου εκεί στο βάθος του ορίζοντα την παραμόνευε ο κίνδυνος. Έλεγε ότι οι καπνοί που έβγαιναν απ’ το στόμα και τα ρουθούνια της ήταν το χνώτο του αλόγου της μέσα στην παγωνιά.

«-Είσαι ο ζωγράφος μου», μου έλεγε, «έλα τράβηξε την πινελιά σου». Και μου έπιανε τα δάχτυλα και την ακουμπούσα εγώ. Μέσα σε μια υγρή σπηλιά έμπαινα και χανόμουν και....

Βυθίζομαι Άννα και κρυώνω. Όμως, μόνο βυθίζομαι. Όμως, μόνο κρυώνω. Κι αυτή η ιστορία μας, με φοβίζει.

«-Φοβάσαι;» Με ρώτησες ξαφνιασμένα. «Γιατί; Έλα είμαι δικιά σου τώρα».

Σκέφτηκα: «Τώρα;...Και μετά; Τι θα γίνει μετά Άννα;»

Η βροχή έπεφτε στη στέγη μας.

Είπα: «-Κοίτα, βρέχει! Φθινόπωρο...»

«-Έλα Ορφέα».

«-Συγγνώμη.....δεν μπορώ»

«-Δεν μ’ αγαπάς;»

«-Συγγνώμη, πρέπει να φύγω.... Είναι κι η βροχή...».

Δάκρυα τότε είχαν κυλήσει απ’ τα μάτια μου. Με κοιτούσες απορημένα. «-Τι έχεις παιδί μου;» με είχες ρωτήσει. «-Τίποτα, βρέχει αγάπη μου και είναι αργά. Πρέπει να φύγω».

Τα μάτια σου, αχ, τα ατέλειωτα μάτια σου με εξερευνούσαν, μ’ αναζητούσαν...Κάπου σταμάτησαν. Απόκαμαν; Απόκαμαν άραγε; Τι; Με ζητούσαν; Κάπου σταμάτησαν.

«-Τι συμβαίνει παιδί μου;»

Δε μίλησες άλλο. Από τότε δεν ξαναμίλησες με τ’ «άστρο μου». Κι εγώ λυπόμουν. «-Συγγνώμη, Άννα».

«-Βοήθα με!» Σου φώναζα σιωπηρά. «Βοήθα με. Αγάπη μου σε χάνω!»

Κι επειδή πάντα οι πληγωμένοι χάνουν το δρόμο, τον έχασα κι εγώ. Επειδή, όταν ο μεθυσμένος που βγαίνει μονάχος στο δρόμο βλέπει μόνο τ’ «αστέρι» του και χάνει όλα τ’ άλλα...

«-Είναι τα πυροφάνια!» Φώναζε ο Στράτος όταν έβγαινε απ’ την ταβέρνα τύφλα στο μεθύσι. Κι ύστερα: «Φτου στα σκατά. Φτου και ξανά φτου! Φτου σου και σένα πουτάνα που στράγγιξες τη ζωή μου. Που παράτησα για σένα την καριέρα μου και έγινα υπάλληλος.

Που είπα όχι, στον γαμπρό μου τον καθηγητή. Θα ξεκίναγα βοηθός Ορφεάκι. Βοηθός του χημικού Καραδημήτρη κι ύστερα ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης. Σπουδές, ντοκτορά, όλα χαμένα. Όλα για μια πουτάνα χάθηκαν».

Ο Στράτος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην επαρχία. Γεννήθηκε τσαλακωμένος ο Στράτος. Από μάνα σαραντάρα τότε και πατέρα δέκα χρόνια πιο μεγάλο απ’ τη μάνα του. Τον θέλανε πολύ το γιο οι γονείς. Και γι’ αυτό οι μοίρες θέλησαν να τους παίξουν ένα παιχνίδι. «-Γεννήθηκα», όπως έλεγε ο καημένος ο Στράτος μέσα στο μεθύσι του, «με πρόβλημα στα γεννητικά». «Τα σούρτα φέρτα στα νοσοκομεία είχαν γίνει για μένα βολτίτσες στο πάρκο». Σάρκαζε τη μοίρα του ο φιλαράκος. Μου μιλούσε για κάποια στένωση της αορτής. Ακριβώς δεν κατάλαβα ποτέ τι είχε. Στα θολά του μάτια όμως ξεχώριζα τον πόνο τον αβάσταχτο. Είχε αδύναμο κορμί ο Στράτος. Ψηλός, λιγνός. Το σώμα του έγερνε λίγο στα δεξιά. «-Είναι και η σκολίωση», μου έλεγε. «Πονάω, τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ. Μου λείπει και η γυναίκα μου....Γιατί; Γιατί να πονάω ακόμη;... Μπαίνω, που λες Ορφέα, στο σπίτι. Δεν με περίμενε. Πριν μισή ώρα είχα φύγει για τη δουλειά, όμως με έπιασε ευκοιλιότητα στο δρόμο και γύρισα. Και φώναζα ο μαλάκας από τις σκάλες. Αγάπη μου άνοιξε! Αυτή δεν άκουσε. Που ν’ ακούσει εμένα η πουτάνα. Είχε προλάβει να μπει ο γκόμενος μέσα. Διανοούμενος, τους σιχαίνομαι αδερφάκι μου. Μπορεί κι εγώ να πέρασα απ’ τα θρανία τους, αλλά τους σιχαίνομαι σου λέω. Ξεεφτίιιιλεεες! Ξεφτίλες όλοι. Εγώ είμαι λαϊκός άνθρωπος. Εμένα η προβατίλα δεν έφυγε ποτέ από πάνω μου. Ενώ εκείνος...Ήταν βλέπεις εκείνος κύριος. Με τη φαλακρίτσα του την επιχειρηματική και πέντε τρίχες που είχε-να εδώ πίσω- του έφταναν στους ώμους. Τους άκουσα που μιλούσαν στην τουαλέτα ψιθυριστά. Δεν θυμάμαι ακριβώς τώρα τι έλεγαν, θυμάμαι μόνο εκείνο το «σε θέλω τώρα» του γκόμενου. Μπουρδέλλο είχε γίνει το σπίτι μου σου λέω, μπουρδέλλο. Κι ύστερα εγώ τι να έκανα; Έφυγα σαν το σκυλί το δαρμένο. Και το παιδί, το παιδί της δηλαδή, ήταν στο σχολείο».

Δεν μπορούσες ίσως Άννα να πιστέψεις πόσο ντρεπόμουν, όταν γερμένος ερχόμουν δίπλα σου. Κι έπειτα, πόσο αστεία μου φαινόταν η μορφή μου δίπλα σ’ αυτό το θεϊκό σου πρόσωπο. Γερμένο και δειλό μ’ αντιμετώπισες και μου έφευγες σιγά - σιγά.

Όταν γύρισες απ’ το Παρίσι, όλα είχαν αλλάξει. Ακόμη και το άρωμά σου, που τόσο σπάνια άλλαζες, όπως εσύ μου έλεγες.

«-Σ’ αγαπώ, αλλά μόνο έτσι απλά, σα φίλο σ’ αγαπώ».

«-Ο Νίκος;» Σε ρώτησα.

«-Ναι...»

Εντάξει Άννα, εντάξει.

Κοίταξα ψηλά. Ο ουρανός με είδε, μου μισόκλεισε νυσταγμένα το σταχτί του μάτι. Το φεγγάρι όμως...το φεγγάρι απόψε είχε γιορτή.

Προσπάθησα να μην κυλήσω, να μη φανώ. Δεν τα κατάφερα. Ποτέ δεν τα κατάφερνα. Με την άκρια του ματιού μου κοίταξα τα μαλλιά σου και το βλέμμα σου που έβλεπε, που; Που έβλεπαν τα μάτια σου Άννα; Και ράγισα και σου είπα:

«- Οι πόνοι στραγγαλίζουν το νου όταν κάποιος άλλος βρίσκεται ανάμεσα μας».

«-Κανείς δε βρίσκεται ανάμεσα μας».

Είχα κλάψει. Είχες κλάψει κι εσύ. Γιατί έκλαιγες τότε Άννα;

«-Είσαι ολόκληρος ένας κόσμος Ορφέα», μου είπες. «Γιατί δε με παρατάς. Τα έχω χαμένα, αλλά δεν νιώθω έτσι όπως κι εσύ. Όμως είσαι κοντά μου, είσαι μέσα μου. Είσαι ο πιο δικός μου άνθρωπος».

«-Μη συνεχίζεις Άννα. Δεν μπορώ άλλο. Έφυγες. Πάντα έφευγες, πάντα ερχόσουν...Δεν ξέρω, τα έχω χαμένα. Σε λατρεύω. Δεν μπορώ. Ο Νίκος, ο άλλος, κι ο άλλος κι ο άλλος...Γιατί μικρό μου;».

Είχα λυγίσει. Ήταν η πρώτη φορά που με είδες έτσι. Είχα τρελαθεί θυμάμαι. Πάντα θυμάμαι.

Εσύ ανέβαινες. Προχωρούσες με μανία στη ζωή. Σε είχα κρατήσει Άννα δυνατά. Σου έδωσα δύναμη όταν ήσουν έτοιμη να φύγεις πάλι. Για πού; Για πού; Μόνη μέσα στη νύχτα. Αδύναμη σε βρήκα. Σκυμμένη σε συνάντησα.

«-Να μου έχεις εμπιστοσύνη. Σ’ αγαπώ».

Σε γέμισα ελπίδα και πανέμορφα τριαντάφυλλα. Κάθε μέρα μ’ ένα τριαντάφυλλο στο χέρι σε συναντούσα. Γέμισα ζωή κοντά σου. Γέμιζες κι εσύ. Κι ανέβαινες, ανέβαινες και δεν κοίταζες πίσω. Επιπόλαιο κορίτσι...Συνέχισες να προχωράς μ’ εκείνον, τον άλλον, τον άλλον....Κι ύστερα; Και μετά;...

Και μετά; Τι σου έλειπε Άννα από μένα; Ο έρωτας που σου χάριζα ήταν παράξενος, αλλόκοτος το ξέρω. Αλλά στον χάριζα με όνειρα χυμώντας μέσα στην ψυχή σου, όπως τότε, που παιδί βουτούσα με ορμή στη θάλασσα. Δεν ήμουν άντρας σαν όλους Άννα. Όμως σ’ αγκάλιαζα δυνατά, σου ψιθύριζα, σε φιλούσα. Σου ΄στελνα την πνοή μου εκεί που κανένας ποτέ δεν σ’ είχε φτάσει. Παντού. Σου μετάγγισα τη δίψα μου, το πάθος μου.

Γιατί Άννα; «Βοήθησέ με αγάπη μου, σε χάνω!»

Και μετά;

Μετά εγώ κατηφόριζα.

Χαμίνι στους δρόμους της κόλασης. Χαμίνι στους δρόμους του παραληρήματος. Άγρια ξεσπάσματα τα βράδια της ερημιάς μου. Το αλκοόλ δηλητηρίαζε το αίμα μου. Τρέλαινε το μυαλό μου.

Η νύχτα απόψε είχε ζυγώσει για τα καλά τη σκοτεινιά της στο νου μου. Τη φύτεψε μέσα μου. Τη ρίζωσε. Μια ομάδα σκυλιών στο δρόμο δάγκανε την οπτασία μου: Την Άνοιξη που με καλούσε κοντά της για να της δέσω μια μεταξωτή κορδέλα στα μαλλιά. Ταράχτηκα. Ένιωσα τον κίνδυνο που ανατρίχιαζε το κορμί μου. Αιστάνθηκα ότι χάνω για πάντα την Άνοιξή μου. Άρπαξα ένα μαχαίρι απ’ την κουζίνα και βγήκα στο δρόμο παραπατώντας. «-Αέρααα!» Φώναξα και όρμησα. Οι θαμώνες του καφενείου, που ήταν απέναντι από το σπίτι μου, βγήκαν έξω ξαφνιασμένοι. Ξαφνιασμένος κι εγώ κοιτούσα γύρω μου. Δεν υπήρχε Άνοιξη, δεν υπήρχαν σκυλιά. Μόνο περίεργα βλέμματα, στραμμένα όλα επάνω μου. Και λόγια, όπως: «-Σιγά φίλε, σου σάλεψε;»

Ντράπηκα. Τους γύρισα την πλάτη. Έπρεπε να κλειστώ στο σπίτι μου. Στη φωλιά μου. «-Θέλω τη φωλιά μου!» Τους φώναξα. Άνοιξα με κόπο την εξώπορτα. Με δυσκολία ανέβηκα τις σκάλες. Ο Μιχαήλ, ο καλός μου φίλος στεκόταν στο πλατύσκαλο. Με βοήθησε να μπω στο διαμέρισμά μου. «-Μουσική Μιχαήλ!» Του είπα γελώντας. «Έχουμε γιορτή! Κοίτα το φεγγάρι. Έχουμε Πανσέληνο απόψε! Τη σονάτα του σεληνόφωτος Μιχαήλ!» Εκείνος νομίζω έκλαιγε. Έτσι νομίζω. Όμως θυμάμαι που μου είπε: «-Η γιαγιά κύριε Ορφέα δεν είναι καλά. Κι η μαμά λείπει. Είμαι μόνος. Είμαι μόνος.»

