Χούντα ήταν και δεν πέρασε. Έγινε πιο βαθιά. Άπλωσε ρίζες. Πίσω από τις ηλιόλουστες βιτρίνες μαγειρεύει ιδέες, έννοιες, λέξεις, πολιτισμούς, ρεύματα και κάνει κρύο. Φτιάχνει τσίρκο, παρελάσεις χρωμάτων, γιορτές δημοκρατιών, διαφάνειας και αξιοκρατίας. Μοιράζει παραμορφωτικά γυαλιά προσώπου και καθρέπτες. Γεννά χειροκροτητές και ψηφοφόρους. Ένα γλεντοκόπι ιδεολογιών, έγνοιας και πρόνοιας. Γεννά μαριονέτες, ανοιγοκλείνει θέατρα, σκοτώνει με δόσεις εξευγενισμένες. Επιστημονικά εξελιγμένοι δούλοι, δίποδα οπαδοί και κουλτουριάρηδες ανθρωπιστές εκδίδουμε τα χάλια μας και πως θα φάει ο ένας τον άλλον τρώμε τα κομμάτια μας. Κάποιες φορές, βράδυ, ακούγονται πνιχτοί λυγμοί. Πετάγονται τα σκυλιά και γρυλίζουν. Στους οικόσιτους θρήνους, κάπου κάποτε, στέκονται προσοχή τα σκυλιά._
Παρασκευή 21 Απριλίου 2023
Σάββατο 8 Απριλίου 2023
"Δεύρο"
Όγδοη μέρα
της άντλησης των νερών.
Ο ερωτικός των πέντε
χωμάτων,
με τις τρεις σάλπιγγες
πλαγίων ουρανών,
- κόκκινος πηλός - Ακόμη νωπός.
Ένα δάκρυ
κλείνει, μονίμως,
την πόρτα
/ εκεί που δύουν οι ορίζοντες. /
Κι η Φωνή - λεγκάτο μες στα σούρουπα.
- Δεύρο, οι θνητοί όλων των Ημερών..!
Την ένατη μέρα ντύθηκε λευκό
η κοίτη
κι ο βυθός της. Τόσο όσο να μένει το αύριο._
Κυριακή 5 Μαρτίου 2023
μη με πάρεις όταν φτάσεις..!
Εις μνήμην
θλιμμένα που είναι τα κομμένα σκοινιά, δίχως τους χαρταετούς τους..!
λύγισαν τα δάχτυλα, οι παλάμες σπάνε, κι έπεσαν, με πάταγο, οι καλούμπες.
χάθηκαν στ' ανοιγμένα χώματα οι τελευταίες αποκριές.
στα ηλεκτρικά σύρματα ανεμοδέρνονται σκισμένα χαρτιά -
πολύχρωμα του ύψους -
από μια μακριά βροχή παλιάς άνοιξης.
σαράβαλα καρναβάλια από σαμποτάζ στις ΄μυγαδαλιές, π' ακόμη κρατούν.
μετά, ο ουρανός οφείλει να συντηρήσει την έκρηξη των μπαλονιών, και
την ανάμνηση του πετάγματος, με δίχως επιστροφή.
τι λόγο έχει να επιστρέφει κανείς
σε νεκροταφεία συρμών και προδομένων τρένων..; _
Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023
“Βροχή”
Ανεστραμμένα μάτια ο πλανήτης,
βροχή η ανοχή των θεών.
Λίθος
βρεγμένος χαρτοπόλεμο,
ξεχάστηκα σε ψηφιακά δράματα.
Αιμορραγώ, αιώνες, φωνή
και πάσχω από ιδιοκτησία.
Λανθάνουν τα χέρια στην καρδιά των χειμώνων
Μόνο τα νύχια – πλήκτρα μεθυσμένα κι
ο τσίγκος να στάζει.
Καπνίζω
το ρεύμα των ψαριών στα βάθη
Μόνη ανάγκη η ροή
κάπου Αθηνάς και περιπολίας.
Με κέρμα ή άνευ,
βιομηχανικά προϊόντα η Τέχνη.
