Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

στο κενό των ανθρώπων





















Δεν υπήρχε εκεί ακοή, ούτε γεύση υπήρχε. Τα χέρια μόνο τίναζαν μνήμες κι ιδρώτα. Το αίμα έχει ξεραθεί..είχε μεταλλαχτεί σε χρώμα. Λησμονημένο χρώμα στον τοίχο που κρέμασα το μυαλό μου, να μη με προδόσω κι αφεθώ. Δεν υπήρχαν άνθρωποι - σκιές μόνο, που κλειδώθηκαν βίαια μη δουν την αυγή και πάρουν σάρκα και οστά και αποδράσουν.

Μόνο όραση ξεχασμένη στο κενό - μόνο αυτή υπήρχε. Φταίει που το μηδέν ρίζωσε στο χάος των βλεμμάτων. Φταίει που λατρεύω το μηδέν κι υπόσταση του δίνω - να ΄ναι αντίθετη του καιρού - κόντρα να γεννά κι ορμή. Τώρα μηδέν κι εγώ, πατώ το ρυθμιστή μου και σχεδιάζω θύελλες. Γιατί η ακοή βολεύτηκε σε ειδήσεις πληρωμένες. Κι η γεύση αλλοιώθηκε, αφού η γλώσσα σύρθηκε σε γυαλισμένες γόβες.

...Τα χέρια μόνο, η όραση και πόρνες που δε σκέφτηκαν να φοβηθούν την καταιγίδα. Κι ούτε σχολιασμοί κι ούτε κραυγές.
Κι ό,τι είδα, αυτό και λέω. Μέσα σκοτάδι βαθύ. Κι αν ρωτούσες πόσο κοστίζει μια αγάπη -;- οι πόρνες δάκρυζαν κι οι τοίχοι έπαιρναν να ξερνούν πόνο και πόνο.

Τώρα, όταν ακούω γι' αγάπη, μετρώ τα δάχτυλα των ποδιών μου - να δω αν μπορώ ακόμα να ακροβατώ στις χορδές του βιολιού μου...