Ήταν μόνος ο Μιχαήλ κι ήταν βράδυ. Κι η γιαγιά δεν ήταν καλά. Κι η μαμά έλειπε. Ήταν νόθος ο Μιχαήλ, με πατέρα που ποτέ δε γνώρισε. Κι η μάνα, πόρνη πολυτελείας. Μεγάλωνε πλουσιοπάροχα ο μικρός, χωρίς να μάθει πώς. Έφευγε πρωί η μάνα για τη δουλειά, σε μια γκαρσονιέρα που νοίκιαζε στο Κολωνάκι, έκλεινε οχτάωρο και γύριζε στο σπίτι φορτωμένη με όλα τα καλά του κόσμου. Δεν έλειπε βράδια από το σπίτι. Αυτό το βράδυ όμως…μια καλή δουλειά έτυχε…Κι η γιαγιά δεν είναι καλά απόψε. Απόψε που βρέχει και το φεγγάρι με όλο του το μεγαλείο πλουτίζει τη φύση.

Κατέβαλα όλες μου τις δυνάμεις θυμάμαι για να τον ηρεμήσω. Του είπα ότι τώρα είμαι καλά και τον έστειλα στο σπίτι του ζητώντας του συγγνώμη για την αναστάτωση. Έκλεισα την πόρτα και έκανα όσο πιο σιγά μπορούσα. Τι έκανα; Χόρεψα τη σονάτα του σεληνόφωτος, τέλειωσα την τσικουδιά μου (νάναι καλά ο θείος ο Μανώλης που με θυμάται και μου στέλνει που και που κάτι απ’ το νησί), ύστερα άνοιξα το μπουκάλι με τη βότκα, τη δοκίμασα και ξάπλωσα στον καναπέ μου. Τότε γλυκειές νεράιδες εμφανίστηκαν μπροστά μου. Άπλωσα το χέρι για ν’ αγγίξω την ομορφιά τους και …στάχτη…όλα στάχτη κι αποκαΐδια. Άκουσα το Μιχαήλ να παίζει βιολί. Άκουσα τη ζωή μου που άδειαζε. Άκουγα το τέλος μου που νυχτοπερπατούσε στο ταβάνι μου και τότε… «Άννα που είσαι;» ψιθύρισα. Μου απάντησε μια δοξαριά του μικρού. Μπόρεσα μάλλον να χαμογελάσω.

Τι καιρός κι αυτός Θεέ μου!

Άνισες μάχες με παλλόμενα πνεύματα. Ανισόπεδοι κόμβοι. Λατρείες πανάρχαιες. Πόσο με τσούζουν τα μάτια μου! Εγώ γεύτηκα τη δίψα του Σύμπαντος, ενώ το σύμπαν πετροβολούσε με πείσμα τη φιγούρα μου χαραγμένη στην εξώπορτα κάποιου κτιρίου προς κατεδάφιση. Άδειασαν οι χρόνοι και στο κενό ψάχνουν να βρουν το παρελθόν τους.

Κάποτε στο Παρίσι η Άννα νόμισε ότι έφτασε σε πελάγη ευτυχίας, ποζάροντας γυμνή στο φωτογράφο της. Κρατούσε με το ένα χέρι μια παλέτα με νωπά χρώματα. Το κεφάλι της στραμμένο πίσω και με το άλλο χέρι καλούσε. Τι καλούσες Άννα; Κι είχες λουλούδια στα μαλλιά. Κι απάνω σου χυνόταν το φως από έναν σκόπιμα στημένο προβολέα. Τι τραγούδι ακουγόταν τότε Άννα από το στερεοφωνικό; Μήπως το Ζε Τεμ του Κριστόφ; Ή μήπως η Πατρίτσια Κάας σου μέθυσε το νου και συνεπήρε την ψυχή σου;

Δεν μπορούσες να πιστέψεις ότι η δόξα σου στηριζόταν πάνω σε σάπια σανίδια κωμικού θιάσου και η ομορφιά σου ήταν κλεμμένη από οπτασίες εκστασιασμένων ποιητών. Ποιητών που εσύ δολοφόνησες τη νύχτα της μεγάλης τους έμπνευσης. Στράγγιξες μες στο ποτήρι τους προμελετημένα το δάκρυ της άπληστης ακολασίας σου και δηλητηρίασες την ψυχή τους. Κι ύστερα ντύθηκες το μεγαλείο τους και πήρες τους δρόμους της «Άνοιξης» με το τρόπαιο της νίκης τους στα δυο σου χέρια και τ’ αποξηραμένα τους τριαντάφυλλα πάνω στα μαλλιά σου, για να θυμίζεις εσύ (σκεφτόσουν), τη μεγάλη τους δημιουργία. Κι ύστερα σε χειροκρότησαν εκείνοι οι «σπουδαίοι εραστές» σου με τις λαμπρές φορεσιές και τα πανάκριβα αρώματα. Κι ύστερα σε σήκωσαν με τα στιβαρά τους χέρια στη μέση της πολυτελούς αυλαίας τους και πέταξαν από πάνω σου τα μεταξωτά πέπλα και σε θαύμασαν γυμνή και σε ανακήρυξαν Πρώτη Εταίρα ανά τους αιώνες και βασίλευσες...ώσπου ούρλιαξαν τα εγκόσμια και τα υπερκόσμια. Μαύρα άλογα φτερωτών αγγέλων χλιμίντρισαν, βέλη εκτοξεύτηκαν εν τω μέσω της υπέρλαμπρης νυκτός. Μοιρολογίστρες στιγμές έλυσαν τα μαλλιά τους κι ο Πόνος άρχισε. Εκατόγχειρες διάβολοι ξεφύτρωσαν σα δέντρα από τη γης και ο Εγκέλαδος ανατάραξε την οικουμένη.

Και ω θεά της οργής, λυπήσου την. Είναι ακόμη η αγάπη μου. Μάζεψα το λιγοστό φως που μου είχε απομείνει και σύρθηκα ως εκεί. Σου έπλυνα τις πληγές, τα ποδοπατημένα κομμάτια σου μάζεψα και σε πήγα πάλι εκεί...θυμάσαι; Στη φωλιά μου.

«-Αχ, Ορφέα», μου είπες. «Κρατάς ακόμη τον κήπο με τα γιασεμιά;»

Δεν μίλησα. Μιλούσαν για μένα τα ευωδιαστά ολόλευκα ανθάκια.

«-Κι οι χειροπέδες στα χέρια σου;»

Πάλι δε μίλησα. Σκέφτηκα μόνο: «Δεν θυμάσαι Άννα; Τις είχα φορέσει μόνος μου για να μη σου φύγω κι εσύ τις είχες κλειδώσει κατ’ εντολή δικιά μου».

Κατάλαβες τη σκέψη μου και είπες πάλι: «-Θυμάμαι μικρό μου αγόρι, όμως τις κλείδωσα επειδή εγώ ήθελα να τριγυρίζεις δίπλα μου, για να σπέρνεις τους στίχους σου στο διάβα μου».

Και τότε μίλησα: «-Σ’ αγαπώ Άννα!»

«-Τώρα ντρέπομαι Ορφέα. Μη με κοιτάς. Είμαι γυμνή μπροστά σου και τα σημάδια τους απάνω μου».

Φαίνεται πως λιποθύμησα. Όταν σε κάποια στιγμή άνοιξα τα μάτια μου είδα το νοσοκόμο να μετράει τους σφυγμούς μου, ενώ ένας άλλος με χτυπούσε στο πρόσωπο. Σκέφτηκα να του φωνάξω: «Τι με χτυπάς φίλε; Δεν είναι ιεροσυλία να χτυπάς ένα νεκρό;» Όμως κρατήθηκα γιατί αυτός έκανε το καθήκον του.

Το καθήκον, πάνω απ’ όλα το καθήκον.

Το καθήκον μου έκανα κι εγώ άραγες, όταν καθησύχασα τον μικρό μου φίλο εκείνο το βράδυ και τον έστειλα στο σπίτι του, ενώ αυτός ήταν μόνος κι η μάνα του έλειπε; Κι ο μικρός ήταν στο σπίτι με την άρρωστη γιαγιά και φοβόταν. Κι εγώ ανίκανος να τον καθησυχάσω. Ολοσδιόλου ανίκανος.

Μπόρεσα όμως μετά από λίγο ν’ ακούσω βήματα στις σκάλες, την πόρτα που άνοιγε κι ύστερα έκλεινε αργά – αργά…Μπόρεσα να νιώσω την επιστροφή της πριν αρχίσω πάλι να παραλογίζω.

Ήταν χορεύτρια κάποτε. Ήταν όμορφη πάντα.

Είχε έρθει στην Ελλάδα πριν εφτά χρόνια, παντρεμένη με κάποιον Έλληνα που είδε σα σωτήρα του παιδιού της και του εαυτού της. Με κάποιον που της υποσχέθηκε πολλά και την έκανε να του εμπιστευτεί το παιδί της και το μέλλον της. Είχε κουραστεί απ’ τη ζωή της. Κάπου είπε ν’ αράξει. Κάπως προσαρμόστηκε…Μετά ήρθε κι ο μικρός με τη γιαγιά. Ο Μίσα (όπως εκείνη έλεγε τον Μιχαήλ) ήταν τότε επτά χρονών. Κι όταν ήρθαν στην Ελλάδα, ήρθε η ξενιτιά μ’ όλα τα επακόλουθά της. Κι ο άντρας που εμπιστεύτηκαν φανέρωσε τις σκέψεις του από την πρώτη στιγμή. Που πήγε εκείνος ο μεγάλος έρωτας και τα ωραία λόγια;

Τι σημαίνει άραγες άντρας; Το ζώο που φλερτάρει, που αυνανίζεται, που συνουσιάζεται; Το ζώο που γεννάει αλλά δεν τίκτει; Μήπως το ζώο που κυβερνάει, που πολεμάει, που σκοτώνει και φεύγει; Ή μήπως να σημαίνει αυτά τα τεράστια φτερά που μέσα τους φωλιάζουν μικρά αδύναμα πουλιά για ν’ αποφύγουν τη βροχή και το χιόνι; Κάποτε στην πλατεία Κοτζιά είχα δει θυμάμαι τον Σαμψών: Ένα μυώδη άντρα που έσπαγε τούβλα με το κεφάλι του (άσχετο αν απ’ το μέτωπό του έτρεχαν αίματα) κι έσκιζε δύο τηλεφωνικούς καταλόγους μαζί. Όλα αυτά τα έκανε για να βγάλει το ψωμί του βέβαια ο άνθρωπος. Όμως όλοι είπαν, «τι άντρας!»

Θυμάμαι τη μάνα κάποιες φορές, όταν ήμουν παιδί, μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά της και μου έλεγε: «-Παλικάρι μου, είσαι ο καλύτερος άντρας της ζωής μου!» και τόνιωθε η μάνα γιατί, έλαμπαν τα μάτια της και σα να ξανοίγονταν καινούργιοι δρόμοι στη ζωή της. Και ΄γω καμάρωνα κι έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουν τον εαυτό μου μεγάλο και δυνατό και τη μάνα δίπλα μου, να μου σφίγγει τα χέρια και να μου λέει: «-Στο καλό αγόρι μου. Στο καλό!»

«Μάναααααα! Φεύγω μάνααα!»

Το ξημέρωμα βρήκε την Άννα ρημαγμένη στο παγκάκι μιας πλατείας.

“Οι πλατείες όλες”, έλεγε πάντα ο Ορφέας, “κρύβουν μια δικιά τους ιστορία και αξίζει να αφιερωθείς στη μελέτη τους”.

Έτρεμε η Άννα, τυλιγμένη κάποια απομεινάρια του σκοταδιού που σκάλωσαν πάνω της και τη σάρκαζαν χαιρέκακα. (Γιατί στο βάλτο του αιώνιου σκότους υπάρχει μια στρίγγλα θεά, που πάντα προσπαθεί να βυθίσει τη λάμψη και να πνίξει με τα φιδίσια χέρια της την ομορφιά του φωτός).

Οι γιορτές, κάποιες φορές, τελειώνουν άσχημα. Κι είναι ευτυχής εκείνος που μπορεί να προβλέπει το τέλος, και λίγο πριν απ’ αυτό, να χαιρετά ευγενικά τους φίλους, να κουμπώνει μέχρι πάνω στο λαιμό του το παλτό - να μη ξεχάσει να πάρει την ομπρέλα του - και να φύγει. Καλύτερα θα ήταν βέβαια, έξω από την κλειστή πλέον πόρτα, ν’ αγκάλιαζε την αγαπημένη του, γιατί η μοναξιά παραμονεύει στα υπόγεια των πολυκατοικιών, ή στους υπονόμους της ζωής.

Η Άννα, πάντα, έπαιρνε τα κλειδιά μαζί της.

Η Άννα, που είχε μάθει από μικρή να γελά στο φως και να παίζει με τις πεταλούδες. Να τρέχει από πίσω τους με σηκωμένα τα μικρά αδύνατα χεράκια της και να προσπαθεί ν’ ακουμπήσει τα πολύχρωμα φτερά τους.

Η Άννα, που στριφογύριζε με τα παγοπέδιλα του πατινάζ μπροστά στα έκθαμβα μάτια των προπονητών της, μαγεμένη από μουσικές, αέρινη, πεταλούδα κι αυτή, σε μια κοινωνία που όλο παγίδες στο διάβα μας στήνει. Κι ύστερα από το ολοκληρωτικό δόσιμο στο χορό πάνω στον πάγο, κούρνιαζε ξέπνοη στην αγκαλιά του μπαμπά, που με τα δυνατά του χέρια τη σεργιάνιζε σε θαλπωρή κι ασφάλεια. Κι αυτά τα δυνατά χέρια του πατέρα της η Άννα τα έβλεπε πάντα στα όνειρά της. Αυτά τα χέρια που την έντυναν, που τη χτένιζαν, την τάιζαν. Κι ήταν ο πατέρας εκείνος, που μέσα του κρυβόταν και δραπέτευε απ’ την αλήθεια. Στήριγμά της στη ζωή, φωλιά της. Να την ταξιδεύουν σ’ έναν κόσμο γαλήνιο, να τη στηρίζουν, να κρύβουν το μικρό ατίθασο προσωπάκι της, που πάντα ντρεπόταν γι’ αυτό, γιατί ξεχώριζε απ’ εκείνα των φίλων της. Κοιτάζονταν στον καθρέφτη κι ένιωθε σαν το άσχημο παπάκι του παραμυθιού.

