Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

365 μέρες πριν.... και μετά

Καλώ σε απόδραση....


Ακόμη δεν ξημέρωσε

Αιμάτινα ποτάμια
κατρακυλούν στις νύχτες μας

Προσποιούμαστε γιορτινοί

βαγόνι θ' αλλάξουμε
τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες μετά

Τριακόσιες εξήντα πέντε μέρες πριν
βαγόνι αλλάζαμε

Σε τρένο με πολεμοφόδια
για την ανατίναξη των ουρανών
και κάποια μόρια βλεμμάτων
τροφή στα κρεματόρια...

Αν δραπετεύσουμε
θα ΄χουμε καταφέρει την Απόδραση
και την αυτοχειρία των θυτών

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2008

παράνομοι ονειρευτές

Μελέτη βαθιά
στα υπομνήματα

Εκεί,
που μαχαιρώνεται η νύχτα
και τα λεπτά
φυλλορροούν

Εκεί, κρυφά,
που χλιμιντρίζει η αλήθεια
και φανερώνεται
απαστράπτουσα η στιγμή

Γι’ αυτούς,
που αρματώθηκαν το όναρ
και παραστράτησαν
τα πρωινά

Γι’ αυτούς,
που γρύλισαν στη νύχτα
καταπίνοντας
όλη τη βροχή


Με γυμνά κορμιά
σαγήνεψαν σπαθιά
και κομματιάστηκαν
δίχως να βγάλουν μιλιά

Γι’ αυτούς•
τους αλήτες των πρωινών
που παρανόμησαν,
σκορπίζοντας
ολόκληρη αγέλη δειλινών


Σε παρθένα στήθη
τρομαγμένων κοριτσιών,
π’ ανέτειλαν τον έρωτα

Εκεί,
στα υπομνήματα
των ακατέργαστων τόμων της ζωής
Ανάψτε κερί
να μελετήσετε
βίους παρανόμων ονειρευτών…

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

ο ραγισμένος καθρέφτης

Όταν
ο καθρέφτης μου
ράγισε
άρχισα να μετρώ
το μήκος
των ονείρων μου
τις γραμμές
της ζωής μου
το πλήθος
των ονομάτων μου...


Κι άξαφνα
νύχτωσε
Κι είδα
χειμώνα γύρω μου

Ξεκρέμασα το παλτό
ξέθαψα το τζάκι μου
και...κοιτάχτηκα
στο ραγισμένο μου
καθρέφτη

"Σε ξέρω", μου είπα


Κι ήταν η πρώτη φορά
που δε χρειάστηκε
να ρωτήσω πώς με λένε
Ήμουν εγώ!

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008

ο ποιητής

Ο ποιητής
έχει το χρώμα
της νυχτιάς
μια πινελιά πόνου
ριγμένη
στην καρδιά του

Και τα εφτά,
τ' ουράνιου τόξου,
περίβλημα
της φαντασίας του
Κι όλο
χαράζει όνειρα
να βγουν αληθινά

Ικετεύει και παραπαίει
σε λυγμούς ανθρώπινους
σε πάθη της σκοπιάς
Εκεί που τάχθηκε
να κρατά τσίλιες
για σαλταδόρους

Να τραγουδά
και να δακρύζει
να χάνεται
και πάλι εδώ
Να τρέμει
με πόδια αλκοολικά
στων στεναγμών
το μετερίζι

Κι ύστερα,
να φτιάχνει ονείρατα ξανά
μες στη βαθιά του ζάλη
Και να χαρίζει
στα παιδιά
μια θάλασσα μεγάλη

Ο ποιητής θυμώνει
ερωτεύεται
αγωνιά
πυροβολεί κι εκρήγνυται
Σαν άνθρωπος μου μοιάζει
Καπνίζει και στενάζει
δεν είναι ξωτικό
Είναι
ο μικρός μας
άσωτος αδερφός

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2008

οι ρωγμές

αφιερωμένο στον
παιδικό μου φίλο Βασίλη



Όσοι εισέρχοντο
στο εσωτερικό της ελπίδας
διάβαιναν έναν παγωμένο διάδρομο
που...
στέναζαν ρωγμές

Και πάντα
κάποιος από πίσω
έκλεινε την πόρτα
κλειδώνοντας την ανάσα
στο προαύλιο

Οι ρωγμές δεν έμπαζαν νερά
ούτε καν δάκρυα
έτριζαν μόνο συχνά
-διαστολή και συστολή-
και στέναζαν

Κοιτούσαν εξαντλημένες
λεκιασμένο μ' ιδρώτα διάδρομο
Αυτόν που οδηγούσε
στο υπερπέραν
της ζωής

Μύριζε μούχλα
και ντροπή ο διάδρομος

κι οργής άνεμος
κυκλοφορούσε
πάνω κάτω συνεχώς

Κάποιες φορές
έκλαιγαν βουβά τα παραθύρια
Κι εγώ τα κοίταζα βουβά
Κι απέξω κάγκελα πολλά
ξενιτεμένο τ' όνειρο

Αίθουσα αναμονής δεν υπήρχε
Δεν ήταν χώρος εκμαίευσης εδώ
Εδώ σφυρίζουν τα λουριά
που μαστιγώνουν
απομεινάρια αγγέλων

Κάποιες φορές
προσκυνούσαν
αλλοπαρμένες κραυγές
και φωτιές λάτρευαν οι...ρωγμές

Ποτέ όμως δε μούσκεψαν κανέναν
γιατί απ' την ελπίδα
η καταιγίδα
είχε από πριν περάσει.

Το Είδωλο

Ερωτεύτηκα το είδωλό σου
Tα αισθητήρια όργανά μου
το διοχέτευσαν
στις φλέβες μου
να ζω
Οι νευρώνες του εγκεφάλου μου
το προσομοίωσαν με τον πόθο
Πόθος πέρασε στα νευρικά μου κύτταρα
και τρελάθηκα.
Ψάχτηκα παντού.
Τις τσέπες κοίταξα
μέσα στα παπούτσια
στις πτυχές της προσμονής
στα πρώτα μαθητικά τετράδια
και στα κατοπινά
Κάτω απ' το σεντόνι

η μυρωδιά μου μόνο
Πουθενά εσύ.
Η απουσία σου εδώ
Κι η παρουσία σου εδώ
Εγώ πάντως χθες το βράδυ
έκανα έρωτα μαζί σου
Τα αισθητήρια όργανά μου,
οι νευρώνες μου,
τα νευρικά μου κύτταρα
Κι φωτογραφία σου,
στον τοίχο μου...

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2008

Απορία


Κι έτσι λαθεμένη η σιωπή
πώς ν’ αστράψει
μια ωραία συστολή
λευκών κοριτσιών
Σ’ ένα πρωινό
π’ αδικήθηκε
όταν βάλτωσαν
οι νυχτερινοί οραματιστές
των πλέριων οδεύσεων;