Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

μονόπρακτον





















Ο πρωταγωνιστής της πράξης
ένα τόπι-
εκείνο
που μου στέρησαν
παιδί που ήμουν

Κατρακύλησε όλα τα σκαλιά
όλα τα στενά
όλους τους θεατές
κι έπεσε στην αρένα
σ' ένα μονόλογο -
λέω,
πιάνου ακούρδιστου
αφού
πρωτόγονη η ύπαρξη μου -
για πράξη μία

Και τα φώτα
σίγησαν
αμφιθεατρικώς

Και γκρεμισμένος
χορευτής ένας
που φαίνεται
στο κέντρο των λεπτών -
λεπτά ευρήματα
για δύο στιγμές -
του πριν
και του τώρα
του τότε
και του αύριο

Στο μέσον
η κραυγή του αιώνα
σημαντική της πορείας μου
κραυγή αγανάχτησης
επανάκτησης της κίνησης
δίχως διάττοντες
να καρφώνουν και
να φεύγουν
μα με πλανήτες αυτόφωτους
υπεραιωνόβιους
να χειρονομούν
καταπατώντας τους νόμους
που επέβαλαν κακώς
κάποιοι
προς τέρψιν δική των

Καλός σκοπός
με το δάχτυλο στη σκανδάλη
να τρομάζει τους εφιάλτες
και το λάθος της ερωμένης
να επιβάλει το λάθος
Και γνωρίζω -
αυτό
το γνωρίζω καλά
- σαν τη μελέτη της προπαίδειας
δίχως την παπαγαλία της -
η πτέρνα του Αχιλλέως
εξουδετέρωσε
τη θεϊκότητα σε μια στιγμή
και μόνο ένα τόπι
διάφανο
δονεί τον καιρό

Δεν είναι σφαίρα
είναι όραμα

Κι όταν
η πράξις ετέλευσεν
οι σκιές
λησμόνησαν την αντίσταση
και η καθαίρεσις έσβησε
σαν τον ένα
το μοναδικό προβολέα
που κυνηγούσε το τόπι μου
καθ' όλη τη διάρκεια
των πεπραγμένων μου
επί σκηνής

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

να με προλάβεις στους δρόμους της νύχτας






















αφιερωμένο στις Στιγμές
των τελευταίων Ημερών μου


Αν με προλάβεις στο δρόμο

στα άγριά μου τα ζώα
μπροστά
να φρενάρεις

Μην αποχαυνωθείς
με τις ομίχλες
κι εγκαταλείψεις τις πορείες μου

Εγώ
απορρίπτομαι
και επιτυγχάνω συνάμα
μ' ένα μόνο
επιτρεπόμενο λάθος -
το ασυγκράτητο
των ήχων μου

Είναι που χειμωνιάζει νωρίς
κι η νύχτα εκπορνεύεται
για λίγα φώτα -
γιατί
στέγνωσαν τα μάτια της
κι η θάλασσά της
νεκρά έγινε
κι έχει ενδιαφέρον να τη δεις
καθώς
αποστεώνονται οι ιστορίες της
και τα στήθη της μαραγκιάζουν
και πώς να θραφείς-;-

Σκελετοί ανθρώπινοι
τυπώνουν όνειρα
κι αν με προλάβεις
στα διόδια θα λιάζω
τους δεσμούς τους αδίστακτους
και δίχως να πληρώσω -
λαθραία
κι επικίνδυνα -
θα γκαζώσω τα πάθη μου
ν' αφήσω εκτός φυλακίου οστών
λίγους σπόρους αγριολούλουδου
για τους ορειβάτες που
θα συλληφθούν την επαύριον
κι ένα υποβρύχιο θ' αφήσω
- σε τοίχους στίχους -
για μια αξιοπρόσεχτη
βραδινή απόφαση της σιωπής

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

στον επόμενο τόνο

















Στο δώδεκα -
το πυροβολημένο κενό
του παράπλευρου εαυτού μου -
ο δείκτης ο λεπτός
έσκισε το χρόνο
για να αιμορραγήσει
εσωτερικώς
το σκεύος που φυλάττει
τα πελάγη μου -
κάποια νεύρα, δηλαδή,
το μυελό και
τις συνδέσεις
τις αλυσιδωτές νεύσεις
των σφαιρικών αντιλήψεων
και την απουσία σου ή,
παρουσία της ανάμνησής σου
που εκτός τόπου και χρόνου
βρέθηκαν
να στενάζουν τα βήματά μου
στο πυρ της εξώσφαιρας
παρανοϊκών αντιστάσεων
γι΄αναμονή ανάστασης
μιας και τα λάθη
τους ζωντανούς απογράφουν
στα δελτία της φύσης μας

Κι οι δείκτες σπάνε
στο σφύριγμα του τρένου
που θέλει να φύγει

Κι οι αισθήσεις ερωτοτροπούν
με την αγωνία της σιωπής
στο κρυφό το σκολειό
στα σύνορα των εποχών

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Το ΤέΛος






















Μ ε γ ά λ ο Ε υ χ α ρ ι σ τ ώ!!!

κάπου αλλού
κάποια άλλη στιγμή
θ' ανταμωθούμε...

Αφιερώνω τα κομμάτια της ψυχής μου

σ' όλους εκείνους ,

που τουφεκίζονται καθημερινά

για να αλλάξουν τους ρυθμούς

της καρδιάς τους

και στο Όναρ του καθενός μας!...

