Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

γελούν οι κόσμοι
















Οργασμός καπνών
Τρέχει κλεμμένο κονιάκ
Μιας σκοτεινής κατοχής
Στον κρότο των αισθήσεων
_ Τα λουριά ξεχειλώνουν
Μυστήρια στόματα
Ξεμπουκάρουν κλειδωμένα μπαούλα
Βαλίτσες, βιολιά
Περιφέρονται θύελλες
Κάπου δάκρυα
Από έρωτες βυθισμένους σε χλαίνη
Κάποιου πολέμου μ’ ερείπια πόλης
Που κρύφτηκε σε φωτογραφίες
Μιλώ με τη φαλτσέτα μου
Ρωτώ «πού πήγαν τα παιδιά μου;» -
Εκείνα τα δειλινά
Που έσπαγα πινέλα
Στο καθρέφτισμα των άθλιων αιώνων
Απόκριση απ’ το υπόκωφο
Σε ένα υπερπέραν χορού.
Τώρα με κρατώ απ’ το μανίκι των ίσκιων
Εισέρχομαι σε βιβλία
Κι ανακατεύω μαγειρικές –
Φακές με δάφνες μπαγιάτικες
Αρουραίος σ’ ένα μεθύσι νόστου
Για τούνελ κάτω απ’ την πόλη
Των ηλιθίων
Κολυμπώντας γέλιο
Στο λούνα πάρκ, έξω απ’
Το σπίτι των τρόμων.
Έχω ένα κόκκινο
Στο μυαλό μου να σου μοιάζει
Με σεντόνι απ’ το μαύρο
Που μ’ ανάθρεψε
Γενικώς πλανάται γενικότητα
Και γενικώς υπάρχω
Σε ειδική αποστολή
Γυμνών παρελάσεων
Λέξεων
Στο αύριο του τώρα
Στη μυρωδιά της σάρκας σου ∙
Βρεγμένο ξύλο
Να μένω ναυαγός
Κάτω απ’ τα μάτια σου - τελεία και παύλα εγώ άστικτα

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

βυθοί ροών



Έρρεα στιβαρά ∙
μέλι πρωτογενές,
ανατρέποντας το νόμο της βαρύτητας -
Μείον σε Συν – τηρώντας πάντα
τη σημαντικότητα
του ανθρώπινου βάρους .
Στο κέντρο του γαλαξία, Εσύ ∙
βάρος ασύχναστο.
Στα κλειστά σου μάτια
αρμύρα γενναίου
Σε πρωτόγονη φυλή
η ηδονή.

Ρέοντας ανεβαίναμε ∙
υπόγειο – φυγή,
μ’ επιστροφή, στροφή, και ύψος
σε βάθος αντοχής, με δάχτυλο ένα
κι άλλο, μέχρι τα όλα -
επιστράτευση γενική
μέτρηση ανίχνευσης.
Ανιχνεύοντας, 
ιδρώναμε την παύση ∙ ένα
και μισό / θυμάσαι -;- / -
περαστική απόσταση
και το διάστημα μηδενικό.
Δεν υπήρξε κενό,
κι η παύση ∙ στακάτο και σύνθεση.

Όταν έρρεε το αλκοόλ,
Παρών επέστρεψα την πρώτη νύχτα –
είναι που στον Κανένα μου
βραδιάζει πολύ
κι ερωτεύεται βαθιά το φεγγάρι

Στην απουσία μου
οι παρόντες εξανεμίστηκαν ∙
αναμνήσεις και μόνο
Στην παρουσία μου,
βαρύτονες κραυγές
ακατέργαστων χρόνων

Απών φεύγω
μ’ αισθήσεις υψιτενείς
σε φαράγγια πρωτόπλαστα
σπάζοντας τον υμένα
της αποκάλυψης ∙
λύτρωσα τα θεριά
κι έπιασαν θέσεις στ’ ασύνορα.
Συνέχισα να ρέω.
Στο ξυλόφωνό σου
οι ήχοι σου διέρρηξαν
τους πόρους μου
Χλιμίντρισα μια γλώσσα απόσταση
από τ’ αστέρια
Σε πήρα σε στάσεις Ρ ο ή
με το δείκτη τεντωμένο –
πάντα παρών
ταξίδι και όλα
κι ακόμα σε στύση
οι θνητοί καταρρίπτονται -!-
Ασύλληπτες φάσεις
σε ουσίες άνευ,
«παρά» και «από»
«Στάξε μου κι άλλο,
αγαπώ φθινοπώρου»

__________ Προμηθεύς Πυρφόρος __________

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013

θυμήσου τον Σεπτέμβρη....



