Πέμπτη 2 Δεκεμβρίου 2010

πεθαίνει σήμερα





















Σήμερα
Πεθαίνει -!-
Αύριο
Πεθαίνει -;-
Ερωτώμαι  δια
Των γεγονότων
Μέσα από γραπτές
Σημειώσεις
Και κινήματα
Ό,τι κράτησε
Και κράτησε
Επί της
Μνήμης –
Πορείες και
Βροντές
Με το δάχτυλο
Στη
Σκανδάλη
Και πίσω
Από
Τους κρότους
Στις
Θαμπές μέρες
Που
Επιτήδεια
Θαμπώθηκαν
Επιτήδεια
Κάλυψαν με
Πάχνη
Ποιοι -;-
Κάποιοι
Εκείνοι των
Νημάτων που
Κινούν
Τις μέρες
Μη γνωρίσω
Μη δω
Και
Φρίξω
Από τα 
ύπουλά τους –
Σκοτεινές
Διεργασίες
Που πίνουν
Αίμα
Να ζουν
Τεμαχίζοντας
Αλυσίδες και
Συνέχειες γεγονότων
Να γνωρίσω
Τους αληθείς
Της αλήθειας
Τεκταινόμενα
Και λένε
Κρυφός

Κι απορώ
Γιατί αισθάνομαι
Γιατί γνωρίζω –
Κρυφός
Σημαίνει
Δόλιος
Τι -;-
Πως αλλιώς -;-
Στη φύση
Που απλώνει
Και ξεδιπλώνει
Ξεδιπλώνεται
Γύρω
Και ενώπιον
Δίχως φραγμούς
Γεννά η φύση
Κι ομιλεί
Και τώρα
Βλέπω
Κάτω από τσιμέντα –
Ηχορύπανση
Να καλυφθεί η
Φωνή της –
Ηχορύπανση
Στα
Αυτιά μου –
Σκοπίμως
Πυροδοτούμενη
Να μη μπορώ
Να συλλαβίζω
Το νερό
Που τρέχει
Στο πάντα
Να μη μάθω
Το πάντα
Να μη δω
Το ποτέ
Κι όπου τα
Βρω –
Παγκάκια στους
Δρόμους -
Να τρομάξω
Και
Πανικόβλητος
Να κλειστώ
Στον τάφο
Της αμάθειας
Λησμόνησα -!-
Το κέρας της
Αμάλθειας
Λησμόνησα
Και
Τη χρήση μου
Λησμόνησα
Λησμονούσα
Γιατί
Τους γλίστρησα –
Η φύση
Αιμορραγεί
Κι ακολούθησα
Την οσμή της
Γλύφοντας
Τα πέλματά της
Που στάζουν
Πληγή

Συννεφιασμένε μου
Ουρανέ
Βρέξε
Να βρω
Φιλί -!-
Ν’ αγγίξω
Γιορτή -!-
Άδολη θέση
Του συν
Της πηγής
Δημιουργίας
Και άλλων
Στο αφανέρωτο
Των αιώνων -!-..
Κι όταν
Τη σκανδάλη
Κι όταν τραβήξω
Μην αστοχήσω
Από μαρασμού
Την άγνοια
Να βρω το
Στόχο
Να μη προσκυνήσω
Να γονατίσω
Τις πόρτες τους
Τις ατσάλινες –
Κλειδωμένα που
Κρατούν
Κι επικρατούν
Που κρατούν
Μυστικά
Τα δώρα
Που τάχθηκαν
Δικά μου
και
Δικά σου..

Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010

νύχτωσε στις θάλασσες του κόσμου




















Θα έφευγες μετά,
Είπες
Είπα,
Τώρα, τώρα φεύγω
Δεν είναι νωρίς
Νύχτωσε
Πειρατεύουν με -!-..
Τώρα φεύγω
Ορθά
Όπως τότε που
Ήρθα
Καταρροές-
Ανάρμοστες
Σ’ όποιον επαγγέλλεται
Και σπάει κλειδαριές
Να μπει άχνη
Να μπαίνει βροχή
Να έρχεται θάλασσα
Κι οι άγκυρες - σκλαβιά

Είχα 
τότε
Τις πελέκησα
Κι έφτιαξα βέλη
Ξίφη και λοστούς –
Απαραίτητα, να πω,
Των ταξιδιών μου

Δε σε κοινώνησα, νόμισες,
Δε σε βρήκα, νόμισες -
Αφού δεν ξάπλωσες
Στις χούφτες μου
Και δε διέταξες
Να σκίσω τη σάρκα σου –
Εύκολη η θέση που
Σου χάρισαν…
Έτσι έμαθες
Κι έτσι λες
Κι έτσι νομίζεις..

Δεν πίστεψες, όμως
Και δεν πιστεύεις
Κλείνεις τα μάτια
Ζητιανεύεις
Επιβάλλεσαι  τυφλή –
Στους νομίζοντας
Τυφλούς των ημερών σου –

Ακούω τους ρόγχους
Ακούω τους θρήνους
Ακούω κατάρες
Πεπαλαιωμένων και
Νεκρών σου

Δε βάδισες
Κι ωρύονται
Έσκυψες, φίλησες,
Νόμισες ήπιες…
Σκοτείνιασες…

Δεν κατέκτησες
Αφού σου άνοιξαν τις
Πύλες
Νόμισες όργωσες
Νόμισες κέρδισες
Λήστεψες, είπες
Στον πάγκο
Της ελεύθερης προσφοράς

Τώρα, μάθε,
Δε μένω
Ποτέ
Πουθενά
Κι έχω μείνει παντού
Και φεύγω πάντα
Μικρά σου νοήματα
Τρελά σου τα λόγια μου

Φορώ τη γύμνια μου
Πόσο μεγάλη η 
θάλασσα Έρωτά μου -!-
Πόση αρμύρα γύρω μου -!-

Μπαίνω στην άρμη
Ζεις οργασμό
Παραπατάς και ζητιανεύεις
Το στόμα που σε άρμεξε

Δε σου σφυρίζω ξανά
Άνοιξε τα μάτια σου να
Δεις
Πως καταδύομαι
Στη θάλασσά σου…
Και χάνονται
Τα τρένα απ'
τους σταθμούς σου…

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

κυάνωση νύχτας














(ήδη χαρισμένο)


Σςς… Μη μιλάς 
Κοίτα!...
Μετάθεση ονείρου σε
δρόμους πολυσύχναστους βροχής

Κατάρα των πουλιών
Κι ανάθεμα νόμιμων αγροίκων
Σιγή ιχθύος μ’ αγρύπνια σε
μια νύχτα κυάνωσης απ’
τα πάθη μου
Σταματώ σε διόδια
υπογείων οδών
Μ’ ένα φιλί να
πληρώσω το κόστος
της πορείας μου
Με δυο φιλιά να
παραπέμψω στον άγιο εαυτό
Πορεύομαι, κυβευτής της
επόμενης μέρας, μέσα σε
καθρέφτες που αντάμωσαν
βλέμματα απείρου κάλλους κι
άπειρης ντροπής συνάμα
Για να ΄μαι σήμερα εδώ και
να αυτοκτονώ την ψυχή μου
Πόσο ν’ αντέξεις τ’ αστέρια -;-
Πόσο ν’ αντέξεις τα
δάκρυα τ’ ουρανού -;-
Πόσο ν’ αντέξεις παράνομος
ανάμεσα στα 
δεικτικά τους δάχτυλα -;-
Που να πάμε ψυχή μου -;-…
Μόνο εδώ, στις 
υπόγειες οδούς
που διανοίξαμε με το 
καρδιοχτύπι μας…
…Εκείνο το βράδυ –
Θυμάσαι -;- 
που μας
έλουσε η βροχή -;-

Μπροστά στον καθρέφτη
Θα φωνάξω το όνομά μου
Για πρώτη φορά να μ’
αντικρύσω
Κι ύστερα να μείνω
ανάμνηση
στης ιστορίας του το
μεγαλείο
Μαζί
να κοχλάζει το
πάθος μου

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

φωτιά θα γίνω -!-..