Κι η προγιαγιά που λάτρευε και της δίδαξε τη λάμψη και την υπερηφάνεια, κι ο θείος, ο αστρονόμος, που της έδειξε όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού και την έμαθε να τα φωνάζει ένα - ένα με τ’ όνομά τους…Κάποιος όμως ξέχασε να της μιλήσει για τη δύναμη, που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Κάποιος λησμόνησε να της πετάξει τα δεκανίκια, να την μάθει να βαδίζει μόνη και να ξεφύγει επιτέλους απ’ εκείνο το προστατευτικό τείχος του πατέρα.

Την πρώτη αποτυχία της τη γνώρισε πολύ μικρή. Ήταν τότε που αρνήθηκε η μητέρα της την πρόταση των προπονητών του πατινάζ να φύγει μακριά από το σπίτι της σε μια άλλη πόλη, οικότροφος σε ειδικό σχολείο για να γυμνάζεται καλύτερα. Σε κάτι τέτοιες στιγμές φαινόταν η παρουσία της μητέρας στη ζωή της Άννας. Κι ο πατέρας της κλεισμένος στον εαυτό του κι η μάνα αλλού να κοιτάζει…

Κι η Άννα, έφευγε μακριά, ώσπου βρέθηκε σ’ ένα λαβύρινθο. Κι αναζητώντας πάντα εκείνα τα δυνατά χέρια του πατέρα στη μοναχική πορεία της, παγιδεύτηκε.

«-Μικρή πεταλούδα για πού πετάς; Τα φτερά σου τσάκισαν.»

Ύστερα ήρθε ο “έρωτας”. Τον ένιωσε νωρίς μέσα από τα σιχαμερά βλέμματα του καθηγητή της. Και βεβιασμένα, τον αισθάνθηκε μέσα από το φιλί του, που της έμαθε την αποστροφή. Από τότε στην ψυχή της μεγάλωνε μια σφίγγα. Μια σφίγγα που θέλει να εκδικηθεί. Και παρέπαιε. Πότε ένιωθε μέσα της ένα γαλάζιο φως να τη γαληνεύει και πότε μια αχόρταγη μανία προβολής με σκοπό να μαγνητίσει τ’ αρσενικά θύματά της και να τα συντρίψει.

«-Μ’ αρέσει, Ορφέα, να τους βλέπω να σέρνονται». Έλεγε με πάθος.

«-Κι εμένα;» Συνέχιζε εκείνος.

«-Εσύ είσαι άλλο. Είσαι το τιγράκι μου εσύ.»

Κι ο Ορφέας σιωπούσε. Πάντα σιωπούσε όταν έβλεπε την Άννα σε τέτοιες αλήθειες, κι ένας απροσδιόριστος φόβος τον τύλιγε.

Κάποτε σ’ ένα χώρο παραμυθιού «μια ωραία πεταλούδα σ’ ένα δάσος τριγυρνά». Το μικρό κορίτσι παίζει κουτσό στο μεγάλο πάρκο της πόλης. Ξαφνικά, σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό και ψιλή βροχή έριξε τα φύλλα των δέντρων. Το πάρκο σκεπάστηκε από τα φύλλα. Κι η βροχή δυνάμωσε.

«-Ξέχασες να πάρεις την ομπρέλα σου, Άννα!!»

Μια γυναίκα περπατά κομψά στο πλακόστρωτο. Τα τακούνια της χτυπούν ρυθμικά και γρήγορα. Μετά αρχίζει να τρέχει. «Ξέστηθη», με μια άγρια ομορφιά σαγιτεύει και μαγνητίζει. Παράλληλες απεγνωσμένες προσπάθειες αναζήτησης του Δυνατού που μέσα του θα φωλιάσει, την κάνουν να φορτωθεί με επιπόλαιους αποτυχημένους γάμους, ενδιάμεσα εραστές πολλούς και κόλπα ναζιάρικα. Προσπαθούσε πάντα να κρύψει την αδυναμία της να στέκεται μόνη η ίδια στο κατώφλι του χρόνου ή, να κοιτάζεται στο μεγάλο καθρέφτη του δωματίου της. Κι αφού η διχασμένη οικογένειά της την είχε μπλέξει και την έδιωχνε μακριά… Κρυμμένη κάτω απ’ την ασυνήθιστη ομορφιά της, πολυτάλαντη, ικανοποιούσε προσωρινά τον εγωισμό της γυναίκας που μαγνητίζει και κολυμπούσε σ’ όλο και πιο βαθιά νερά. Πέρασε από πολλά κανάλια της ζωής, ξαπλώνοντας σ’ εφήμερα κρεβάτια, καλύπτοντας την καθαρότητα του βλέμματος της, χόρευε πάνω στο τεντωμένο ακροβατικό σκοινί, μπροστά στα λαίμαργα μάτια του κοινού, που πάντα προσπαθούσε να ξεχάσει την πείνα του ακουμπώντας έστω και ένα λεπτό τη διάφανη ομορφιά της.

Το χορό πάνω στον πάγο δεν τον ξέχασε ποτέ η Άννα. Φυλάκισε μόνο το όνειρό της βαθιά στον εαυτό της και οπωσδήποτε έπρεπε να αναρριχηθεί στην πιο ψηλή βουνοκορφή.

Όταν γνώρισε τον Ορφέα, σκόπευε να σταματήσει τις περιπέτειες του παρελθόντος κι αγωνιζόταν πολύ να κρατηθεί στα πόδια της. Όμως η ζωή σ’ ένα βούρκο κυλιέται, ή φανερώνεται σα σειρήνα στο δρόμο μας και μας μαγεύει. Και αν δεν μπορούμε να δεθούμε μόνοι στο κατάρτι του καραβιού μας, τη φτύνουμε από νωρίς και χανόμαστε, ή πέφτουμε στα δίχτυα της και τελειώνουμε άδοξα.

Τι δόξα και τι μεγαλείο κρύβουν στα σπλάχνα τους οι θάλασσες! Τι μυστικά ταράζουν το νου μας και ξεσηκώνουν τις ψυχές μας! Ολόκληρες πολιτείες έπλασε η φύση εκεί μέσα, με ζωές ατέλειωτες. Με ζωές ποικιλόμορφες. Με κόσμους που πλανεύουν και παράλληλα προκαλούν δέος στους ανθρώπους. Κι οι άνθρωποι που βυθίζουν τα δίχτυα τους και φέρνουν στο δικό τους φως ζωές μυστήριες και συνάμα ανεπανάληπτες.

Ανεπανάληπτες στιγμές όμως έζησα μέχρι τώρα. Δεν είμαι κι αχάριστος…

Τα καλοκαίρια στο νησί μας, στην Κρήτη, ήταν ξεχωριστά. Όργωνα με τα πόδια μου όλα τα χωράφια. Το ηλιοβασίλεμα πάνω στις δεξαμενές, τα δέντρα, τ’ αμπέλια με τα μισοέτοιμα σταφύλια, οι μυρωδιές απ’ τα φιλόξενα νοικοκυριά, «η πέτρα» της θειας Βαγγελιώς... όλα ανέδιναν ζέστη και στοργή. Όλα, μου ήταν δικά μου. Η πλατεία, το καφενεδάκι του παππού, του καπετάν Νικόλα... «Ε, καπετάνιο! Του Γιώργου είναι μωρέ τούτα;» Έλεγαν οι σύντεκνοι ( έτσι λέγαμε τα γεροντάκια μαζί με την Ελένη και γελούσαμε). Κάναμε διαγωνισμό κάθε μέρα με την αδερφή μου για το ποιος θα μαζέψει τα περισσότερα κοχύλια απ’ τ’ αμπέλια του παππού. Όλα ήταν θαλασσινά εκεί, γωνίτσα δεν ξέφευγε απ’ τη μεγάλη μου αγάπη, τη θάλασσα, που να μην είχε κατακτήσει. Μέχρι και μέσα στους αρχαίους τάφους που βρίσκονταν στα χωράφια, είχε εισβάλλει και με το γαλάζιο χέρι της είχε σπείρει κι εκεί τους θησαυρούς της. Ξαπλωμένος κάτω στο χώμα, εκεί μέσα, Αρχαίος Κρήτης, έκανα τα πιο μεγάλα όνειρα της ζωής μου, κι έδινα τις πιο μεγάλες υποσχέσεις. «Θα γίνω ζωγράφος, θα έχω ένα δικό μου σπίτι με μεγάλο κήπο, θα πάρω ψαροκάικο και θ’ αρμενίζω. Θα έχω ένα μεγάλο σκύλο, θα τον φωνάζω Άρη. Θα έχω ένα κορίτσι όμορφο σα νεράιδα για να χορεύουμε μαζί τα βράδια κάτω απ’ τ’ αστέρια...». Κι ήταν ωραία η ζωή σαν το γάλα το ζεστό που μου έδινε η μάνα τα χειμωνιάτικα πρωινά, πριν ξεκινήσω για το σχολείο.

Τα μεσημέρια έπαιρνα τρέχοντας το στενό δρομάκι που έβγαζε στο σπίτι της γιαγιάς. Εκεί, σε μια μικρή στροφή βρίσκονταν και «η πέτρα» της θειας Βαγγελιώς. Και η θεια καθισμένη στην πέτρα της μ’ ένα γκρίζο κεφαλομάντηλο και μια γκρίζα επίσης ποδιά έφτανε με το μυαλό της στα πέρατα του κόσμου...Και τα βράδια όταν ξάπλωνε στο κρεβάτι της για να κοιμηθεί πάλι ταξίδευε, ταξίδευε. Κι όλα τα γνώριζε και παντού έμπαινε. Ήξερε κι αυτά που είχαν γίνει κι αυτά που γίνονται κι αυτά ακόμα που θα γίνουν. Ως πότε; Ως πότε; Κι αυτά της τα γυρίσματα ανάμεσα στους χρόνους την άφησαν μονάχη στη ζωή πάνω στην πέτρα της. Έτσι που αν κάποια φορά η θεια θα πέθαινε (ήξερε κι αυτό πως και πότε θα γίνει με λεπτομέρειες) εγώ θα συνέχιζα να τη βλέπω χνωτισμένη απ’ τις εποχές, σκυμμένη, να κάθεται εκεί στο στενό δρομάκι απ’ τ’ αξημέρωτα και να μονολογεί. Με ποιον; Με ποιον μονολογούσε πάντα η θεια Βαγγελιώ κι έλεγε: Αύριο σεισμός, αύριο θάνατος, αύριο γάμος, τ’ απόγευμα βροχή και τότε και τότε... και το πρωί και το βράδυ... «-Θωρώ μια σπίθα στα μάτια σου». Μου είχε πει κάποια στιγμή που εγώ της είχα πάει για δώρο ένα πουκάμισο φιδιού που είχα βρει σ’ ένα χωράφι. Και μου ΄χε σφίξει το χέρι και κει βρεθήκαμε. Κι από τότε βρισκόμαστε συνέχεια και το πρωί και το βράδυ...

Και το βράδυ αυτό εγώ ταξίδευα με τη θεια σε απίθανα μέρη. Σκαρφάλωνα σε κακοτράχαλα όρη πότε κρεμασμένος από ανθεκτικά σκοινιά ορειβατών, πότε με τα χέρια και τα πόδια πίεζα, πίεζα το κορμί μου ν’ ανέβει. Και γδερνόμουν. Κι εσύ, αχ, εσύ νεράιδα της ζωής μου που θα με συναντήσεις; Που θα βρεις τη λεπτή σιλουέτα μου και θα στήσεις χορό; Πως θα γεμίσουν τότε τα μάτια μου φως και θα σε ζεστάνουν; Και το βραχιόλι στο μπράτσο σου θα λάμψει. Και οι αλυσίδες στα πόδια σου «Γκλιιν!» θα κάνουν. Και η ματιά σου θα γείρει επάνω μου. Και θα με ρωτήσεις: «-Με αντέχεις;» «-Ναι», θα σου πω και θα κυκλώσουμε την αγάπη μας με χρυσοκέντητες ίνες μαγεμένης πεταλούδας και θα οργώσουμε τα σκοτάδια να βγουν πάλι αστέρια.

«-Είναι τα πυροφάνια!» Θα πει πάλι ο Στράτος που θα γέρνει πιο πολύ στο στραβό του ξενύχτι. Όμως θα νιώσει μια ζέστη αλλιώτικη πάνω στη σκούρα ζωή του. Κι ίσως τότε βγάλει φτερά. Ναι, είναι βέβαιο ότι θα βγάλει φτερά.

«-Ονειροπαρμένος είσαι αγόρι μου». Μου είχε πει σ’ ένα διάλειμμα η φιλόλογός μου της δευτέρας Λυκείου, η κυρία Φουντουκάκου. «Σ’ αρέσει η ποίηση;» «-Ναι, μου αρέσει πολύ. Από μικρός προσπαθώ να ταιριάξω λέξεις για να βγουν εικόνες, ιδέες, να βγει ο εαυτός μου, όμως δεν μπορώ. Ζωγραφίζω, αλλά και πάλι κάτι λείπει».

