Η μάνα που φοβάται να αφήσω / Οι γυναίκες που πνίγουνε - / περιστατικά
πολυβόλα με συνθλίψανε / σε υπαίθρια νοσοκομεία, / κάπου στ’ απόκρυφα της ξεγνοιασιάς
/ Η φλόγα που αρνήθηκε το βάτο / κι ο Μηδέν που / καμώθηκε το αίνιγμα / μ’
εκλογές στο τέλμα των ανθρώπων. / Η μάνα που ματώνει
και / χάνομαι-
μου σβουρίζει το μυαλό
που / θυμάμαι αστραπές το / βράδυ βραδύ σ απομόνωση ύπνου / Ερωμένη σε
κενό
νοτιάδων που / αγριέψανε οι διπλές οπτασίες
των αρμάτων / οι ήλιοι που μαχαιρώθηκαν - / ένα βύσμα ακόμη στην άβυσσο / το παλτό
ρε! / Το παλτό που κοιμάται μυστικά / μιαν απόλαυση σκοταδιού στη σελήνη. / Με πηδήξανε
τ’ άστρα κι / αγριεύω παρέλαση. / Πάλι απόψε νηστικός καιρός / τα απόγευμα στον
πλανήτη που σβήνομαι / και με θυματοποιούν οι συνήθεις καιροί
- / αδερφοί των άδειων νόστων - / που παλέψαν
με κύματα / σε φτηνά προσχήματα προς επιβίωσιν / Απορίας του νου τους οι θνητοί
που / καμώθηκαν τους επιζήσαντες των σεισμών / σ’
ένα ράκος στομάχι / την ώρα που / αυτοκτονούν
οι παντιέρες των αξιών / με τίποτα ιαχής και / σκουριά μυαλού να / φιλοσοφούν απαίδευτα
και στραγγισμένα όνειρα / με λάμψη σκατά των / οικούντων νεκρών τα φιλιά, / σε φιλιά
αναγκών / χρεμετίζουν χρεοκοπίες των κρατών μου – / επικρατούντες αισθήσεις αγγελιών
- / Και ζητείται αγγελία / προς ανάρτηση σχέσης / σε μεσαιωνική καρμανιόλα / προς
τέρψιν πλήθους, / χωρίς ψωμί, / στην υποστολή της εποχής._
Η μάνα που τρέμει ν’ αψηφήσω, δίχως ρόλο κείται κατά στο υπόστρωμα της φυγής.
Η ερωμένη – υπόστρωμα και αδιάβροχο δακρυσμένης σιωπής,…
Κατά την μαθηματικήν απολυτότητα τα σπουργίτια σάλεψαν και μοιράζουν ψίχουλα, σ’
ό,τι κινείται κι ό,τι χάνεται, σε τσέπες, σε φιλιά, τσαφ – τσουφ θεάτρων
ομίχλης, σα λάμπες χιονιού στα τρένα που προδίνουν τους σταθμούς τους. Ακόμη τα
εκχιονιστικά πολιτεύονται κι απεργούν οι σειρήνες κατοχής. Όλα παύλα και τελεία
σήμανσης οριστικής.
(υπό έκδοση - Προμηθεύς Πυρφόρος)