Οι γειτονιές τρέχουν
Στο ρήγμα της σιωπής -
Δάκρυ
Στου χρόνου τα χαράγματα
Σε δέρμα που αδειάζει φως
Και στερεώνω δυο παράθυρα
Στα μάτια –
Ένα στο καθένα -
Να μπορέσω να βρω το χειμώνα
Γύρω απ’ τα νεκρά σπουργίτια
Να παγώσω τους εφιάλτες μου

Οπωσδήποτε
Θ’ αποδημήσω πλανήτη μου
Δίχως τα κτητικά του κόσμου
Που γδέρνουν – μαχαιριές
Και κρεμούν το νου
Σ’ αδιέξοδο αιμάτινων δρόμων
Κι η καρδιά
Που τρυπάει το θώρακα
Με το ακάνθινο στεφάνι της –
Βραβείο της θλιβερό για 
τη σύνθεση των χτύπων της –
Φτηνά είναι τα επινίκια
Των εποχών των ανθρώπων -

Φωτιά θα γίνω
Δίχως αίματα
Σκούριασα και κρυώνω
Στις αυλές μελαγχόλησα
Με τις μαραμένες γλάστρες -
Παραβιασμένα στόματα φύσης
Στριμωγμένα σε γέρικες στριγκλιές
Εκεί που τρίζει ο χρόνος
Μαζί με τα παραθυρόφυλλα
Στα μαραμένα σύνορα
αχαμνών ζωών που
Δεν το κάνουν το βήμα
Δεν αποφασίζουν να ξεκουρνιάσουν
Κι οι σάρκες αδειάζουν
Και τσαλακώνονται –
Γερασμένη ρώγα σταφυλιού
Που ξέχασε να ερωτευτεί
Ή,
Που νόμισε ότι ερωτεύτηκε
Σ’ έναν αγώνα δρόμου
Κι οι γειτονιές
Αυτοκτονούν μ’
Ανέλπιδα τραγούδια

Αποδημώ πλανήτη μου
Η πόρτα φραγή και
Τούβλα στο κεφάλι μου
Κι ο ναργιλές
Ξενύχτησε στα χείλη μου
Έγινε στόμα μου
Και κοχλάζει οργή
Φυγή ανείπωτη
Κι ανεπίστρεπτη
Στους αγέλαστους συρμούς  σου

Και μου φτάνει
Κι ας περισσεύει
Το ανάστημα
Να τρέξω
Δίχως – στερνά να
Χαιρετήσω σε
Μου φτάνει το ανάστημα
Να πιω φωτιά
Και φλόγες να γίνω
Κι εσύ
Να καίγεσαι μα
Να μην μπορείς
να με προλάβεις
όταν θα τρυπώνω
σε πρωινά ορθάνοιχτα
και σπίτια  μεθυσμένα
γιασεμιά.. 

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Τιμή στους ήρωες νεκρούς του Πολυτεχνείου!



 








Ακολουθώ
την περιφορά του χρόνου
γύρω απ' την πόλη
Γύρω από την Άγια Πύλη
της καγκελόφραχτης αυλής
των Αθανάτων -
Μικρών Μεγάλων Εραστών
της Αυγής
Κρατούσαν ένα σύνθημα
στ' αφίλητα τα χείλη τους
Μια ευχή ακούμπησαν
στα στήθη της σελήνης
Για ένα όραμα λευκών περιστεριών
τους μάτωσαν
Τους άδειασαν, άχαρα μετά
στο παγωμένο τσιμένο της πόλης
Τόσο άπιστη
γι' αυτούς η πόλη!
Μια πόρνη ερωμένη που
λήστεψε τα νιάτα τους

Εκείνο το βράδυ
δεν υπήρχε πάλι ο θεός
Εκείνο το βράδυ που
καταιγίδα αίματος
έπνιξε το όνειρο

Κι οι νέοι πλάγιασαν ματωμένοι...
Για πάντα!...

Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2010

η ψήφος




















Βάθος της νύχτας
και
τ' ουρανού
τούνελ βαθύ
με παρακολουθείς
λες, μ' επιβλέπεις
επιστατεύεις
την παραγωγική μου
ανάσα
προσωπικός μου τηρητής
στεγνός
στυγνός είσαι
σε μυρίζομαι
καθώς
οξειδώνοναι
τα μάτια μου
και τα χείλη μου
σκουριάζουν
απ' το αίμα
που πολυκαίρισε
Θυμάσαι
ότι με σκότωσες
πριν γεννηθώ;
Νεκρός
τουφεκίζω
το βλέμμα σου
για
να ψηφίσω
την ανάμνησή μου

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

"βροχή σου..."
















Εκείνη
κι εκείνος μαζί
μιλά ακόμη για τη βροχή
Βροχή μου, λέει
και γρυλίζει πιο κάτω
με τις λέξεις μαζί
να βρει τη μεγάλη
που θα αποθεώσει
το σώμα
Οι νύχτες, όμως,
θωπεύουν τα παιδιά
κι ασελγούν
υποκρινόμενες
τη μήτρα
που τα έδεσε
στον κάβο της ζωής
Χιλιόμετρα σκοινιά
που πνίγουν την
πόλη των
ονείρων
Κάποτε
κάποιες, δηλαδή, φορές
ξεφύλλιζα τις μνήμες
Πόσα -;- Τόσα
"σ' αγαπώ"
που άκουσα
ροχάλιζαν και
με ξυπνούσαν
διαρκώς με τρόμαζαν -
σαδισμός τους στο έπακρον

Παλεύω να ναρκώσω τις
μνήμες
Κάποτε
οι υποσχέσεις με
κουρδίζουν ανάποδα
Κι οι όρκοι μαζί -
χολέρα σε καιρό πολέμου -

Μη μου κρατάς τα νήματα -!-
Δε βλέπεις -!-
Δεν ακούς -;-
Όλα σε ένα τα
στόλισες
δέμα της σιωπής
Με ίδια λόγια σου
με ίδιες εικόνες
με ίδια τραγούδια -!-..

Κατά νου έχω την ειρήνη
και κάνω πόλεμο
στη βροχή -
αυτή που μυξοκλαίει
σαν πόρνη ψυχή -
οι μπόρες με ξεπλένουν -!-
Μου ξεσκονίζουν το σπίτι
οι μπόρες..

Πόσο καιρό έχω
να νοικοκυρέψω το σπίτι μου
κατά τα συμβατά σου -!-
Ποτέ δεν ανταποκρίθηκα
και ούτε...μην ελπίζεις
Γιατί στο βάθος σου
είναι αδούλευτα τα χέρια σου
κι ας τα προβάλεις με κορδέλες
Νοικοκυρεύω εγώ
πάει να πει
τα πάνω κάτω -
παλιατζίδικο στο Μοναστηράκι
να δοξάζω χρησιμοποιημένα
προφυλακτικά και άλλα
πολεμικά συμπληρώματα -
κάτι χτένες ξεδοντιασμένες,
γραμμόφωνα δίχως βελόνες,
εκείνους που κρεμάστηκαν παιδιά,
και, άλλα πολλά !..
Τι να σου ιστορώ τώρα
αφού δεν έχεις χαρτί να καταγράψεις
τη σημαντικότητα των πραγμάτων μου

Κι άκου!
Ει, εσένα το λέω -
που ακούς και δεν ακούς
Που βλέπεις και δε βλέπεις
Που, λες, τάχτηκες σε αγίους
και αιωρείσαι -
αφού ποτέ δεν απόχτησες πόδια σου -
Λυπάμαι το χρόνο που σπατάλησα
άκαρπα
και γεννάω κι άλλον
Λυπάμαι και τις νότες σου
που χάθηκαν στις στείρες σου
λέξεις

Ω, Βαβυλώνα μου -!-
Βεβήλωσέ με κι άλλο
πιότερο να δω!..
Μέσα στις σκόνες μου
ερωτεύομαι και μεγαλώνω
Με τις καταιγίδες
κραυγάζω οργασμό
Που ήμουν;..
Έφυγα
Σκονισμένα κορίτσια μου!..,
έρχομαι-!-