Εκείνη κοίταξε έξω από το παράθυρο του διαδρόμου. Είχε χιονίσει πολύ. Χιόνιζε ακόμη. Τα δέντρα έγερναν στη μεριά της γης απ’ το βαρύ φορτίο τους. Είδα τον επιστάτη του σχολείου (ακριβώς απέναντι βρισκόταν το γραφείο του), με το ακουστικό του τηλεφώνου στο χέρι. Θα έπαιρνε μάλλον πάλι την τροχαία. Προσπαθούσε από το πρωί να είναι ενήμερος για την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι δρόμοι, επειδή λόγω της χιονόπτωσης υπήρχε κίνδυνος να αποκλειστούμε στην Εκάλη, εκεί δηλαδή που βρισκόταν το σχολείο μου. Είχε φροντίσει ο πατέρας να μας πηγαίνει σε «καλά» σχολεία για να είναι πιο σίγουρη η επιτυχία μας στη ζωή και στα Πανεπιστήμια.

Κοίταξα την καθηγήτριά μου. Κάπου είχε φύγει αυτή τη στιγμή. Ξαναγύρισε και μου λέει: «-Οι ώρες!...Σκέψου τις ώρες Ορφέα». Και γω σκέφτηκα και με φόντο το χιόνι ζωγράφισα νοητά και είπα: «-Τώρα, προσπαθώ να μπω στη γιορτή, οι ώρες, όμως, μου κλείνουν την πόρτα...»

Η πρώτη αντίδρασή της ήταν που βούρκωσαν τα μάτια της κι ύστερα μου χάιδεψε τα μαλλιά. Κι ύστερα, «-Κάν’ τες στην άκρη Ορφέα τις ώρες», μου είπε, «και μπες στη γιορτή δυναμικά».

Δυναμικά προχωρούσα. Δυναμικά τελείωσα την Ανώτατη Εμπορική, δυναμικά πήγα στο στρατό. Δυναμικά δέχτηκα τα καψώνια τους και τα σούσουρά τους. «-Καλό παιδί, αλλά και καλός μαλάκας», έλεγαν για μένα εκείνοι οι εξυπνάκηδες του στρατού. Όμως δυναμικά πήρα το απολυτήριο από κει και έτσι έπιασα δουλειά, σα λογιστής, στην επιχείρηση που καταϋποχρεώθηκε ο πατέρας στον «κολλητό του φίλο επιχειρηματία». Γιατί, βλέπεις δεν έφταναν «τα καλά» σχολεία, ούτε τα πτυχία για να βρεις μια δουλειά, ας πούμε, της προκοπής. Να κάθεσαι δηλαδή σ’ ένα γραφείο και να γράφεις στα «χοντρά λογιστικά βιβλία» κούφιους αριθμούς.

Ο πατέρας ξέχασε τότε για λίγο τα παλιά, η μάνα καμάρωνε, η αδερφή μου άρχισε κάπως να με υπολογίζει. Ήμαστε μια σωστή οικογένεια, όπως ήθελε πάντα ο μπαμπάς. Και ΄γω πάντα φρεσκοσιδερωμένος και κουστουμαρισμένος άρχισα να γίνομαι περιζήτητος γαμπρός. «Να τον χαίρεστε, να τον χαίρεστε, λεβέντης είναι». «Και τι καλό παιδί και καλή δουλειά». «Και τι όμορφος. Κούκλος είναι». Εκφράσεις που σιχαινόμουνα, όμως τις άκουγα συνέχεια και από μέσα μου ράγιζα. Ράγιζε η καρδιά μου Άννα και με δυσκολία προσπαθούσα να την συγκρατήσω, να μην ξεκόψουν τελείως τα κομμάτια της και καταρρεύσω. Όμως...

«-Όταν βλέπετε ραγισμένο ποτήρι και πιάτο να τα πετάτε», μας έλεγε η μάνα. «Μαζεύουν μικρόβια».

Μικρόβια, πολλά μικρόβια Άννα. Τα μικρόβια, το μικρόβιο.

«-Πες μας για το μικρόβιο Ορφέα»

Θα σας πω, θα σας πω...

«-Μικρόβιο ίσον Μικρός + βίος. Μονοκύτταρος κατώτατος ζωικός ή φυτικός οργανισμός, συνήθως παθογόνος, ορατός μόνο με μικροσκόπιο. Μικρόβιο ίσον κι οι κουβέντες τους οι καλοφτιαγμένες στις τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα και τις εφημερίδες μ’ εκείνες τις ξενέρωτες γκόμενες και τους βρωμερούς νταβατζήδες που στεγνώνουν ό,τι ωραίο και φυσικό. Μικρόβιο ίσον και τα μπογιατισμένα χαμόγελα και τα κομψά μπούτια στη δίνη του παζαριού της σάρκας. Μικρόβιο, σαράκι του κορμιού και του μυαλού.

Και τα ραγισμένα πρόσωπα μικρόβια γεμάτα. Κι ο πόνος πληρωμένος στις οθόνες μας για να ξεχνάμε τον πόνο μας. Και «το κορίτσι του λιμανιού» και «γύρνα κοντά μου αγαπημένε» και...και το Υπουργείο υγείας προειδοποιεί: «Προστατέψτε τα παιδιά. Μην τα αναγκάζετε να αναπνέουν τον καπνό σας» και ντουμάνι τα «βαποράκια» στα σχολειά και στις πλατείες, τα μανιασμένα αυτοκίνητα. Θεέ μου! Που να βρω γωνιά να ξαπλώσω το κορμί μου; Πάντως η Σταρ Ελλάς χαμογελά ευτυχισμένη ανάμεσα στους εραστές της και σ’ εκείνους π’ αυνανίζονται τα βράδια όταν την ονειρεύονται. Μικρόβια, πολλά μικρόβια, αόρατα με γυμνό το μάτι, παραμονεύουν εκεί πίσω απ’ την κολώνα. Αρρώστιες που σου τρώνε το μυαλό και την ψυχή.

Αφότου η κατάσταση άρχισε να χειροτερεύει, τα λιμεναρχεία αποφάσισαν ν’ αράξουν τα πλοία στα λιμάνια. Μέσα σε βρώμικα καφενεία άρχισαν να μυρίζουν ανυπόφορα οι ανάσες των ναυτικών. Πίσω απ΄ τα τζάμια στραβοκοιτούσαν τον καιρό που μάνιαζε υποτάσσοντας κάθε υπαρκτό. «- Έλα στον ύπνο των αγγέλων!» Μου είχες πει τότε Άννα. Κι εγώ κράτησα τα πουλιά απ’ τις φτερούγες και όλα κύλησαν στο χρόνο των θνητών. Κάποια κορίτσια έπλυναν τα μαλλιά τους μέσα στην καταιγίδα που έσκαβε, που έσκαβε ασταμάτητα τη γη. Ο θεός να μας λυπηθεί. Είχε γελάσει εκείνη τη στιγμή ο τελευταίος οπαδός των πουλιών. Ο θεός να μας λυπηθεί… Δεν μας λυπήθηκε όμως. Το πλοίο βούλιαξε μέσα στην καταιγίδα. Το εμπόρευμα βλέπεις έπρεπε να φτάσει την προγραμματισμένη ώρα στον προορισμό του. Κάποιοι μίλησαν για την ασφαλιστική εταιρεία και τα χρήματα που θα έπαιρνε ο εφοπλιστής. Μπορεί, μπορεί. Μπορεί κι η νεκρή κοπέλα που βρέθηκε στο ναυάγιο με τα μπράτσα τυλιγμένα γύρω απ’ το κορμί της να νόμιζε ότι νανούριζε το μωρό της. Μπορεί και να ονειρεύτηκε ότι κρατούσε σφιχτά τον αγαπημένο της. Καπρίτσια της εποχής και του χρόνου γυρίσματα κρατήστε την αγάπη μου ακέραια.

Καίρια ποίηση βγήκε απ’ την καρδιά μου. Τ’ απογέματα που γυρνούσα απ’ τη δουλειά, κλεινόμουν στο δωμάτιό μου κι έγραφα ασταμάτητα. Τελικά ετοίμασα την πρώτη ποιητική μου συλλογή, τη δεύτερη, την τρίτη. Εκδότες, εκδόσεις, κριτικές· κωμικοτραγικές ιστορίες ... Θαυμαστές, αντίζηλοι, συναγωνιστές, ανταγωνιστές.

Μετά, η πρώτη μελοποίηση στίχων μου, που ήρθε κάπως άκαιρα, ή δεν ξέρω κιόλας, γιατί εγώ τότε είχα κλειστεί στη φωλιά μου και δεν έβγαινα από εκεί με τίποτα. Η πρώτη έκδοση έγινε με πολύ τρέξιμο και πείσμα. Η ποίηση, φίλε, σήμερα δεν περνάει...

Δεν περνάει κι η ζωή όμως χωρίς όνειρα. Γι' αυτό συγκέντρωσα όλη τη δύναμή μου και τα κατάφερα να μαζέψω τα χρήματα που χρειαζόμουν για να πληρώσω την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου και του δεύτερου και του τρίτου.

Δημιουργούσα μέσα σ’ ένα κυκλώνα αισθήσεων και παραισθήσεων, με οργισμένα κύματα που με χτυπούσαν αλύπητα σε βράχια άγρια και με μελωδικές οπτασίες που αγκάλιαζαν την ύπαρξή μου και με γλιστρούσαν σα βαρκάκι σε γαλήνια νερά. Συνάμα όμως άρχισα να ξεφεύγω απ’ τα καθημερινά...

Πήγαινα στη δουλειά σαν υπνοβάτης. Τα μάτια ορθάνοιχτα, οι αισθήσεις σε ετοιμότητα, τα μαλλιά άρχισαν να φτάνουν στους ώμους μου. Έβγαλα κι εκείνες τις γελοίες φορεσιές που μ’ έκαναν να αισθάνομαι σαν ξένος. Έπαιρνα όμως και έδινα και με το παραπάνω, για τις δικές μου βέβαια υποθέσεις. Χρειαζόμουν χρήματα. Αυτή την πανούκλα που μας φθείρει, που μας χωρίζει και που μας ενώνει. Που μας γεμίζει και παράλληλα μας αδειάζει και μας κατακρημνίζει. Αυτή την πανούκλα που μας γεννάει και μας πεθαίνει με τη σφραγίδα της πάνω στο μέτωπο. Που μας ξεθωριάζει, που μας ξεθωριάζει αδερφέ!...

Όταν ο Αλμπέρ Καμύ γέμισε μια πολιτεία ολόκληρη με ποντίκια κι η πανούκλα σακάτεψε τον κόσμο της, θάχε νιώσει σίγουρα ότι η αρρώστια αυτή είναι αρρώστια του μυαλού που εξουσιάζει και λειώνει και λειώνει και συνθλίβει και συνθλίβει πουλώντας πάντα και αγοράζοντας πάντα…όπλα. Όπλα για αλληλοεξόντωση.

«-Όλα τα παλιά αγοράζωωωωω!» Φώναζε ο παλιατζής στους δρόμους της γης. «-Όολααα τα παλιάααα!»

Όμως αυτή την πανούκλα δεν μπορούμε να την πουλήσουμε, να την ξεφορτωθούμε επιτέλους, να ησυχάσουμε. Το προτέρημα της αγοραπωλησίας το έχει μόνο αυτή. Αυτή τρώγοντας το νου, μας διαφεντεύει, κατακτά με το αίμα μας γη και ουρανό.

Οι νύχτες μιλούσαν μαζί μου. Μου έδειχναν δρόμους προσωπικούς. Και με καθρέφτιζαν σε κοιλώματα τ’ ουρανού και, φάνταζα όμορφος και σιχαμερός ταυτόχρονα (πως αλήθεια γίνεται;). Κι όλους τους κατατρεγμένους κι όλους τους ερημωμένους τους μάζευα εντός μου. Κι ύστερα: “Που γέμισαν τόση σκόνη τα μαλλιά σου Ορφέα;” Με είχες ρωτήσει ένα απόγευμα Άννα.

“Έψαχνα σ’ αποθήκες παλιές του χρόνου, αγάπη μου και σκονίστηκα”.

Γέλασες και είπες:

“Αύριο παίρνω συνέντευξη απ’ τον Υπουργό Πολιτισμού”.

“Αύριο, θα ξεκινήσω αργά από ένα μικρό επαρχιακό καφενείο”

“Τι λες;”

“Και θα ΄χω συντροφιά μου τ’ αδύνατα μέλη σου”

“Μα τι λες;”

“Και θα τεμαχίζω τον καιρό μ’ ένα δικό μου φωταγωγημένο καράβι”

“Τρελέεεε!”

“Κι οι πειρατές θα πλαγιάσουν με το δειλινό της υπεροχής τους. Και θα πρέπει να προλάβω να πολλαπλασιάσω την Άνοιξη των ματιών σου”.

“Τρελέ!”

“Για να μπορούμε να ζούμε εκεί που μας κομματιάζουνε!”

“Σταμάατααα!”

Τα πουλιά σκοτώνονται στην ομίχλη ενώ μουγκρίζει η μηχανή του σαράβαλου αυτοκινήτου μου. Ένα εκατομμύριο νεκρά πουλιά. Γέμισε ο τόπος μικρά άψυχα στίγματα. “Τα τυφλώνει η ομίχλη Ορφέα”. “Ποιος μιλά;” “Τα τυφλώνει η ομίχλη και βρίσκουν το θάνατο”.

Μέσα στις ομίχλες χρόνων τυφλώθηκα κι εγώ και χάθηκα!..

