Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

..αυτό..

συλλογίζομαι τα σκυλιά που δαγκώνουν.
μαθαίνω μαζί τους. οφελεί την ανατροπή μου.

Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

ώρες νεκρές















Όλα δέθηκαν σ’ ένα καρφί  φαγωμένο
απόγιομα γιορτής
Γι’ αυτό κι οι δείκτες
περιφέρονται επιτακτικά –
δούλοι αρμαγεδώνα,
κι απόκληρα παιδιά της νύχτας
που χρεμετίζει γύρω μου
και μέσα μου φεγγάρι
π’ αντανακλά λατρεία
ατσάλινων εποχών.
Με δέρμα, ισχνός τρέμω
απ’ τις κονιορτοποιημένες κραυγές
των σφαγίων
Περιβάλλομαι περιβάλλον κρησφύγετου
και λαχταρούν οι βοριάδες απόδραση
Όμως ξεπλέκω και ξεπλέκω δειλινά
να καθρεφτίσω τα χρώματα -
αντίσταση στην ευθανασία των απορημένων
Ένας αυτόχειρας ξενυχτά
μετρώντας ασταμάτητα
τα δάχτυλα των ποδιών μου
Κάποτε, που πέτρωσαν τα πόδια μου
απ’ τη λεηλασία
 - φωτογραφία στο κελί των αθανάτων -
είχα τη μνήμη του καρφιού,
στη φαγωμένη έκδοση του παλιατζίδικου
Κι εκεί αναισθητοποίησα την Ιστορία
για να ξυστεί το επίχρισμα,
τα σωθικά της ν’ αρχίσουν να δείχνουν
σε μαθητικά θρανία, έξω στα περβόλια,
ν’ ανασυνταχτούν τα γράμματα -
μικρές στιγμές με το μεγαλείο των λύκων
που πήραν σβάρνα τα βουνά
ξεχασμένων αρχείων
Έτσι, κάποιοι αλαλιάζουν στην πανσέληνο,
κι εγώ τρέχω να θερίσω θρήνους.
Κάτω η φύση άδειασε να γεμίζει σφυρίγματα
Και πάνω η σκέψη, ένα σαξόφωνο
να τρυπάει τα κύματα.
Τι έχεις και δεν άκουσες -;-
Ένα καρφί λυγάει και γέρνει η σταύρωση.
Δεν τελειώνει ο γυρισμός.
Επιστρέφω.
Πέντε – δέκα στροφές και φτάνω.
Το κατάστημα είναι πάντα ανοικτό,
σαν περίπτερο που τρέλανε τα εικοσιτετράωρα.


χρώμα αλμυρό
















Ένα κορίτσι βιασμένο ανιχνεύω
με χείλη κρεμασμένα φυγή ολέθρου
Πανικός σε εγρήγορση
Απομόνωση τρελή
Απύθμενης κουφάλας σε πυρετό απόγνωσης
Να γίνει το νεφέλωμα βροχή
Με τρύπιες στέγες να γυρίζει μια άβυσσος
Απ τις στεριές που λήστεψε ο Ποσειδώνας
Να φτύσει ροή και κόσμο άμετρο
Σε αρμονία μυθική καβάλα η τρίαινα
Σ έναν καιρό που βουλιάζει
Στα χέρια μου σφιγμένα μυστικά ∙
Λούκια, κλειδιά, στο χάος φως
Κι ενώ εκείνη παραμιλά για πυρετό
Ξεδιπλώνω το πέρα υγρό
Από έγκατα επώδυνα
Φυλακών υψίστης ασφαλείας
Αφέλεια των περαστικών
Να μην αγγίξουν το κάστρο μου ∙
Ένα βαρέλι νερό
Και το ποτήρι μου.
Δαγκώνω το ποτήρι με λύσσα
Τινάζω αίμα στα μαλλιά της –
Περιθώριο σε παρόντα καιρό
Και φιλί Ζωής ∙
Δυο ανάσες, κόκκινο
Και μαύρο πνιχτό χαμόγελο –
Καταπώς μαίνεται στους ξενιτεμένους.