Με κέρμα ή άνευ,
δίχως φωνή
τινάσσομαι στρατιωτικό σεντόνι
σε πλήρη υποστολή, αφού
ο Αχιλλέας ακρωτηριάστηκε
και πέθανε από αθανασία.
Αιμορραγώ μεσαίωνες
πληρωμένων αγίων,
κανίβαλες μέρες,
σε διάτρητες φτέρνες κριτικών,
στα δυαδικά συστήματα,
τυλιγμένη ράκη τρένων,
φυλάττοντας βίους αλλόκοτων προσευχών
στην καρδιά του Αχανούς
που γεννούσαν, κάποτε, ήχους οι ράγες._ δημοσίευση στο "λογοτεχνικό δελτίο 22" https://www.dropbox.com/s/dtztc6nyo26y5l1/%CE%9B%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%20%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CF%84%CE%AF%CE%BF%20-%2022%CE%BF%20%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82.pdf?dl=0
Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023
ψάρια εγκεφαλικά νεκρά
Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2023
άτιτλο
Απ' τα σπασμένα χείλη της θαλάσσης
ήπια την κοσμολογία όλη
κι αποκαλύφθηκαν
γεμάτες οι φλέβες
νου και ύδωρ.
Ο Λόγος -
βράχος αρμυρός
με σπλαχνικές πυξίδες δασών
στα ραγίσματα των
ιστοριών του._
Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2022
κεφάλαιο δύο
Εντάξει,
κι η βροχή σφύριξε
πάνω στα κεφάλια μας
Άδειασαν τα νέφη από νερό
Άρχισαν να πετούν πέτρες
και σίδερα
Γκρεμίζονται τα οστά
υποχωρούν οι σάρκες
Κι ενώ το γνώριζα
πως μόνο τα πέλματα,
που όλα τ' αψηφούν,
ξεμένουν στις αποβάθρες -
για πάντα μιλούν,
μα ποιος ακούει; -
Οι σκιές των ανθρώπων
που όλο μένουν -
μεθυσμένες ανάσες
σε προφητικά όνειρα
κι
έξω απ’ τις καντίνες
έρημων εθνικών,
μέσα στ’ αποτσίγαρα,
που δεν βιάζονται
στα χυμένα, μέσα, λάδια
σάρκινων οχημάτων -
πώς βογκούν, θυμάσαι,
στην ανηφορική διασταύρωση
με τη σιδηροδρομική γραμμή, απροκάλυπτα;
Αναβοσβήνει ο φωτεινός σηματοδότης
στο κίτρινο
κι οι πέτρες άκαμπτες σε
ευθεία βολή.
Μια παλάμη το παράθυρό μου
με δέρμα και κόκαλα -
απομακρύνονται τα δάχτυλα
και αίμα
Καπνοί στο κόκκινο -
σε χτισμένο χρόνο
καρφιά βρόχινα
μιας πανάρχαιας καταιγίδας.
Έξω απ’ το θέατρο
οι πόλεις “τσαφ, τσουφ”
τρενάρουν το παράδοξο
να μένω παντού
σφυρίζοντας μυστικά,
και να καπνίζω καλυμμένη σκοτάδι.
Μέχρι να διαβώ τη λίμνη των κύκνων
ξεβράστηκαν αναλφάβητες οι Σειρήνες
τη νύχτα της σφαγής των νεοσσών.
Θυμάσαι, που έπεσα βρεγμένη
στον ξεκούμπωτο συρμό;
Σε κάθε σιδηροδρομική διακλάδωση
πάλιωνα να μαθαίνω γεννήσεις
κι ολοκαυτώματα,
ώσπου άνοιξα τη μνήμη και
το κύμα, με όλο το βάρος
των αισθήσεων.
Κάποτε θα με ξεχάσεις
“Πώς λεγόταν;” Θα σε ρωτούν.
Θα συλλαβίζεις, με δάκρυα, το ανείπωτο
Κι αυτή, να πεις, πως είναι η μόνη ιστορία
των κόσμων που βύζαξα
ανάμεσα στα βαγόνια
και στους παλιούς σταθμούς -
αντίκες στο Μοναστηράκι -
τότε που κόπηκα στα δυο._