Το ασθενοφόρο έτρεχε σχίζοντας άγαρμπα το σκοτάδι και άφηνε πίσω του νοητά σημάδια μιας αυθαίρετης πορείας διάσωσης ενός ανθρώπου που ποιος άραγε θα μπορούσε να δώσει εξηγήσεις γιατί γεννήθηκε πάνω σε μια τεθλασμένη στιγμή και γέρασε έτσι πρόωρα μέσα στο φυματικό χρόνο.

Ένας δραπέτης του μαύρου σκότους αναζητά τη λύτρωση. Η άρνηση στο κατεστημένο, η άρνηση στην ισοπέδωση και στη φθορά των χρωμάτων, μια τραγική εμπειρία στα παιδικά του χρόνια, που στάθηκε αιτία για μια σειρά επακόλουθες τραγικές επίσης εμπειρίες, όλα αυτά οδηγούν στην επανάσταση. Οι αλυσίδες που του καταρρακώνουν το σώμα δίνουν δύναμη στην ψυχή του κι ανοίγει φτερά. Τυχαίνει καμιά φορά να βρεθεί σε ομίχλη και να χτυπήσει με δύναμη στο παρμπρίζ κάποιου αυτοκινήτου, ή να ξεγελαστεί και να θαμπώσει απ’ του ήλιου το δυνατό φως και να καεί. Τότε γεννιέται η θυσία κι η επανάσταση βάφεται με δόξα και αίμα.

Δεν υπήρξε ποτέ επανάσταση που να μη βάφτηκε με αίμα.

“Χλωμή μου φαντασία, τώρα λειώνω”, είπε πάλι ο Ορφέας, όταν σπρώχνοντας οι νοσοκόμοι το φορείο στο διάδρομο του Λαϊκού Νοσοκομείου τον έβαζαν στην αίθουσα των επειγόντων περιστατικών.

Κι ενώ εκείνος έδινε μια μεγάλη μάχη με τη ζωή, η Άννα κατέβαινε τρέχοντας τις σκάλες της πολυκατοικίας, που έμενε ο Ορφέας, ειδοποιημένη από το “μικρό γείτονα” το Μιχαήλ.

Κατέβαινε τις σκάλες της πολυκατοικίας να πάει πού η Άννα; Απόψε , αυτό το βράδυ, που έλειπε ώρες απ’ το σπίτι για να πλαγιάσει στην αγκαλιά του καινούργιου εραστή της;

Η νύχτα απόψε…

Αυτή η νύχτα, βρεγμένο κουρελόπανο, ξεχάστηκε στο σύρμα της ταράτσας.

Αυτή τη νύχτα, ηχηρές φωνές έπνιξαν τη σιγαλιά και κατακερμάτισαν το χρόνο. Κι αυτός, διάβηκε σκυθρωπός σ’ απροσδιόριστους ορίζοντες. Και βροντοφώναξε στα πέρατα. Τότε σύρθηκε ο βοριάς πάνω απ’ τις υγρές στέγες των σπιτιών και κάποιο βιολί ρίγησε τα ερηπώματα της οικουμένης. Κι η Άνοιξη είναι ακόμη μακριά μας. Πόσο πολύ μακριά μας βρίσκεται η Άνοιξη!

Ένα άσπρο μαντήλι είχε σκαλώσει στο συρματόπλεγμα του προθάλαμου της περιθωριοποίησης. Και μια ντροπή - κηλίδα μαύρη της εποχής μας.

«ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ» - απομόνωση.

«Πότε θα κελαηδήσουν τα πουλιά Άννα;

Κι οι παπαρούνες σ’ άσπρο χαλί θέλω να γεννήσουν το χαμόγελο.

Εκεί, στο σκαλοπάτι της σιωπής, που σ’ ερωτεύτηκα ζωή, η Σαλώμη χόρεψε τον ύστατο χορό της.

Κι ύστερα, ζήτησε ν’ αφανιστεί το σύμπαν.

Κι επειδή οι θεατές της είχαν ξελογιαστεί, μαχαίρωσαν το όνειρο.

Και σα για να ξεπλύνουν τα κουρέλια τους, έχτισαν πέτρινους τάφους κι έθαψαν πλουσιοπάροχα τα σκόρπια μέλη του αέρινου ψίθυρου, το βράδυ, στο δάσος. Κι η Σαλώμη ξεψύχησε…»

Είχε ουρλιάξει ο Ορφέας το πρώτο βράδυ της απομόνωσης. Στάθηκε στο σκαλοπάτι της οργής και ζάρωσε τ’ ατσάλινο βάραθρο της ξεπεσμένης πολιτείας. Μετά καμώθηκε τον κοιμισμένο για ν’ αφεθεί στην έρμη ερημιά του, πιο βαθιά να κυλήσει το μαχαίρι στην ψυχή του. Να την ανοίξει στα δυο για να φανεί το ρυάκι της αληθινής του ζωής.

Σε προσωπικές στιγμές φτάνουμε στο τέρμα του βυθού μας κι αποσβολωμένα τα βλέμματα των γύρω μας παραπαίουν.

«-Βρήκες Μιχαήλ τα κλειδιά του Παραδείσου;

Τινάζουν τώρα τα πουλιά τα φτερά τους και η σελήνη συνάμα έχει γιορτή.

Ο νους θολώνει στα πέλαγα. Κάποια γοργόνα θα ξενυχτίσει στο προσκέφαλο του αντάρτη των νερών. Και ρίγησε εσύ βιολί, απόψε, που γιορτάζει το φεγγάρι!..»

…Εδώ όλοι ήρθαν κοντά μου· Ο ναύαρχος, η μπέμπα, ο εγκατελειμένος μουσικός, ο κύριος Αστρακόπουλος ο καθηγητής, ο αστυνόμος, ο Σίμος με τη μπλε μαθητική ποδιά. Ακόμη και τα πουλιά βρήκαν το θάρρος να ΄ρθούν να σταθούν αντίκρυ μου και να μου τραγουδήσουν. Όλοι ήρθαν να με υποδεχτούν. Τι απομόνωση και σαχλαμάρες; Κούφια λόγια λογικών κι «αξιοπρεπών» ανθρώπων. Που πετσόκοψαν το αύριο και πριόνισαν τις χαρές μας.

Εγώ κοιτούσα γύρω μου κι ήταν σα να ΄βρισκα το φως μου. Το χαμένο εαυτό μου, που ΄χε σεργιανίσει στο λαβύρινθο της κόλασης.

Την πρώτη μέρα της αληθινής μου ζωής με παρέλαβε ο αστυνόμος για εξακρίβωση των στοιχείων μου. Κρατούσε ένα τεφτέρι και σημείωνε αργά αργά τις απαντήσεις, με ολοστρόγγυλα γράμματα, όπως καταλάβαινα από την κίνηση του χεριού του.

«-Ονομάζεσαι;» Με ρώτησε.

«-….»

«-Όνομα πατέρα και μητέρας;»

«-…»

«-Έγγαμος;» Ρώτησε πάλι.

«…»

Σκέφτηκα. Θυμάσαι Άννα το γάμο μας εκείνο το βράδυ κάτω απ’ τ’ αστέρια…Μόνοι πάνω στο λοφάκι…την αιώνια υπόσχεση!.. Σου ΄χα φορέσει στο χέρι ένα δερμάτινο βραχιόλι και μου ΄χες χαρίσει το πιο όμορφο χαμόγελό σου. Με πρόδωσες Άννα;

Ο αστυνόμος συνέχισε: «-Όνομα συζύγου;»

«-…….»

«-Όνομα συζύγου;» Ξαναρώτησε.

Πάλι δεν απάντησα.

«-Οι απαντήσεις σου έχουν ανακρίβειες φίλε» Μου είπε με βραχνή φωνή, σα να ΄βγαινε απ’ την άβυσσο. Κι ύστερα, λίγο χαμηλόφωνα. «Εγώ θα σε βοηθήσω να αποφύγεις τα σίδερα. Είμαι προοδευτικός μπάτσος εγώ. Σε συμπάθησα. Δεν είσαι εσύ ο προδότης». «-Με πρόδωσες Άννα;» Φώναξα δυνατά. «-Εγώ το ξέρω. Εκείνος μας πρόδωσε!» Συνέχισε ο άλλος. Κι έδειξε με το δάχτυλο ψηλά στον ουρανό. Κοίταξα ψηλά στον ουρανό. Δεν είδα τίποτα. Μόνο βαριά σύννεφα που, πολιορκούσαν τον παγιδευμένο νου μου.

«-Που παγιδεύτηκε ο νους σου Ορφέα;»

Με είχε ρωτήσει η Ελένη λίγες μέρες πριν από τη μεγάλη μου έξοδο. Την έξοδο απ’ τη φωλιά μου εκείνο το βράδυ. Τότε που, δεν ξέρω γιατί, το κρύο έκανε τη στέγη μου να τρίζει…Και τα τζάμια θολά σαν όλη τη ζωή μου.

Εγώ δεν την κοιτούσα. Κι εκείνη είχε θυμώσει. Ακριβώς είχε νευριάσει, όπως κι ο πατέρας όταν μας μιλούσε και δεν τον κοιτούσαμε κι έλεγε αγριεμένος: «-Έμενα να κοιτάς. Δε μιλάω στον τοίχο!» Πάντα όμως τον άκουγα τον πατέρα όταν μιλούσε. Πάντα τον άκουγα. Ακόμα και τα βράδια, που προσπαθούσε με σιγανή φωνή ν’ αλλάξει τα μυαλά της μάνας, παρατηρώντάς την στο καθετί. Ακόμη και στο γιατί όταν τρώγαμε ένα μεσημέρι, είπε ότι, ο κύριος Θανάσης, ο λογιστής, που έμοιαζε με βάτραχο, όπως λέγαμε, ξελογιάστηκε με μια παντρεμένη, την κυρά Φωτεινή, κι εκείνη είχε βάλει δυο άντρες να τσακωθούν…και…Ή, γιατί με την παλαβομάρα της, όπως εκείνος έλεγε, μας έδινε θάρρος για εξίσου παλαβές σκέψεις. Και, «-Εσύ φταις για τον κανακάρη σου! Τον είδες γλώσσα που έβγαλε; Αν δεν του αρέσει να τα μαζέψει να φύγει!» Της έλεγε και προσπαθούσε να χαμηλώνει τη φωνή του για να μην τον ακούσουμε. Και τότε ακόμη άκουγα. Και το επόμενο πρωί, κάθε επόμενο πρωί μετά από τέτοια σιγοψιθυρίσματα του πατέρα, η μάνα σηκωνόταν απ’ το κρεβάτι, πότε με πρησμένα από το κλάμα μάτια, πότε με μελανιές στο πρόσωπο.

«-Πως έγινες έτσι μαμά;» Την είχε ρωτήσει ένα πρωί η Ελένη.

«-Δεν ξέρω. Στον ύπνο.» Είχε πει εκείνη. Κι ύστερα προσπαθούσε να μαζέψει τα δάκρυά της με το μανίκι της ρόμπας της. «Γιατί μαμά;» τη ρωτούσα με το βλέμμα. Εκείνη τόνιωθε. «-Καίνε πολύ αυτά τα κρεμμύδια», έλεγε. Και μετά αναστέναζε βαθιά μέσα απ’ τη ψυχή της.

Στον ύπνο μαμά. Μας έπιασαν στον ύπνο!..

Στον ύπνο μου, σχεδόν πάντα, παραμιλούσα. Ήμουν μόνος στο δωμάτιο. Κάποιες φορές μια νοσοκόμα έμπαινε, μου έδινε νερό, τα χάπια μου… Που και που χάιδευε το μέτωπό μου. Κι ύστερα δε θυμάμαι.

Πάντα όμως, όταν κοιμόμουν, ένιωθα ότι βρισκόμουν σ’ ένα τοπίο βροχερό, με δέντρα γυμνά. Κλαριά που ψάχνουν να βρουν τα ύψη. Έρημος τόπος. Τόπος νεκρικός, χωρίς ήχους. Κάπου, κάπου, με τύλιγε η βροχή, σα για να με πάρει μαζί της. Κάτω στο χώμα βαθιά να με θάψει μαζί της. Χωρίς μουσικές, χωρίς βιολιά.

«Τα βιολιά αδράχνουν τα μόρια του σώματος, ένα σβώλο τα κάνουν και μετά τα εκτοξεύουν στα πέρατα, για να δραπετεύσει η ψυχή. Αγέρωχη, σα λεύτερο πουλί, να ερωτευτεί ένα κοχύλι. Σε πίνακα τρελού ζωγράφου, με γαλάζια πινελιά, ν’αποδοθεί.»

Τα πρωινά φασαρία πολύ. Κάποιος τραγουδούσε. Κάποιος φώναζε γιατί δεν του άρεσε το γάλα με τα παξιμαδάκια. Κάποιος αντιστεκόταν στη μέρα που έπρεπε να ζήσει. Ένας έκανε το βαρκάρη. Καθισμένος μέσα σε μια κίτρινη πλαστική μπανιέρα για μωρά, κωπηλατούσε χωρίς κουπιά. Κάθε που η μπέμπα περνούσε από μπροστά του, κωπηλατούσε πιο γρήγορα κοιτώντας δεξιά αριστερά τα μπράτσα του και καμάρωνε. Κι η μπέμπα χαχάνιζε πονηρά και χανόταν στο βάθος του διαδρόμου ψάχνοντας το γιατρό. Εκείνον με τα ωραία μάτια.