Ξεκούμπωτη ματιά
στο περιθώριο των μπουρδέλων τους
Σου πέταξα το βέλος των ονείρων
μ’ ένα βλέμμα κι ένα δισταγμό φωτιάς,
στο δισταγμό της θωριάς σου
Καθρέφτης φιλιού,
και παφλασμό δακρύου
Όργανα συμφωνικής,
για Μύστες και μόνο
Κι έφυγα δήθεν
με αλκοόλ στο Αίμα σου -
στο αίμα μου μια τρύπα φυγής
Κι άφησα πίσω μου ηλιόσπορο
να βρεις την αγρύπνια μου,
να επιστέψεις στα σύθαμπα
κάτω απ’ τη Νύχτα
μιας Επανάστασης
κι ενός ανελκυστήρα –
στο φεγγάρι  πορεία
τολμηρών υποσχέσεων
για ένα Σεπτέμβρη
και χίλιες εποχές
που το ρεμάλι
ξήλωσε απαγγελίες
κι έκανε τρένο τη ρίμα του –
βαγόνι ένα
να βυζαίνει τα σκήπτρα σου
για τη μεγίστη λατρεία

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

κενός


τι κάνεις εκεί;
"μετράω το γέλιο μου"
πόσα χα-;- τόσες ξύλινες ενοχές
"για την απόσταση-;-"
σάλτο σε γυμνό τοίχο
"νεκροί οι λεροί των αποφάσεων. τους βλέπω σκιές"
τα χάλκινα βουλιάζουν αίμα σε αίμα
"η αποφυγή -;- δεν υφίσταται."
υπάρχουν εκκρεμότητες της γιορτής.
"κι οι κολώνες;"
έχασαν το ύψος τους στο σύμπαν της προδοσίας
"παγκάκι δεν υπήρξε ποτέ"
περιμένω κενός αναπόφευκτος και μελλοντικός.

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

απόψε σαλπίζουν οι νεκροί σου!



Χρόνια πολλά στο στενό το κουτί
της τιβής και της γνώσης απούσας
κι από πριν στη σκληρή φυλακή
της δουλείας με άλογα κούρσας

Για τα τάλιρα έγινες απών
απ’ της ζωής της σοφής την αλήθεια
και ένα τίποτα έμεινες ορθόν
στου καθεμέρα την πλατιά τη συνήθεια

Με τη γλώσσα σα χαλί σε χορό
και το μάτι θολά πλανεμένο
ξέχασες τ’ άλμπουρα μακρινών ταξιδιώ
κι έγινες πρόσταγμα στέρφο θλιμμένο

Στο μικρό κρατικό μαγαζί
καφές πίκρα γουλιά και μαράζι
φρικτός ίσκιος μηχανή
σου τρυπάει το μυαλό και αδειάζει

Είναι σχέδιο αθλίων κοράκων
να σε κάνουν πολτό, και σαράκι
σου τρυπάει το λαιμό, τη φωνή,
σε χτυπάει πονηρά με καμάκι

Σε λιβάνια και ψαλτήρια σ’ αράξαν
να στραγγίζεις παλμούς και ρυθμό
Δούλο ένα - με αριθμό σε κράξαν
αποδέχτης παραδείσιων διωγμών

Σε καρέκλες μετά σε μοιράσαν
σε σκαμπό, καρεκλάκια, σε πάγκους
Τα παιδιά σου στην τρέλα βουλιάξαν
και στου αύριο τους σαλτιμπάγκους

Παραποιημένες διαβάζεις φυλλάδες
μαχαιρώνεις φεγγάρια να πετρώσεις φυγή
Λυπημένες οι πλεύσεις μανάδες
γκαστρωμένες υποταγή.

Δε νογάς, δεν ακούς, τους τριγμούς σου;
Η Ιστορία μουγκρίζει χολέρα
Τα βουνά σου αφουγκράσου, τους νεκρούς σου
η πορεία σου σπέρνει το γέρμα

Σήκω άνθρωπε βροντούν οι σειρήνες
του πελάγους ηχούν οι λυγμοί
ξεμπουκάρουν οι θύμησες ρίμες
μεροδούλι δεν είν’ η ζωή

Είναι πέταγμα κι αγριμιού κραυγή
ν' ανεβείς στην κορφή των ονείρων
να χιμήξεις στου τέλους την αρχή
να φιλήσεις το μίσχο των κρίνων

Είναι όραμα και πυγμή της αλήθειας
να διαβείς γενναίος το κύμα
Καταπέλτης γίνε, γκρεμιστής της συνήθειας
ν' ανταρτέψει το ποίημα

Μη φυλακίζεις άλλο τη ζωή σου!
Απόψε σαλπίζουν οι νεκροί σου!