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

τα σουλάτσα μιας κατσαρίδας







πάντα μπροστά, λέμε! έρχεται το τραμ! μη σκοντάψω στην κόρνα
κι εκτροχιαστώ στις ανεβοκατηφόρες. ανάμεσα στους σεισμούς των λιμών και
καταποντισμών, κι εσένα που σε πίστεψα, μωρό μου, αδιόρατες ομίχλες - κουρτίνες
που σκίζουν την καρδιά μου, αφού δεν μπόρεσαν να καλύψουν τα χείλη μου, και
πάντα εξείχε η βροντή, όσο κι αν πάλεψα αθόρυβα να κινούμαι, όλο και κάτι
έπεφτε στο διάβα μου, και γινόταν ο μέγας χαμός. ξέρω, φταίει που κοίταζα μόνο
το στόχο, και στα χαχανητά μετά, καμωνόμουν τον αγέρωχο. όμως και με καυτηρίαζαν
οι επεμβάσεις τους. μα πάντα δεν έπιαναν τόπο, κι έμεινα τώρα σε μια στέπα
ερημιάς. ένας σιδηροδρομικός παλιός - ατέλειωτη απόσταση αφετηρίας τέρματος,
ένα τραμ που πρόκειται.., ένα κάρφωμα νόστου στη μήτρα - προς λούφα εμβρύου,
ένα φιλί που δε δόθηκε μέσα στα μύρια ..κι όμως, εκείνο που δε δόθηκε ..μια
προτροπή και γι' άλλη εκτροπή ..κι όλα να με σημαδεύουν - teza, aroxol, σόλες
ολοκαίνουργιες, σόλες τρύπιες, σόλες σκονισμένες, παντούφλες, πασούμια,
τσιρίδες να με αγριεύουν, γουρλωμένα μάτια, τρεμάμενα χέρια, χέρια σταθερά
αποφασιστικά, ως, κι εφημερίδες - νέα, βήμα, κατοχικές, ανατροπή, ώρα ελεύθερη
και ώρα σκλαβωμένη, ως και αναρχική ώρα (δικιά μου δηλαδή, μα και ξένη, σα
φήμη, που εξαπλώθηκε από στόμα σε στόμα)..σκόνες δηλητήρια..τα πάντα, λέμε, όλα!!!

και πάντα μπροστά εγώ. και πάνω - σε τοίχους, σε ταβάνια, σε
σεντόνια καθαρά, σεντόνια ιδρωμένα, σε σιφώνια.. κάποιες φορές κουράζομαι και
πιάνω γωνιά. εξόφθαλμες μπότες με σημαδεύουν τότε. απλώνομαι. ανοίγω φτερά.
πετάω, έτσι για να σας τη σπάσω. στη σπάω κι εσένα μωρό μου, που δεν πίστεψες,
ότι όλοι έχουν φτερά, και μου την έσπασες, χαλώντας την επέκταση των εκδρομών
μας. μα, σκέφτομαι: σκέφτονται οι κα(η)μένες μπαταρίες; (κι έμεινα άυπνος) - άντε
λίγο κούρδισμα σε επιμονή νημάτων θολής ζωής, και τότε σε όλα τα μήκη παίζει το
κάτι της. κι εκεί, τα παίρνω κι άλλο. γιατί εγώ νόμιζα ότι ήμουν το μήκος σου.
εκείνο το ρεμάλι που λέγαμε στις αναλαμπές σου. έτσι που λες, μωρό μου, πάντα
μπροστά. σημαιοφόρος δίχως ομάδα. σημαιοφόρος και παραστάτης μαζί κι ολάκερο
ασκέρι. μόνος. όπως συνέχεια μα και τότε, στη βεράντα της μαμάς και του μπαμπά,
τα καλοκαίρια, άυπνα, ν ακούω το τρένο - σταθμός: Άγιοι Ανάργυροι, και πήγαινε
για Λαρίσης, που δεν μπόρεσα να πνιγώ, γιατί γαμώτο κολυμπάω κιόλας. κολυμπάω
παντού, ακόμη και στα σκατά, και πήρε αγριάδα το μούτρο μου. πετάχτηκαν τα
μάτια μου. και ζω. πάντα ζω. επιστήμονες λένε, ακόμη και σε πυρηνική καταστροφή
αντέχω. εγώ, λένε, αντέχω παντού: στα τούνελ, τα δοκίμασα. θέλω και σουλάτσα σε
κήπους και περβόλια, και σκάω μύτη. παντού! ακούς μωρό μου; ακούς; παντού και
πάντα και παντός καιρού. κι εκείνοι που μ’ έκριναν, κι εκείνοι που με κρίνουν,
με βλέπουν και σκιάζονται, και με δικάζουν, περνώ τις ώρες μου με τις σκιές τους.
έτσι, που ίσκιοι έμειναν, να κυνηγούν μια κατσαρίδα, κι ας γράφουν στίχους
βραβείων στο τέρμα, πίνουν aroxol
και χάνονται.
έτσι, που με κυνηγούν οι άνθρωποι, κάνω πλάτες στο Γιάννη –
Αγιάννη, και σώνω την ανθρωπότητα. Αυτά μωρό μου, που δε με πίστεψες, αφού δε
σε πίστεψες. Τα υγρά της μπαταρίας χύθηκαν στο πάτωμα. Τα
γλύφω. Κολλάω λίγο. Ξεκολλάω. Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια. Πάω. Είπαμε, το
λέει η επιστήμη. Παντός καιρού και πάντα μωρό μου…ακόμη και σε πυρηνική
καταστροφή.