Εγώ, συνήθως, σιωπούσα. Κι όταν ακόμα μετά από ΄κεινο το διαγωνισμό ανακηρύχθηκα «ο σοφός» και μου ζήτησαν να μιλήσω, κάτι τέλος πάντων να πω (έπρεπε τουλάχιστον να ευχαριστήσω), εγώ σιωπούσα. Ούτε το κεφάλι δε σήκωσα για να τους κοιτάξω – όχι βέβαια από περιφρόνηση, κάθε άλλο. Παρόλα αυτά κλείστηκα περισσότερο στον εαυτό μου. Και τότε εκείνοι, οι δικοί μου, με χειροκρότησαν κι από τότε μου έδειχναν μεγαλύτερο σεβασμό, γιατί ο κ. Αστρακόπουλος, ο καθηγητής, τους είπε ότι οι σοφοί δε μιλούν, μόνο σκέφτονται σοφίες. Κι ο αστυνόμος μου ζήτησε χίλια συγγνώμη για ΄κείνη την εξακρίβωση στοιχείων, που με είχε αναγκάσει να δώσω προφορικές απαντήσεις. «Τι σου είναι η εξουσία; Ακόμη και τους σοφούς» έλεγε, «μπορεί να εξαναγκάσει και να ισοπεδώσει και τότε τους παύει τη σοφία τους». Κι από τότε άλλαξε επάγγελμα κι έγινε, έλεγε, κηπουρός. Και κάθε πρωί μου χάριζε ένα λουλούδι κομμένο απ’ τον κήπο του ψυχιατρείου.

Οι ήχοι, σφυρίγματα στη σιωπή, αναπλάθουν ιδέες. Τα φτερουγίσματα κινούν τον αέρα κι ανασαίνουμε. Αυτή η σκέψη πολιορκούσε το νου μου τις τελευταίες ημέρες. Τις τελευταίες ημέρες που ο φίλος μου ο Μιχαήλ προσπάθησε, για πρώτη φορά μετά από τον «εγκλεισμό» μου ή τη λύτρωσή μου, όπως το πάρει κανείς, να επικοινωνήσει μαζί μου τηλεφωνικά. Ήρθε πάλι η νοσοκόμα, μου χαμογέλασε διστακτικά και μου ανακοίνωσε ότι ο φίλος μου με περίμενε στο τηλέφωνο κι ότι αν ήθελα μπορούσα να την ακολουθήσω για να μιλήσω μαζί του. Εγώ δε σάλεψα καθόλου από τη θέση μου, εκείνη στο παράθυρο με τα κάγκελα απ’ έξω. Τα καμπυλωτά κάγκελα για την καλύτερη εμφάνισή τους. Περίμενε λίγα λεπτά η νοσοκόμα, μάλλον αναστέναξε κι έφυγε κλείνοντας προσεχτικά την πόρτα. Αντιλαμβανόμουν τα πάντα, ακόμη και τις λεπτομέρειες, όλοι το ένιωθαν και ήταν πάντα προσεχτικοί στις κινήσεις τους, στα λόγια τους…Πρόσεξαν ακόμα και πως όταν σταματούσε το φορτηγάκι της τροφοδοσίας στο δρόμο απέναντι από το παράθυρό μου, εγώ κατέβαλα όλες μου τις δυνάμεις για να ξεχωρίσω τη μορφή μου στο τζάμι του παραθύρου μου. Πως σήκωνα τα χέρια μου κάθετα στο κορμί μου κι ανάλαφρα τα κουνούσα πάνω κάτω. Πως τέντωνα το λαιμό μου προς τα πάνω και προσπαθούσα να βγάλω χαμηλότονα σφυρίγματα στην αρχή και ποιο δυνατά κατόπιν, προσπαθώντας να παραλλάζω τους ήχους. Κι ύστερα πως όταν βράδιαζε πλάγιαζα στο κρεβάτι μου με τα πόδια ενωμένα και μαζεμένα, ενώ το κορμί μου στεκόταν ασάλευτο.

«-Ψιτ, Πάρη…». Του μίλησα σιγά, σχεδόν ψιθυριστά για να μην τον τρομάξω κι άλλο τον παπαγαλάκο μας. Αρκετή τρομάρα πέρασε μέχρι να τον κατεβάσει ο πατέρας από το πεύκο και να τον βάλει στο κλουβάκι. Σ’ εκείνο το κλουβί που βρήκε η μάνα στην αποθήκη (εκεί το είχα κρύψει από τότε που πέθανε έτσι στα ξαφνικά η αγαπημένη μου καρδερίνα η Τσούφη). Θύμιζε κωμικοτραγική παράσταση η σκηνή. Από το πως ανέβαινε ο πατέρας αργά αργά στο γέρικο δέντρο, το πεύκο μας, κι έτριζε η ξύλινη σκάλα, πως του πέταξε μια πετσέτα της κουζίνας πάνω του και τον έπιασε και τον έφερε στη βεράντα κι η μάνα που καθώς πήγαινε να τον πιάσει βρέθηκε με ματωμένο το δάχτυλο «καλέ πως δαγκώνει έτσι; Σα σκύλος!» είπε κι αφού έπλυνε το δαγκωμένο δάχτυλό της και το περιποιήθηκε ανάλογα έτρεξε γρήγορα στη Μαρία τη λουλουδού να του αγοράσει ένα μεγάλο κλουβί που να του κάνει τη ζωή πιο άνετη. Γιατί η Μαρία η λουλουδού, εκτός από λουλούδια πουλούσε και όλα τα απαραίτητα για τα πτηνά. Έτσι έγραφε τελείως ανορθόγραφα στην ταμπέλα που στόλιζε την είσοδο του γωνιακού μαγαζιού της: «ΛΟΥΛΟΥΔΙΚΑ ΚΕ ΟΛΑ ΤΑ ΑΠΑΡΕΤΙΤΑ ΓΙΑ ΠΤΙΝΑ». Και όταν ο παπαγάλος μπήκε στο μεγάλο του κλουβί, πάλι με κωμικοτραγικές διαδικασίες, «ψιτ Πάρη», του ξαναψιθύρισα εγώ συνομωτικά. «-Καλέ σιγά μη λέμε το πουλί Πάρη». Είπε η Ελένη, αλλά δεν της πέρασε. Ο Πάρης ξεθάρρεψε την επόμενη μέρα και γίναμε αχώριστοι φίλοι. Και ένα απόγευμα στο σπίτι που εγώ άκουγα Σκόρπιονς στο κασετόφωνο που μου είχε χαρίσει ο νονός μου σε κάποια από τα γενέθλιά μου, «ψιτ, Πάρη» τον άκουσα που ψιθύρισε κι αυτός. Και τότε τον λάτρεψα. Και σα να τρελάθηκα νομίζω από χαρά ή, μπορεί κι από ευτυχία, γιατί πώς αλλιώς μπορεί να οριστεί η ευτυχία όταν ξεχνάς ξαφνικά όλες τις λύπες και αρχίζεις να χορεύεις ξέφρενα το ροκ τραγουδάκι στο κασετόφωνο και να κλαις παράλληλα και να νιώθεις ότι κάποιος επιτέλους σε άκουσε και του ανήκεις και σου ανήκει. Μόνο που γρήγορα εμφανίστηκε η αδερφή μου σε έξαλλη κατάσταση λέγοντάς μου μέσα σε ουρλιαχτά ότι είμαι αναίσθητος γιατί αύριο έχει εξετάσεις στα Γαλλικά. Έδινε εξετάσεις για το Σορμπόν η Ελένη μας και διάβαζε του σκοτωμού κι ο πατέρας καμάρωνε και παράλληλα αγωνιούσε. Αλλά και για μένα το ίδιο δεν έκανε ο πατέρας μέχρι να του φέρω επιτέλους το πολυσυζητημένο και πολυπόθητο πτυχίο και κέρναγε γνωστούς κι αγνώστους στο καφενείο κι η μάνα είχε φτιάξει χαλβά και «καλή τύχη αγόρι μου. Καλή σταδιοδρομία», μου είχε πει και δάκρυα είχαν ξεπεταχτεί από τα μαραμένα μάτια της. Κι όταν εγώ δεν απάντησα στις ευχές της και κοίταξα αμήχανα το ρολόι που μου είχε χαρίσει ο πατέρας πριν πέντε χρόνια όταν πέτυχα στις εισαγωγικές εξετάσεις του Πανεπιστημίου, η μάνα έτριψε πάλι τα μάτια της και είπε: «Με τσούζουν σήμερα τα μάτια μου, θα έχει πολύ νέφος». Μετά έπεσε βαριά σιωπή στο σπίτι κι εγώ βγήκα έξω.

Βαριά σιωπή έπεσε στο σπίτι αφού η Ελένη σα τυφώνας πέρασε από πάνω μου και σάρωσε τα πάντα και τα τραγούδια και τους χορούς. Αυτό όμως που φτέρωσε την καρδιά μου και μέλωσε τα μάτια μου, εκείνο το στιγμιαίο λυτρωμό, εκείνη την ευτυχία που μου γέννησε καινούργιες ιδέες δε μπόρεσε η Ελένη να σαρώσει. Η Ελένη που, όταν πήρε το Σορμπόν με άριστα πηγαινοερχόταν στο σπίτι τραγουδώντας γαλλικά τραγούδια, ή απαντώντας σε ερωτήσεις μας στα γαλλικά και φούσκωνε επίσης σα γαλόπουλο.

Αχ, Ελένη τι έγιναν τα γαλλικά σου και τα ταξίδια που ονειρευόσουν στη Γαλλία; «Θα πίνω τον καφέ μου στον Πύργο του Άιφελ. Θα πηγαίνω βόλτες στο Σηκουάνα. Θα ερωτευτώ ένα Γάλλο σαξοφωνίστα», μου έλεγε η αδερφή μου. Λάθος θα σου είπαν τη συνταγή Ελένη κι έμπλεξες μ’ εκείνον το χυδαίο άντρα το μορφωμένο. Τον «άντρα της ζωής σου»! Και θόλωσαν τα όνειρά σου μέχρι που εξαφανίστηκαν. Το μόνο που δεν εξαφανίστηκε από σένα είναι η υπεροψία, η μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου, για το επίπεδό σου, Ελένη. Το επίπεδό μου δεν μου επιτρέπει να ….. έλεγες συνέχεια. Αχ Ελένη, τώρα σε γέρασαν τα χρόνια, ή μήπως τα επίπεδα σου ΄χτισαν ένα λαβυρινθοειδές μαυσωλείο που… πρόσεχε Ελένηηη! Την πόρτα σου θα την κλείσει ο Βοριάαας! «Ο Βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει…» Κατάφερες να γλιτώσεις. Ξέφυγες αδερφή μου απ’ την καταρράκωση. «-Γλιτώσαμε απ’ τον αλήτη, τον παλιάνθρωπο, τον ατομιστή!». Έλεγε ο πατέρας αναστενάζοντας.

Πρόσεχε Πάρη το Βοριάαα!

Αποχαιρέτησα τον Πάρη βιαστικά γιατί εκείνος βιαζόταν να πετάξει. Όμως από τότε που του άνοιξα την πορτούλα του άνετου κλουβιού του τον αποχαιρετώ συνέχεια, κάθε στιγμή κι εκείνος από τότε, συνέχεια ακαθόριστες στιγμές με επισκέπτεται για λίγο, βιαστικά και φεύγει πάλι.

Κι ο πατέρας έμπαινε στο δωμάτιό μου κι έφευγε κι όλο μου έλεγε, «πως και άνοιξε την πορτούλα του κι έφυγε δεν μπορώ να καταλάβω. Αφού την κλείναμε πάντα με το μανταλάκι. Πώς κατάφερε μόνο του να το βγάλει;». Κι όλο σε μένα μιλούσε και πηγαινοερχόταν απορημένος. Κι η μάνα έλεγε: «Θα το φάει καμια γάτα το καημένο το πουλί. Κρίμα κι εγώ το είχα για τύχη!» Του είχε μάθει πολλά σφυρίγματα του παπαγάλου η μητέρα και χαιρόταν κι αυτή να ασχολιέται μαζί του.

Σου έμοιασα μάνα. Εγώ όμως πήγα λίγο πιο μακριά από σένα, γλυκειά μου μάνα!

Πήγα μέχρι τη σελήνη και μέθυσα πίνοντας γουλιά γουλιά τα χρώματα που ΄χυναν τ’ αστέρια. Ένα παραλήρημα χρωμάτων που σε παίρνει και χάνεσαι πετώντας στο άπειρο. Ελεύθεροι παπαγάλοι συνάντησαν το βλέμμα μου κι έβαλαν τα θεμέλια του δικού μου κόσμου. Εκεί που η λέξη άγριος δεν υπάρχει στα λεξικά. Σ’ εκείνον το δικό μου κόσμο ελεύθερα κι όχι άγρια τα πουλιά φτερουγίζουν ανεξάντλητα στην περιφέρεια του χρόνου. Κάθε που φτάνουν σ’αυτό το αόρατο σημείο της ένωσης του άπειρου παρελθόντος με το άπειρο μέλλον γεννούν τη φαντασία που καλπάζει σ’ ιπτάμενα ακατέργαστα επίπεδα. Γεννούν τη Μεγάλη Ιδέα της Λύτρωσης, την αετόμορφη κι εκεί όλες οι θάλασσες αναρριγούν.

Εγώ είχα πάντα μια επιτυχία αποθηκευμένη στην καρδιά μου, αφού διάνυσα αιώνες χιλιομετρικές αποστάσεις που δε χωρά ο νους τ’ ανθρώπου, για να φτάσω εδώ. Εδώ που τελειώνει το αύριο κι η φράση: Καλή αντάμωση, έχει πια αποκτήσει τη σωστή της σημασία.