(με αφορμή τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, που μαχαιρώθηκε απ' τους φασίστες, χθες 18/09/2013)

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2013



Όμως, το ταξίδι, που λέγαμε, το πήρα μόνος στην πλάτη - το στρώμα μαζί, κι ένα μισοφέγγαρο μαξιλάρι - σαλιωμένο προδοσία. Τα λόγια διατείνονται ανυπαρξία στην ανάπαυλα των υδάτων. Άτακτη στιγμή, άτακτες στιγμές. Πάντα δίχως πανωφόρι αφήνω το τόπι μου να κυλήσει. Χορευτής Ένας - χορόδραμα η ζωή. Και προβολέας Ένας -ακολουθεί φλύαρα. Τα περβόλια αργούν. Τα κορίτσια αργούν. Οι παπαρούνες εκθειάζουν αντάρτικα τις τρικυμίες του αίματος. Πράξη μία. Λέξη μία. Μονομάχος. Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Κι ας λένε. Πάντα ανερμήνευτος εξάλλου ο καημός των φεγγαριών, και μάλλον παρεξηγημένος -φύλο ανεξήγητον πολλάκις. Φύλο μονομάχος, ανάμεσα στον όχλο που κουρδίζεται, για να χειροκροτεί την ώρα που πέφτεις στο πεδίο της μάχης. Κι η γη - να μην το παραλείψω να σου πω∙ στο υστερόγραφο, η γη είναι η μόνη πρόθυμη ερωμένη όλων μας.
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ.
ΜΑΡΙΑΝΝΑ, ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΑΠΌ ΚΑΡΔΙΑΣ,

όπως και όλους όσους στηρίζουν την αιμάτινη πορεία μου στον κόσμο.

Σ’ εκείνους,
που νομίζουν χαμένους,
και Νικούν
απ’ τα περιθώρια
που τους ορίζουν
απροσκύνητους.

Σ’ όποιον αντέχει να με σηκώνει

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΟΛΟΥΣ!

_____________ Προμηθεύς Πυρφόρος _____________

______________ Tα έντυπα βιβλία των Εκδόσεων Vakxikon.gr μπορείτε να τα αναζητήσετε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία: του Ιανού (σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη όπως και στο site του), της Πρωτοπορίας (σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα όπως και στο site της), του The Book Loft (Πατρ. Ιωακείμ 44 Κολωνάκι, Αθήνα), του Έναστρον (Σόλωνος 101, Αθήνα), ενώ αποκλειστικώς ηλεκτρονικά στην cosmotebooks.gr και στη greekbooks.gr. Tέλος, εάν είστε επαγγελματίας μπορείτε να τα παραγγείλετε από την εταιρεία διακίνησης Στρατής Τσάκαλος & ΣΙΑ Ο.Ε. ή να επικοινωνήσετε στη διεύθυνση editions@vakxikon.gr & στο τηλέφωνο 6949815141 (κος Νέστορας Πουλάκος). _______________

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

προδοσία



Κουφάλες ζωές
Αφηρημένα σοκάκια
Στήνουν
Ζωές ανέκφραστες
Βιδωμένες στριγκλιές
Ξεχαρβαλωμένων θεών
Με πέος δυσανάγνωστο
Περαστικό
Ούφο
Τρικυμισμένων οχετών.
Τινάζω
Τη ζωή μου
Ανυπόφορα χλευαστικά
Κι ανιστόρητα
Στα κούφια κορμιά
Της πιάτσας
Σε οργή
Κανίβαλης δυστροπίας
Από νότες
Ξεκούρδιστου πιάνου
Καθόλα κόσμιου
Που άσπαστο μένει
Σε παραμονή δήθεν
Όταν μπάταρε ο χρόνος
Σε γεννητικά όργανα
Τάξης δημόσιας
Καθεστώτος πνικτικού
Σε τρελά στενά
Οριστικών αποφάσεων
Μ’ ένα πήδημα για σένα
Κι ένας τάφος σε μένα
Που άργησα πολύ
Να φύγω
Και το φίδι
Άρμεξε
Την οιμωγή της αθωότητας
Με μια πόρτα κατακέφαλα
Από το πουθενά του κόσμου.
Θυμάμαι
Που πάταγα σταφύλια της οργής
Στο μακρινό παρελθόν
Μιας ξέπλεκης ιστορίας.
Ανάθεμα στις διαστροφές
Που πληρώνεις κι αιμορραγείς
Θανατηφόρα κελιά
Που σεργιανάς υπερκόσμια
Για προδομένο πάντα
Ανεξάντλητου «γιατί».
Σε πατάνε και χάνονται
Σε γερνάνε
Γερασμένοι κι ανήλιαγοι
Περαστικοί –
Βιτριόλι και βαμπίρ
Σα να ΄ναι γιορτή
Και μόνο οι πόρνες
Γνωρίζουν τα μυστικά
Της αποκάλυψης. _