(υπό έκδοση: "το σκισμένο καλσόν")  ** αφιερωμένο**

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2014

η μέρα της κρίσης

όταν συνειδητοποίησα ότι, η πιο κοπιαστικά λεπτομερής, και τέλεια δημιουργία του θεού είναι τα τούβλα,
συνδέθηκα με το υπερπέραν των διαβολικών υποθέσεων,
για ν' αποκτήσει μια αξία ο κασμάς, το τσεκούρι και η μπουλντόζα,
στην κατεδάφιση της μέρας της ανάπαυλας,
τότε, που κρίνεται η κρίσις,
και σκιάζονται οι ανεγέρσεις κτιριακών εγκαταστάσεων,
αιώνα παράκρουσης. _

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

τα μαύρα φεγγάρια







ΘΑ ακυρώσουν τις νομοθετικές ρυθμίσεις
ΘΑ διαπραγματευτούν ένα χρέος ανύπαρκτο
ΘΑ ...όταν...με...
ΠΟΤΕ ΤΟ ΟΤΑΝ; ΟΤΑΝ ΑΦΗΝΟΥΝ ΤΟ ΛΑΟ ΝΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΣΤΟ ΘΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΟΤΑΝ;

*πλέον, κι ας με συγχωρέσει ο ποιητής, κοιμώμαστε μ' ένα ανύπαρκτο αύριο,
κι ένα νεκρό τώρα, με χημικές συνθέσεις - για εκτόνωση εφιαλτών. το παρελθόν, μας τέλειωσε - χάπι μασώμενο για τις στομαχικές  καούρες, μιας σχεδιασμένης παιδικότητας, με βρόντο θανατερής σιωπής.
και οι καούρες πέρασαν. έμεινε ο αντίλαλος των παιδικών κορμιών, καθώς έπεφταν ένα ένα στην κοινωνικοποιημένη εφηβεία, και στην ενήλικη υποταγή, σαν έντιμοι πολίτες και κΆλοι χριστιανοί - κι  από εκεί που παν΄ κι άλλοι, με το τάμα και το κερί -.*
- "ΧΑΙΡΕΤΑ ΜΟΥ ΤΟΝ ΠΛΑΤΑΝΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΨΗΛΗ ΡΑΧΟΥΛΑ, και τρεις λαλούν και χίλιοι δεκατρείς χορεύουν, για το γαμώτο του είμαστε ακόμα ζωντανοί..."
κι αν δεν αντέχεις την οπτική, τραγούδα παραμύθια..

Προμηθεύς Πυρφόρος

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

το τραγούδι της λίμνης

αδράχνω τη Λίμνη, αφού αλώνεις το σπαραγμό μου. /
η ψαριά μου -;- / ένα νούφαρο πνιγμός - / - σχεδία να ΄χει ο ύπνος μου,
στους χάλκινους κυματισμούς των στυμφαλίδων πνοών /
/ δεν εκτοξεύω βέλη. νικούν πάντα τ' αφρίζοντα ύδατα._ /

- αγύριστο κεφάλι / θα συνεχίσουν να λένε. / αρνήθηκε ένα σπίτι, για μια μυρωδιά και μόνο. /
κανείς δε σκέφτηκε ότι οι ακρίτες, δε φοράνε μυρωδιές κατοικίδιων.
αυτόφωτα περβόλια, ανατέλουν στις χαλύβδινες καρδιές τους.
κάτω απ' το μέταλλο, κυλάει αίμα, και σφάζονται.
ποιος αντέχει να μπει να κολυμπήσει; -



*με παραλήπτη*