Καλή αντάμωση γλυκειά μου, πονεμένη μου μάνα. Καλή αντάμωση φτωχιέ, τυρρανισμένε μου πατέρα. Καλή αντάμωση αδερφή, που πάντα έχανες το δρόμο κι ας είχαμε διαβάσει ένα εκατομμύριο φορές (όπως έλεγες) τον Κοντορεβυθούλη. Καλή αντάμωση καλέ μου φίλε Μιχαήλ. Άνναααα! Κοίτα πετωωώ! Καλή αντάμωση μεγάλη μου αγάπη!

Έν’ άλλο βράδυ…Απόψε, απόψε που φούσκωναν τα φτερά μου κι ήμουν έτοιμος για το μεγάλο μου ταξίδι. Απόψε κι ας ήταν ο αέρας πολύς, στον οργωμένο νου μου η φιγούρα της θειας Βαγγελιώς πάτησε με γυμνές τις πλατιές της πατούσες, έβαλε το χοντρόπετσο χέρι της στην τσέπη της ποδιάς της κι έβγαλε ένα χαρτάκι τυλιγμένο στα τέσσερα. Μου το άνοιξε διάπλατα και τότε χείμαρροι μουσικής απλώθηκαν γύρω μου. Χείμαρροι από νότες άφρισαν την καρδιά μου, ύστερα τη γαλήνεψαν και τότε είδα. Εκείνο το βράδυ ο Μιχαήλ άνοιξε την πόρτα της επιτυχίας. Της μεγάλης του επιτυχίας. Έλαμπε μέσα στην αίθουσα συναυλιών. Σολίστας στη μεγάλη σάλα τ’ ουρανού, είχε υποκλιθεί στ’ αστέρια κι όλοι έμειναν άφωνοι. Κι εγώ γέλασα δυνατά κι έκλαψα δυνατά. Τώρα μάλλον τρελάθηκα από χαρά. Τώρα μάλλον είμαι στ’ αλήθεια τρελός.

Όταν με τις σκέψεις μπλέκονται θεριά αφρισμένα, ξεμοναχιάζεται η ψυχή κι αναπηδά απ’ το σκοτάδι της το φεγγάρι ζαλισμένο. Τότε τρεκλίζοντας ανάμεσα στις σκοτεινιές τραγουδώ κυματιστά στα στενοσόκκακα του κόσμου προσπαθώντας η φωνή μου να τρυπώσει μέχρι μέσα στις μερμηγκοφωλιές ή, πέρα στο πλατύ το πέλαγο, να συρθεί πάνω στα νερά και μουσκεμένη να φτάσει σ’ ένα παλιό ναυάγιο. Ή, ν’ ανηφορίσει στα πάνω πάνω σαν τη περικοκλάδα και να κυλήσει στα γιγάντια αυτιά του Θεού. Τότε μπορεί από μια στείρα καρδιά να γεννηθεί η ελπίδα και ν’ αυγατέψει ο χρόνος στο πλατύ χαμόγελο του δειλινού. Και τότε βέβαια, στον ουρανό θα χυθούν ανάκατα οι νερομπογιές και θα βρεθεί ένα νόημα στην ύπαρξή του. Γιατί, είναι τραγική η ύπαρξη του “απέραντου” χωρίς ένα τουλάχιστον χρώμα στα μάτια του “μικρού”.

Μ’ ένα ξέφρενο χορό οι σκιές, σκιά κι’ εγώ, θ’ ανταμώσουμε μπροστά στην πύλη του Άδη, τότε που ο σκύλος – φύλακας θα έχει πια γεράσει και με νωθρό βλέμμα θα ζητιανεύει ένα κόκαλο απ’ τον απάνω κόσμο. Και τότε στην ιστορία της ανθρωπότητας θα κατοχυρωθεί επίσημα η ανάσταση, αφού μια μια οι ψυχές θα ξεσκαλώσουν απ’ τις κούρνιες τους για να φτερουγίσουν μαζί μας σ’ αυτό το μεγάλο ανείπωτο ταξίδι που τελειωμό δεν έχει.

Φόρεσα τη μάσκα μου. Τα μαλλιά μου χύνονταν στους ώμους. Το λευκό σεντόνι που ήμουν τυλιγμένος είχε που και που στάλες αίμα. Η μάσκα κέρινη μιλούσε στη γης. Κάτω απ’ τη μάσκα το πρόσωπό μου αγριεμένο κραύγαζε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Οι προβολείς δημιουργούσαν μια ανυπόφορη ζέστη. Όμως η διπλοπροσωπία μου ξεγελούσε. Κι έμενα εκεί, πιστός στο ρόλο μου. Να μαζεύω τα στάχια απ’ τις κεντημένες ποδιές των χωραφιών με το δρεπάνι μου κι ύστερα το βραδάκι να στρώνω το τραπέζι για το φτωχικό δείπνο. Ένα κορίτσι θα ξεχάσει μια παπαρούνα στο παράθυρό μου. Το γεράκι θα ζυγιάσει ξανά τα φτερά του, τελευταία φορά για σήμερα. Και η κραυγή της κουκουβάγιας θ’ αναμειχτεί με το σουσούρισμα των ζώων που ηρεμούν σε κάποια απέναντι πλαγιά. Κάπου όμως μέσα στο βάθος του κορμιού μου δυο γέροντες πάλευαν δίχως σταματημό. Ο Θεός με το διάβολο πάλευαν, οι αιώνιοι αντίπαλοι μέσα στην αντιπαλότητα των πάντων. Ισοδύναμοι μονομάχοι που τυραννούν το κορμί μου. Κι εγώ, ο μοναδικός θεατής αυτής της γιγαντομαχίας, χωρίς χειροκροτήματα, δίχως εκφράσεις έντασης και αγωνίας για το αποτέλεσμα, γνώριζα ότι ο αγώνας θα είναι ισόπαλος, η ζυγαριά δε θα γείρει ποτέ. Έτσι μόνο η γης θα βρίσκεται πάντα αντίκρυ στον ουρανό κι ο ουρανός πάντα αντίκρυ στη γης και οι χελώνες κάθε άνοιξη θα ξυπνούν και όλα θα τρέχουν αιώνια στην αόρατη κυκλική περιφέρεια. Κι εγώ έτρεχα, τρέχω κι ακόμα και νεκρός θα τρέχω, ατενίζοντας πολλές φορές πέρα μακριά το κέντρο της, πετώντας με τη ματιά μου πάνω από μια καστανή κοτσίδα κοριτσιού που ανέμελα απλώθηκε για να σχηματίσει την ακτίνα που θα ενώνει πάντα την κυκλική περιφέρεια με το άγνωστο κέντρο και να μεταδίνεται έτσι πάντα το αγκομαχητό, ο πόνος κι η χαρά στην υπέρτατη καρδιά.

Τσαλαβουτούν οι σκέψεις μου στα αρσενικά λαχανιάσματα πίσω απ’ τις ξύλινες πόρτες. Αισθάνομαι μια ακίδα να σέρνεται βαριά πάνω στις φλέβες μου. Το άσπρο σεντόνι που μ’ έντυσαν δεν έχει τώρα στάλες μόνο αίμα. Έχει χείμαρρους κατακόκκινο αίμα, αίμα ζεστό. Αίμα ζώου που θυσίασαν στον άγνωστο θεό. Το ζώο που πάντα σπαρταρά στα όνειρα όλων για να μεταφέρει με τη θυσία του από τη μια μεριά στην άλλη την παράκληση και ταυτόχρονα τη συγχώρεση.

Ποιός είπε ότι ο θρήνος δεν άρχισε ακόμη; Όλα είναι προκατασκευασμένα. Κι η βροχή κι η πασχαλιά που μοσχομυρίζει στις γειτονιές. Ως, κι εκείνο το κάρο που σέρνουν γερόντια τσακισμένα και μυρίζει σάπιο κρέας. Ό,τι βλέπουμε, ό,τι γευόμαστε, ό,τι ακούμε κι αγγίζουμε, ό,τι νιώθουμε υπάρχει πριν από ΄μας για ΄μας. Έρχεται τρέχοντας να μας προλάβει και, πάντα μας προλαβαίνει τη σωστή στιγμή, άγνωστο από πού, άγνωστο από πότε κι έτσι δημιουργείται η ύπαρξή μας κι έτσι αποτυπώνονται οι πατημασιές μας πάνω στις χωμάτινες σελίδες της ιστορίας και το πέρασμα μας απ’ αυτήν παίρνει σάρκα και οστά και γίνεται πραγματικό. Όλα τρέχουν σαν το φως για να μας δώσουν ανάσα και καρδιοχτύπι με την παρουσία τους όταν ήδη είναι μεστωμένα.

“-Ε, ψαράδες πάρτε με μαζί σας! Πάρτε με μαζί σας ψαράδες. Θα ξεμπλέκω τα δίχτυα σας να είναι έτοιμα από πριν σουρουπώσει. Θα καθαρίζω την ψαρόβαρκα και με το πρώτο αστέρι που θα δω και με τον πρώτο κουρνιαχτό θα σας περιμένω. Με μια φυσαρμόνικα στο στόμα θα ξελογιάζω τις γοργόνες. Θα πλανεύω τα δελφίνια να σας κρατούν συντροφιά. Ε, ψαράδες πάρτε με μαζί σας! Ότι αξίζει στη ζωή είναι μια αγάπη, μια χούφτα νότες και μια χύτρα που σιγοβράζει τον επιούσιο πάνω στη φωτιά που άναψε μια καλόκαρδη μάνα. Πάρτε με μαζί σας ψαράδες.”

Θέλω το νερό να μουσκεύει το κορμί μου. Θέλω η θαλασσινή αρμύρα να ηδονίζει τα ρουθούνια μου. Έτσι ανθίζουν οι σκέψεις μου. Έτσι αναπηδά η καρδιά μου και μπορώ να χωρατεύω με τον άλλο μου εαυτό και να αντέχω τις ριπές του ανέμου που παρεμποδίζει το πονεμένο μου διάβα στον ανηφορικό δρόμο του γολγοθά μου.

Εκεί πάνω στο νεκρικό λοφάκι βλέπω ήδη το σταυρό μου μπηγμένο στη γη. Με περιμένει. Με περιμένει από πριν. Πριν από μένα για μένα. Ένας νεκρός, δυο οι νεκροί…Με περιμένει ο σταυρός μου. Κι αυτό το βαρύ φορτίο που κουβαλώ στη ράχη μου μια ζωή τι είναι; Δεν είναι ο σταυρός; Χα, χα, μας παραπλανούν μερικές φορές οι ποιητές. Είναι μωρέ, ο άλλος μου εαυτός. Ο σιαμαίος. Αυτόν κουβαλώ τόσα χρόνια στην πλάτη μου. Αυτός με βαραίνει και τσακίζει το διάβα μου. Αυτός ο κολλητός μου. Σε λυπάμαι αδερφέ σιαμαίε! Σε λυπάμαι γιατί χωρίς να φταις θα σταυρωθείς μαζί μου. Θα σταυρωθείς χωρίς να μπορείς να κοιτάξεις τους δήμιους στα μάτια αφού είμαστε κολλημένοι πλάτη με πλάτη. Εγώ θα τους κοιτώ χλευαστικά. Εγώ θα φωνάξω: Ηλί, Ηλί λαμά σαβαχθανί. Εγώ θα συνομιλήσω με τους δυο ληστές που θα βρίσκονται στα αριστερά και στα δεξιά μου. Εγώ θα σιγοψυθιρίσω το Τετέλεσθαι λίγο πριν γίνει ο κατακλυσμός. Εμένα θα περιμένει η καλόκαρδη μάνα με τη χύτρα να σιγοβράζει πάνω στη φωτιά. Εσύ, σε λυπάμαι κολλητέ μου, σιαμαίε αδερφέ εσύ θα βλέπεις μόνο τον βαρύ ξύλινο σταυρό μας και με δυσκολία θα σηκώνεις το κεφάλι για να διαβάσεις τι γράφει η πινακίδα που κάρφωσαν πάνω του. Κι η πινακίδα αυτή σου ανήκει. Αφού πεθαίνοντας, εκεί θα είναι καρφωμένο το βλέμμα το δικό σου. Θα σε ακούω βέβαια να κλαις από ντροπή. Μπορεί και να σε ρωτήσω τι γράφει, αν και δεν χρειάζεται, γιατί εγώ είδα πριν από σένα για ΄σένα πως σε ονομάτισε η ιστορία. Η αρχόντισσα κυρά με τα πλουμιστά στολίδια της. Όμως μπορεί να σε ρωτήσω, έτσι για μια τελευταία κουβέντα μαζί σου, γιατί σ’ αγάπησα βρε αδερφέ. Σ’ αγάπησα μέσα απ’ τη συνήθεια του σιαμαίου μας διδύμου. Φτωχέ, κολλητέ μου αδερφέ, που η μοίρα σου ΄ταξε να φυλάττεις πάντα τα νώτα της τερατώδους σάρκας μας κι εμένα μου ΄ταξε να μεταφράζω το θρόισμα τ’ ανέμου και των αστεριών το παιχνίδισμα πάνω στα λαχταριστά στήθεια του πλανήτη μας, διαλέγοντας λεωφόρους και μονοπάτια για να φτάσουμε εδώ λίγο πριν νυχτώσει. Κι επειδή, ναι, σ’ αγάπησα πολύ, θα ζητήσω απ’ τη μάνα να σκουπίσει τον ιδρώτα της τελευταίας επιθανάτιας αγωνίας σου και θα ζητήσω απ’ τον άνεμο να σου χαρίσει έν’ άρωμα φερμένο από περιβόλια λουλουδιασμένα.