Καλή συνέχεια!!!

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

το πέταγμα

Κάποιες φορές σταυρώνονται οι σκιές τότε που κουτσά αγάλματα τις προσπερνάνε ή όταν ράβεις τα χείλια μη σου ξεφύγουν τα φιλιά μπροστά στην άβυσσο πέμπτης ξενοδοχείου κατηγορίας με τους βουλωμένους νιπτήρες να μη μπορείς τις αποδείξεις να ξεπλύνεις όταν έτριξε ο σουμιές στο βρώμικο κρεβάτι πάνω στο στρώμα που βάφτηκε κόκκινο κατά του εφιάλτη ή και μ' αυτόν κατά -που νόμιζες - της υστερίας δίχως ν' ακουμπάς τους τοίχους μην πετάξεις και φυγή γίνεις κι ερωμένη των αιθέρων και βρεθείς στην ακτή των αστεριών με όλα τα σύμβολα της άλγεβρας - με όλα τα αξιώματα και τις παραστάσεις της οργής - που πήρα σε πήρα αγκαλιά - παιδί σε άλυτους που ΄λεγαν γρίφους - με νύχτες πουτάνες με φτηνό περιτύλιγμα αρώματος των στημένων αναστεναγμών στις σβέλτες κινήσεις της αρχής που νωθρές έγιναν εκεί που ο χρόνος γλύφει πλάτες μαστιγωμένες σε ανήλικα κορμιά στα στενά τα ανήλιαγα - ιούδας ο ήλιος που ξεδοντιάζει την αθωότητα καθώς κουδουνίζουν τα κέρματα στα πεζοδρόμια της καρδιάς κι εκεί δεν μπόρεσες δεν είδες το δάκρυ που δραπέτευε για μια μπουκιά αγάπη Κι εγώ με μια γαρδένια στο χέρι χάιδευα χαιδεύω το έλα στο δισταγμό του λεπτοδείχτη πολυδουλεμένου ρολογιού στο "ψιτ-!-" της πόρνης και στου φαντάρου τη λαχτάρα εδώ που καις τα όνειρα και καραμέλες γλύφεις να ξεχαστείς απ' την αλμύρα της θάλασσας αυτήν που κολλά - βδέλλα - στους βράχους και διαβρώνει τη ζωή Σταυρώνονται λοιπόν κι οι σκιές με σάρκα και οστά - που παρέβλεψες - σε δημόσια θέα προς διασκέδαση του όχλου που νόμιζαν Κι όμως οι ώμοι πετούν χέρια φτερά κι η σκιά στα δειλινά φτερουγίζει και θεός γίνεται γιατί ο ημίθεος είναι λίγος στο πέταγμα των ονείρων της Έτσι και το καρφί σου στην καρδιά αστόχησε στο θάνατο και θρήνος σου γίνεται

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

η αυτοχειρία της μελωδίας

















Το βιολί ερωτεύεται
τον ποιητή
κι εκείνος κερδίζει
το κέντρο της νύχτας
στου βρώμικου δρόμου
το μεθυσμένο μυαλό

Χορεύει
στην κουπαστή
αόρατου πλοίου
και δες-!- πετάει
στα νέφη

Νύχτα
με δοξάρι μαχαίρι
σκίζω χορδές -
τις φλέβες του καρπού μου -
στα νέφη
κι εγώ
να βρεθώ

Αριστερά οι αγκαλιές
στη μέση τα σπλάχνα -
κύματα πελαγινά -
Στην πλάτη
καρφιά
απ' τους φίλους
της απέναντι πόρτας

Οι άλλοι
ξεχάστηκαν
στο δίπλα της γιορτής
καθώς μιλούσαν με ΄μένα
στα θεμέλια του βάθρου μου
Μ' αφήνουν μ' αρμύρα
και σιωπή

Κι εσύ
λείπεις
και λέω
είσαι παντού

Γι' αυτό
κατασπαράζομαι -
πεθαίνοντας από πείνα

Με μια νεκρή σύνθεση νου
στο περιβάλλον
τ' αυστηρό
της αντιζηλίας
αντίο
λέω
κι έρχομαι
κι ας μου ΄κλεψαν τους στίχους
Στο βλέμμα μου
δεν έχουν λυτρωμό

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009

(Έ) ΉΡΩΣ















της φίλης Selini






Τον παρεξήγησες ήρωα
τον πόλεμο ετούτο.
Τσάμπα τα έχτισες τα τείχη
και ξοδεύτηκες για όπλα
και πανοπλίες.
Γάζες και αντισηπτικά
δοξάζουν εδώ τους γενναίους.
Σπλάχνα χυμένα
και ραφές στα μαλακά
της σάρκας μόρια
και αρθρώσεις σπασμένες
και πόνος! πόνος ανήμερος
χωρίς αναισθητικό ή ντόπες
να σου μπήγει τα νύχια στην καρδιά
και να λες «τώρα θα πεθάνω!»
αλλά να μην πεθαίνεις.
Κι αν θες να ξέρεις ήρωα
τον πόλεμο ετούτο ποιος κερδίζει
κοίτα τον πιο διάτρητο
τον πιο κομματιασμένο
με τα βγαλμένα μάτια απέναντι
που μέσα σου κοιτάζει
αυτόν που σου ΄πε «Σ’αγαπώ»
κι απάντησες «ΦΟΒΑΜΑΙ!».