Αργούσε πάντα η χαραυγή στα ραντεβού μας. Αργούσε πάντα κι όταν ερχόταν έφευγε νωρίς. Μπορεί γιαυτό να μεγάλωσαν τόσο πολύ τα μάτια μου. Και τώρα θέλω να φύγω. Τώρα που το φεγγάρι άσπρισε στο χείλος του γκρεμού. Μέσα σε μια πλάνη ηδονής παράφορης. Γιατί είναι πλάνη το κόκκινο μαντήλι στους ώμους του κοριτσιού κάτω απ’ τα χυτά του μαλλιά. Ή τα υγρά χείλη των αγοριών που έφτασαν ως την κορυφή ιχνηλατώντας πάνω σε πλαγιές με καμμένα δέντρα, σε λεωφόρους που ξέρασαν νωπό ανθρώπινο αίμα ή, σε ταράτσες σπιτιών που κράτησαν τους ανέμους απ’ τα μαλλιά κι ύστερα ράγισαν σ’ ένα μεγάλο σεισμό.

Την ώρα που τρεμοπαίζουν τα φώτα της πόλης μέσα στον ξαφνικό βραδινό νοτιά, σε φαντάζομαι Άννα να περπατάς αργά, να σε προλάβει η βροχή να σε σύρει στον τρελό χορό της…

Κι εκεί που οριοθετείται η βαθιά νύχτα, ορθώνεται στο νου μου σκοτεινό βουνό που στην τραχιά μήτρα του φουντώνει άγρια η φωτιά. Σκοτεινό βουνό κυκλωμένο νέφη κι ανάσες ανθρώπινες καθώς αργοσαλεύουν φιγούρες νεκρών ονείρων στην προσπάθειά τους να σβήσουν την ελπίδα.

Και ξεχύνεται ο πανικός –καυτή λάβα! Μπήγω τα νύχια μου στη σάρκα μου κι ελευθερώνω τον πόνο της ψυχής, την τρέλα μου. Οι κραυγές μου ισοπεδώνουν τους ουρανοξύστες των πόλεων, γκρεμίζουν τα τείχη που χτίστηκαν στο γήινο στερέωμα. Βυθίζουν τα τσιμέντα ως τ’ αμέτρητο βάθος της θάλασσας οι κραυγές μου. Εγώ ρε, αγάπησα τη θάλασσα!!!

Η πυξίδα του καραβιού γλίστρησε απ’ τα χέρια του καπετάνιου την ώρα που η γοργόνα χτύπησε με μανία την πρύμνη με την ψαρίσια ουρά της. «-Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;» Είχε ρωτήσει με πικρή αγωνία. Κι ο καπετάνιος «-Πέθανε κυρά μου», της απάντησε.

Αν δεις ένα καράβι μεσοπέλαγα με τσακισμένη πρύμνη άντε να σύρεις μοιρολόι. Τ’ άστρο του Βορά χάθηκε μέσα σε μια ρεαλιστική απάντηση.

Πήρα μέρος στο χορό των λουλουδιών, την ώρα που η Άνοιξη φιλούσε τα χώματα. Κι όταν ήρθε η ώρα να υποκλιθούμε στο κοινό που μας παρακολουθούσε, σκόνταψα πάνω σ’ ένα υστερόγραφο μελωδίας…

Κι υπάρχουν κάτι νεκρές στιγμές σε σκοτεινά διαλείματα του μυαλού μου, που τερματίζουν στα κοινά τα μάτια των ανθρώπων την παρουσία μου. Κι εγώ – θεατής των ίδιων μου των πράξεων, θεατής του εαυτού μου στον κόσμο των μυστηρίων, επικροτώ τις χειρονομίες μου μ’ έναν ακόμη στίχο στο τεφτέρι των τρελών. Για να μπορέσω έτσι να καταγράψω με λεπτομέρεια, σαν ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας, ολόκληρο το έγκλημα, δίχως να διαστρεβλώσω κάτι. Γιατί οι δημοσιογράφοι πάντα αλλάζουν τα πράγματα, ανάλογα με τον καιρό. Κι επειδή για μένα (κι ας με συγχωρέσει ο αρχαίος φιλόσοφος), τα πάντα δε ρει και τα πάντα μένουν, κι επειδή τα γραπτά και οι ιδέες καταγράφονται και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, πρέπει οι αγέννητοι να γνωρίσουν την αλήθεια. Υπάρχουν βλέπεις, φίλε αναγνώστη, αλήθειες πάγιες και πάγιες αξίες υπάρχουν στη ζωή. Όμως τώρα άλλαξε κανάλι. Οι άλλοι σταθμοί προβάλουν την κόλαση. Πρέπει να την παρακολουθήσεις οπωσδήποτε κι οπωσδήποτε την επόμενη μέρα (πάντα υπάρχει η επόμενη μέρα) πρέπει να χαμογελάσεις στο δήμιο που θα σε τεμαχίσει αργά, μελετημένα, επιστημονικά και θα πετάξει τα κομμάτια σου στον κάδο απορριμμάτων. Κι ύστερα…η ανακύκλωση. Κι εσύ πρέπει να μην είσαι αχάριστος, αφού παίρνεις ενεργά μέρος σ’ αυτή τη ραγδαία τεχνολογική επανάσταση.

Προσπαθεί πάντα το φως να βρει διέξοδο. Απ’ τα υπόγεια τούνελ που κλείστηκε με τη συναίνεση του λόγω αδυναμίας, ψάχνει τώρα να βρει τρόπο διαφυγής. Όχι μόνο να ουρλιάξει. Όσο δυνατά και να φωνάξει δεν θα ακουστεί. Κανένας δε θα τ’ ακούσει. Κανένα μάτι δε θα το δει. Τώρα πια ούτε τα παιδιά δε θα μπορέσουν να δουν και ν’ ακούσουν. Γιατί δηλητηριάστηκε το αίμα τους. Καχεκτικά παιδιά μέσα στην κατανάλωση χημικών προϊόντων, με δυο οπτικές κεραίες στις θέσεις των ματιών για να μπορούν να βλέπουν είκοσι πέντε ώρες το εικοσιτετράωρο τηλεόραση και με τ’ ακουστικά βιδωμένα στ’ αυτιά τους για να μπορούν δεκατρείς μήνες το χρόνο να ακούνε γαυγίσματα περαστικών “κοπρόσκυλων”. Έτσι τα παιδιά μόνο γυαλιά καρφιά τα κάνουν με αλυσίδες στα γήπεδα και στις πλατείες. Κι αν από κάπου κάποιο παιδί ξεγλίστρησε του στέλνουν τα ναρκωτικά για να υπνοβατήσει λίγο κι ύστερα να το διαγράψουν απ’ τον κατάλογο των αυριανών πολιτών. Παιδιά ξεδοντιασμένα, κοκαλιάρικα που φτύνουν πίσσα κι αίμα πως θα μπορέσουν να λευτερώσουν το φως;

…Κατάρα βαριά.

…Μόνο τα πουλιά, μόνο τα πουλιά…

Κι εγώ γράφω μέσα στην τρέλα μου και μιλώ για τη μικρή αδιαμφισβήτητα κόκκινη τελεία που υπάρχει στο στήθος του καθενός.

Για να πετύχεις, φίλε, οι λέξεις σου πρέπει να είναι διαχρονικές. Τα μολύβια σου να βαδίζουν το νου στα πάντα. Τα μολύβια μου τέλεψαν. Μόνο ο νους μου σαλεύει, αργά κοσκινίζοντας τις στάχτες από καμμένα κόκαλα.

Μέσα σε τύψεις τραντάζεται η ηρεμία του αίματος μου. Μάνα που πας; Πώς να ξεπροβοδίσω τη μορφή σου; Πώς θα ξεφύγω απ’ τη ζέστα σου; Κι οι τύψεις μου βαθιά ριζωμένες στην καρδιά μου, δήμιοι διαχρονικοί. Σου άρπαξα τα όνειρα μάνα που έκανες για μένα και στα ΄κανα κουρέλια. Σ΄ άφησα να φύγεις μόνη, μ΄ ένα πικρό χαμόγελο. Σε κοίταζα μόνο ανήμπορος. Πόσο δειλός! Πόσο ηλίθια στεκόμουν δίπλα στο νεκρό κορμί σου! Ούτε ένα λουλούδι δε σου πρόσφερα, για να συνοδέψει το μεγάλο σου ταξίδι! Πόσα λουλούδια μάνα, άνθιζες με το χαμόγελο σου όταν με κοίταζες και πάντα περίμενες να οργώσω τη γη με τ΄ άχρηστα ποδάρια μου, που εσύ δεν πίστεψες ποτέ ότι ήταν άχρηστα.

Χρόνια που άδειασαν μέσα σ’ ένα παραλήρημα θλίψης κι υστερίας…

Κάθε βράδυ, Άννα, αδειάζω τις φλέβες μου πάνω στο σεντόνι και το κρύβω κάτω απ’ το μαξιλάρι μου, για να σε βρίσκω στα όνειρα κάτω απ’ το φεγγάρι.

Κι η ψυχή, όταν νυχτώνει, ανοίγεται και ζευγαρώνει με τη λύτρωση.

Γιατί οι μέρες πάντα κάνουν να χάνουμε το δρόμο μας.

Στα σκοτεινά ανταμώνουμε αγάπη μου, στα σκοτεινά…

Στα σκοτεινά περπάτησα, ψάχνοντας με τα χέρια να βρω το παράθυρο της άδειας κάμαρας. Δεν το βρήκα ποτέ.

Δεν το βρήκα ποτέ!…

Σε μια αστραπή του χρόνου κεραυνοβολήθηκαν οι σκέψεις μου. Το μυαλό μου ισορρόπησε τη φαιά του ουσία και πέρα μακριά στον ορίζοντα άρχισε να διαφαίνεται ο τσιγγάνος καβαλάρης με το μαύρο άτι του. Καβάλα στη σκοτεινιά μου κι εγώ άρχισα να τακτοποιώ τα πράγματα της ζωής μου, συγύρισα το μαραμένο μου χαμόγελο, ξέπλυνα το ματωμένο στήθος μου και στάθηκα στο προαύλιο του νοσοκομείου. Αυτός πλησίαζε και ΄γω στεκόμουν ακίνητος μην του τρομάξω το άλογο και πισωγυρίσει.

Χρόνια περίμενα αυτόν τον ερχομό.

Πίσω μου οι σχοινοβάτες ισορροπούν την ψυχή τους μέσα στα χειροκροτήματα των θεατών τους.

Ο μικρός μου φίλος, ο Μιχαήλ, αποθεώνεται στις μουσικές σκηνές από το κοινό του. Εγώ περιμένω ακόμη. Λίγα λεπτά. Λίγα δευτερόλεπτα. Η σονάτα του σεληνόφωτος, ο Μιχαήλ, ακροβατεί. Κράτα γερά αγόρι μου, κράτα γερά!!! Η Άννα που δε φάνηκε ακόμη. Η Στιγμή. Η τελευταία στιγμή. Νάτη, νάτη, νάτη!!! Πλησιάζει ο τσιγγάνος καβαλάρης.

Λίγη η στιγμή, τόση δα. Σα μια κλωστίτσα. Κλάσματα του δευτερολέπτου και, χοοοοοπ! Με μια ξαφνική κίνηση του δυνατού κορμιού του, απλώνει το μαλλιαρό χέρι του, μ’ αγκαλιάζει και μ’ ανεβάζει στο κατάμαυρο άτι του.

Χανόμασταν μέσα στα σύννεφα όταν η Άννα περνούσε ραγισμένη τη σιδερένια πόρτα του ψυχιατρείου. Την έβλεπα από ψηλά. Πως ξεκουρδίζονταν το χαμόγελό της, πως μαραίνονταν τα όνειρά της και μάτωναν τα χείλη της μέσα στο βουβό πόνο της για τη φυγή μου.

Τώρα που φεύγω ήρθες Άννα. Άργησες, άργησες πολύ μικρή μου…

…Μεγάλη μου αγάπη έχε γεια!

Ξύπνησα μου ΄παν, τα χαράματα. Ήταν μια απ’ τις αλκυονίδες μέρες. Τι φως! Θεέ μου… σαν η Άνοιξη να φάνηκε πάνω στην πλάση, φτιασιδωμένη ντροπαλά. Μου φέραν πρωινό. Έτρωγα αργά αργά. Τα χέρια μου έτρεμαν και το κουταλάκι τικ τικ τικ ακουγόταν που χτυπούσε πάνω στο μπωλάκι καθώς προσπαθούσα μόνος μου να το γεμίσω με το ζωμό που περιείχε.

Ύστερα άστραψε ακόμη πιο πολύ η μέρα καθώς, η πόρτα άνοιξε και… «Άννα!» φώναξα «Άννα ήρθες!» και μέσα στα ξαφνικά κλάματα, πνιχτά, συνέχισα: «Τόξερα, τόξερα πως θάρθεις».

Ρίχτηκες στην αγκαλιά μου με ορμή. Τα μουσκεμένα απ’ τα δάκρυα μάτια σου πως λαμποκοπούσαν και ζέσταιναν την καρδιά μου. «Σ’ αγαπώ Ορφέα» μου ψιθύρισες, «δεν αντέχω μακριά σου». Μου χάιδεψες το πρόσωπο τρυφερά, προσεχτικά. Αυτό το ραγισμένο πρόσωπο φοβήθηκες μη σπάσει. Βάλσαμο πάνω στις πληγές μου το χάδι σου.

«Πάμε Άννα;» Σου είπα.

«Πάμε παιδί μου» Μου απάντησες.